Ως γνωστόν, μια από τις πρώτες και, παράλληλα, πιο καθοριστικές απόπειρες πειραματικής διερεύνησης της κοινωνικής επιρροής έγινε από τον Asch (1952,1956): σε μια αίθουσα συγκεντρώνονται οκτώ έως δέκα άτομα (εκ των οποίων δύο είναι απλοϊκά υποκείμενα και τα υπόλοιπα πειραματικοί συνεργοί), τα οποία καλούνται να εκτιμήσουν -σε 18 διαδοχικές δοκιμασίες- ποια από τις τρεις, άνισες μεταξύ τους, γραμμές έχει το ίδιο ύψος σε μια μπάρα-υπόδειγμα.

Συγκεκριμένα, μετά από κάθε δοκιμασία οι παρασκευασμένοι στην αίθουσα λένε φωναχτά, καθένας με τη σειρά του, ποια από τις τρεις γραμμές έχει το ίδιο ύψος με την μπάρα-υπόδειγμα.

Πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι, στο αρχικό πείραμα του Asch, σε 12 από τις 18 δοκιμασίες το σύνολο των πειραματικών συνεργών έδινε μια λανθασμένη απάντηση, έτσι ώστε η εξαρτημένη μεταβλητή να είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ποσοστό των σφαλμάτων των υποκειμένων (της τάξης του 36%...!) που αντιστοιχεί, σύμφωνα με τον ερευνητή, στο ποσοστό της κοινωνικής συμμόρφωσης που άσκησε η πλειοψηφία (των πειραματικών συνεργών) στη μειοψηφία (των απλοϊκών υποκειμένων)...

Σύμφωνα με τον Asch, δηλαδή, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο πείραμα δείχνει πώς οι πολλοί μπορούν να επηρεάσουν τους λίγους, πρόκειται για ένα πείραμα που μελετά την επιρροή της πλειοψηφίας πάνω στη μειοψηφία ή, με άλλα λόγια, πώς η μειοψηφία συμμορφώνεται στις πιέσεις και επιταγές της πλειοψηφίας...

Αριθμητικό κριτήριο στο πείραμα Asch

Πολλά έχουμε να πούμε εδώ. Ας ξεκινήσουμε από την αρχή, δηλαδή από την προφανή πριμοδότηση από τον Asch του αριθμητικού κριτηρίου στον ορισμό του φορέα (ή της πηγής...) κοινωνικής επιρροής, γεγονός που υποδηλώνει την ελλειμματική -εκ μέρους του Asch- επιστημολογική αξιολόγηση των υποκειμένων που συμμετέχουν στην πειραματική διαδικασία, τα οποία μεταφέρουν στο εργαστήριο -είτε το θέλουμε είτε όχι- τις αξίες, τα βιώματα και τις «αλήθειες» που τους έχει επιβάλει ο «πραγματικός» κόσμος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα υποκείμενα ασπάζονται, για παράδειγμα, κάποια ακριβή κριτήρια -αποτέλεσμα κοινωνιογνωστικής μάθησης- που προσδιορίζουν πότε και αν δύο γραμμές έχουν ίδιο ή διαφορετικό μήκος μεταξύ τους, έτσι ώστε οι λανθασμένες απαντήσεις των πειραματικών συνεργών να προσλαμβάνονται αναπόφευκτα ως τέτοιες,

Με αυτή την έννοια η πειραματική διαδικασία του Asch, παρά το γεγονός ότι -με βάση το αριθμητικό κριτήριο- φέρνει αντιμέτωπες μια πλειοψηφία και μια μειοψηφία, με βάση πλέον ένα κανονιστικό κριτηρίο (το οποίο λαμβάνει υπόψη την «επιστημο-ιδεολογία» των υποκειμένων) προκαλεί ταυτοχρόνα μια ρήξη ανάμεσα σε μειονοτικές και πλειονοτικές απόψεις.

Με άλλα λόγια, μπορεί μεν η αριθμητική υπεροχή των πειραματικών συνεργών να προσδίδει στην πηγή επιρροής έναν πλειοψηφικό χαρακτήρα, το γεγονός όμως ότι οι ίδιοι αυτοί πειραματικοί συνεργοί εκφέρουν πασιφανώς και ευκρινώς λανθασμένες απαντήσεις καθιστά τη διαδικασία επιρροής τους ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μειονοτικής επιρροής...

Η σύνδεση, δηλαδή, των δυο εναλλακτικών αυτών ερμηνειών της ίδιας και φαινομενικά απλούστατης πειραματικής διαδικασίας με τα επίπεδα ανάλυσης στην κοινωνική ψυχολογία είναι προφανής.

Στην περίπτωση του Asch έχουμε να κάνουμε, χωρίς καμία αμφιβολία, με την παρέμβαση στη μελέτη των φαινομένων κοινωνικής επιρροής, τόσο σε μεθοδολογικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο, παραμέτρων διατομικής υφής.

Πράγματι, εδώ η έμφαση, όπως είδαμε, δίνεται στην αριθμητική υπεροχή της πηγής έναντι του δέκτη επιρροής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αφενός στο μεθοδολογικό επίπεδο να αγνοείται παντελώς η κανονιστική διαφοροποίηση των απαντήσεων των μεν και των δε, αφετέρου στο θεωρητικό επίπεδο να εικάζεται ότι το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας είναι η κοινωνική συμμόρφωση και όχι η καινοτομία, όπως υποστηρίζει ο Moscovici.

Πώς εξηγεί ο Asch την κοινωνική συμμόρφωση στο πείραμά του

Σε ό,τι αφορά, τέλος, την ερμηνεία που προτείνει ο γερμανικής καταγωγής Αμερικανός κοινωνικός ψυχολόγος για να εξηγήσει την κοινωνική συμμόρφωση την οποία διατείνεται πως παράγει το πείραμά του, παρατηρούμε ένα είδος «παλινδρόμησης», δεδομένου ότι η έμφαση δίνεται πλέον σε μεταβλητές ενδοατομικού επιπέδου ανάλυσης!

Πράγματι, στο πρωτότυπο άρθρο του (1951, 1989γ για την ελληνική μετάφραση) και στην προσπάθειά του να εξηγήσει τα πειραματικά του ευρήματα, ο Asch επικαλείται -με βάση τις πειραματικές συνεντεύξεις του- τη διάκριση των υποκειμένων σε δυο βασικές κατηγορίες, δηλαδή στα ανεξάρτητα και τα συμμορφωμένα υποκείμενα, οι οποίες με τη σειρά τους χωρίζονται σε άλλες επιμέρους κατηγορίες. Ας αφήσουμε όμως καλύτερα τον ίδιο το συγγραφέα να περιγράψει τις διαφορετικές αντιδράσεις των διαφόρων κατηγοριών υποκειμένων:

Μεταξύ των ανεξάρτητων υποκειμένων μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής κύριες κατηγορίες:

α) Την ανεξαρτηρία των υποκειμένων που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη τους για την αντίληψη και την εμπειρία τους. Αυτό που κατ' εξοχήν να χαρακτηρίζει είναι το σθένος με το οποίο αντιτάσσονται στην ομάδα, και μονολότι βιώνουν τη σύγκρουση, επιδεικνύουν μεγάλη ελαστικότητα.

β) Αρκετά διαφορετικά είναι τα ανεξάρτητα και υπεκφεύγοντα υποκείμενα: δεν αντιδρούν με αυθόρμητο συγκινησιακό τρόπο αλλά μάλλον σε συνάρτηση με ρητές αρχές που αφορούν την ατομικότητά τους.

γ) Η τρίτη ομάδα ανεξάρτητων υποκειμένων εκδηλώνει μεγάλη ένταση και πολλούς δισταγμούς, εμμένει στις δικές της εκτιμήσεις απλώς και μόνο για να πετύχει το πειραματικό έργο.

Αντιδράσεις συμμορφωμένων υποκειμένων

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε τις κύριες κατηγορίες αντιδράσεων των συμμορφωμένων υποκειμένων, αυτών που ακολούθησαν την πλειοψηφία κατά τις μισές και πλέον δοκιμές.

Διαστρέβλωση της αντίληψης

Πολύ λίγα υποκείμενα αυτής της κατηγορίας συμμορφώνονται πλήρως, χωρίς να συνειδητοποιούν τη μετατόπιση ή διαστρέβλωση των εκτιμήσεών τους από την πλειοψηφία. Αυτά τα υποκείμενα δηλώνουν ότι οδηγήθηκαν να θεωρούν ακριβείς τις εκτιμήσεις της πλειοψηφίας.

Διαστρέβλωση της εκτίμησης

Τα περισσότερα συμμορφωμένα υποκείμενα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Κύριο παράγοντα σε αυτή την περίπτωση αποτελεί η απόφασή τους ότι η δική τους αντίληψη είναι ανακριβής, ενώ αντίθετα της πλειοψηφίας είναι ακριβής. Αυτά τα υποκείμενα διστάζουν, τους λείπει η αυτοπεποίθηση και, επομένως, νιώθουν μια ισχυρή τάση να προσχωρήσουν στην πλειοψηφία.

Διαστρέβλωση της δράσης

Τα υποκείμενα που ανήκουν σε αυτή την ομάδα δεν δηλώνουν μετατροπή της αντίληψής τους, ούτε παραδέχονται ότι είχαν άδικο. Συμμορφώνονται για να μη φανούν διαφορετικοί ή υποδεέστεροι των άλλων, επειδή δεν ανέχονται να φανούν αδέξιοι στα μάτια της ομάδας. Υπάρχει καταστολή των παρατηρήσεών τους και υιοθέτηση των απόψεων της πλειοψηφίας, χωρίς πραγματική συνειδητοποίηση αυτής της συμπεριφοράς.

Ο ενδοατομικός και οριακά «ψυχολογίζων» χαρακτήρας των παρατηρήσεων του Asch, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις του για το αντίθετο, είναι με άλλα λόγια προφανής, όπως είναι άλλωστε και η αμφισημία με την οποία προσεγγίζει τις φαινομενικά αντιθετικές έννοιες της ανεξαρτησίας και της συμμόρφωσης.

Ομοιότητα αντιλήψεων Asch, Ross, Cooley

Ας μας επιτραπεί εδώ να υπογραμμίσουμε την πολυεπίπεδη συνάφεια που χαρακτηρίζει τις αντιλήψεις του Asch για το θέμα αυτό με τις αντίστοιχες των Cooley & Ross, δεδομένου ότι τόσο ο ένας όσο και ο άλλος:

α) πριμοδοτούν τα «κοινωνικά» πλεονεκτήματα της συμμόρφωσης, αλλά

β) εκθειάζουν τις ψυχικές αρετές εκείνων που δεν συμμορφώνονται στις επιταγές της ομάδας, ενώ παράλληλα

γ) αποδίδουν, κατά κύριο λόγο, τόσο την ανεξαρτησία όσο και την κοινωνική συμμόρφωση στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά εκείνων που δέχονται τις πιέσεις της ομάδας.

Ross και κοινωνική επιρροή

Πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι ο Ross (1911) βρίσκεται ακόμα πιο κοντά στον τρόπο προσέγγισης της κοινωνικής επιρροής από τον Asch, αφού είναι αυτός που, από τη μια μεριά, «ανακάλυψε» την παντοδυναμία της εξάρτησης στα φαινόμενα πειθούς και, από την άλλη, προσέδωσε πρωταρχική σπουδαιότητα στην πλειοψηφία πρεσβεύοντας ότι «είναι πολύ απίθανο να έχει κανείς δίκιο εάν σκέφτεται διαφορετικά από τους περισσότερους ομοίους μας».

Η άποψη αυτή θυμίζει έντονα μια από τις βασικές αρχές της θεωρίας της κοινωνικής σύγκρισης του Festinger (1954), η οποία αποτελεί μέρος του θεωρητικού οικοδομήματος του λειτουργικού μοντέλου επιρροής.

Η θέση του Moscovici στο πείραμα του Asch

Σε ό,τι αφορά τώρα την περίπτωση της εναλλακτικής ερμηνείας που προτείνουν ο Serge Moscovici και ο Clause Faucheux (1967) για να εξηγήσουν τα πειραματικά ευρήματα του Asch, αλλά και το νέο πειραματικό υπόδειγμα με τη χρήση του οποίου επιχείρειται πλέον η πειραματική διερεύνηση της μειονοτικής επιρροής και της καινοτομίας, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, όχι όμως στο σημείο που θα περίμενε κανείς αν βασιζόταν στη ριζική αλλαγή που επιφέρει το προτεινόμενο σκεπτικό στην κοινωνική ψυχολογία της επιρροής.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους και ας ασχοληθούμε κατ' αρχάς με την προτεινόμενη ερμηνεία.

Εδώ, τόσο στο επιστημολογικό όσο και στο θεωρητικό επίπεδο, τα πράγματα είναι όντως διαφορετικά: οι συγγραφείς, λαμβάνοντας υπόψη το «επιστημο-δεολογικό» υπόβαθρο των υποκειμένων, εγκαταλείπουν το περιοριστικό επίπεδο των διατομικών σχέσεων που αξιοθετούσε το μονόδρομο της πριμοδότησης του αριθμητικού κριτηρίου στον ορισμό της πηγής επιρροής και εισάγουν στην ανάλυσή τους στοιχεία του ιδεολογικού επιπέδου που καθιστούν προσιτά τα κανονιστικά κριτήρια προσδιορισμού του χαρακτήρα της πηγής κοινωνικής επιρροής, η οποία πλέον παύει να συγκαλύπτει τη μειονοτική της ιδιότητα πίσω από την πλειοψηφική αριθμητική της υπεροχή.

Άμεσες επιπτώσεις σε θεωρητικό επίπεδο αυτής της αλλαγής επιπέδου ανάλυσης είναι:

α) να εγκαταλείπει η ταύτιση της κοινωνικής επιρροής με την κοινωνική συμμόρφωση και να εξετάζεται η δυνατότητα άσκησης μειονοτικής επιρροής η οποία συντελεί στην παραγωγή ενός τελείως διαφορετικού κοινωνιοψυχολογικού φαινομένου, του φαινομένου της καινοτομίας και

β) να αντικαθίσταται η σχέση ψυχολογικής εξάρτησης μεταξύ (πλειοψηφικής) πηγής και (μειοψηφικού) δέκτη κοινωνικής επιρροής από την κοινωνιογνωστική σύγκρουση που προκαλεί η (μειονοτική) πηγή στον (πλειονοτικό, ενδεχομένως) δέκτη κοινωνικής επιρροής.

Πειραματικό υπόδειγμα Moscovici

Τι συμβαίνει όμως με το νέο πειραματικό υπόδειγμα του Moscovici και των συνεργατών του;

(Moscovici, Lage & Naffrechoux, 1969 Moscovici & Personnaz, 1980 κ.λπ.)

Διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στα επίπεδα που χρησιμοποιούν οι ερευνητές στη θεωρητική τους ανάλυση και σε αυτά που χειρίζονται σε μεθοδολογικό επίπεδο, δεδομένου ότι και εδώ υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στο μειονοτικό και μειοψηφικό χαρακτήρα της πηγής επιρροής.

Για να είμαστε πιο ακριβείς, υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στα δυο αυτά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα.

Εκ πρώτης όψεως, μποορύμε να υποθέσουμε πως η ταύτιση αυτή αποτελεί και την ιδανική συνθήκη μελέτης της μειονοτικής επιρροής, αφού η μειονεκτούσα αριθμητική ισχύς της πηγής έρχεται φαινομενικά να συμπληρωθεί από τον συγκρουσιακό -ακριβώς επειδή λανθασμένο- χαρακτήρα των απαντήσεών της.

Αν καλοεξετάσουμε όμως την ταύτιση του μειονοτικού χαρακτήρα ενός μηνύματος με το λανθασμένο του χαρακτήρα, θα δούμε ότι πράττοντας κάτι τέτοιο εγγράφουμε την όλη διαδικασία μειονοτικής -και γενικότερα κοινωνικής- επιρροής σε μια ιδιάζουσα επιστημο-ιδεολογική περίπτωση, στην οποία όχι μόνο πρυτανεύει ο κανόνας της αντικειμενικότητας, αλλά επιπλέον ενισχύεται ο δυαδικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν παραδοσιακά την πραγματικότητα οι επιστήμονες του ανρθώπου και της κοινωνίας, και τον οποίο -ας μην ξεχνάμε- προτίθεται να αντικαταστήσει με έναν άλλο, τριαδικό, η κοινωνική ψυχολογία.

Ας μη γελιόμαστε. Εδώ δεν πρόκειται για ένα απλό σχήμα λόγου, αλλά για μια ιδιαίτερα σημαντική διαφοροποίηση, δεδομένου ότι -για να παραμείνουμε στο παράδειγμα που μας απασχολεί- αυτός ο δυαδικός τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων περιορίζει τεχνηέντως το κοινωνιογνωστικό πεδίο στο οποίο εγγράφεται η διαδικασία κοιωνικής επιρροής, και καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε διεύρυνση, υπεκφυγή ή διαλεύκανση του αφοριστικού διλήμματος ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος», τη «μειονότητα» και την «πλειονότητα» ή τη «μειοψηφία» και την «πλειοψηφία».

Η έστω και ακούσια προσκόλληση σε αυτή την προσέγγιση δεν είναι άμοιρη επιπτώσεων στο θεωρητικό και πειραματικό επίπεδο μελέτης των φαινομένων κοινωνικής επιρροής.

Αυτή η επιστημολογική τροχοπέδη προκλήθηκε -στην περίπτωση του Moscovici τουλάχιστον- από κάτι υπερβολικά απλό: από τη χρήση ενός πειραματικού έργου που κινείται στα πλαίσια της «φυσικής» και όχι «κοινωνικής» ή, ακόμα καλύτερα, της «κοινωνιοψυχολογικής» πραγματικότητας...

Κανόνας αντικειμενικότητας και κοινωνική επιρροή

Πράγματι, τόσο στο πείραμα του Asch όσο και σε αυτό του Moscovici το πειραματικό έργο χρησιμοποιεί αντιληπτά ερεθίσματα τα οποία δεν αφήνουν καμία απολύτως αμφιβολία σχετικά με το πώς πρέπει να απαντήσουν τα υποκείμενα, δεδομένου ότι οι σωστές απαντήσεις είναι πάντοτε προφανείς.

Κυρίως, όμως, ακριβώς επειδή εγγράφονται στα πλαίσια της «φυσικής» πραγματικότητας η οποία διαθέτει σαφή «αντικειμενικά» κριτήρια χάρη στα οποία «μπορούμε να ξεχωρίζουμε το σωστό από το λάθος», τα αντιληπτικά αυτά ερεθίσματα πριμοδοτούν από μόνα τους τον κανόνα της αντικειμενικότητας, με όλες τις συνέπειες που γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο επιφέρει στον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα -αλλά και οι ερευνητές- αντιμετώπιζουν τις διαδικασίες κοινωνικής επιρροής!

Συγκρουσιακά ευρήματα

Με άλλα λόγια, κάτι που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαντάζει ασήμαντη λεπτομέρεια μέσα στο συνολικό οικόδόμημα μιας ερευνητικής διαδικασίας (το πειραματικό, δηλαδή, έργο που χρησιμοποιείται στην πειραματική απεικόνιση του θεωρητικού μοντέλου ενός ερευνητή) είναι ικανό να εισάγει από μόνο του μια σειρά διαδοχικών και αλλεπάλληλων επιστημολογικών μεροληψιών, οι θεωρητικές επιπτώσεις των οποίων μπορεί να αποδειχθούν καταλυτικές, αν όχι καταστροφικές...

Όσο δηλαδή και αν διευρύνει ο Moscovici το θεωρητικό πεδίο μελέτης των φαινομένων κοινωνικής επιρροής - χάριν, μεταξύ άλλων, του ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένου επιστημολογικού κριτηρίου αξιολόγησης της άμεσα εμπλεκόμενης πειραματικής διαδικασίας που διαθέτει - από τη στιγμή που χρησιμοποιεί στα πειράματά του αντιληπτικά ερεθίσματα, εγγράφει ξανά - άθελά του, κατά πάσα πιθανότητα- τη μελέτη των φαινομένων κοινωνικής επιρροής στο ίδιο επιστημο-ιδεολογικό πλαίσιο με αυτό στο οποίο εγγράφονται οι έρευνες του Asch, αναπαράγοντας συνεπώς τα ίδια επιστημολογικά ολισθήματα.

Ένα συμπληρωματικό στοιχείο που επιβεβαιώνει την άποψη αυτή προσφέρει η διαπίστωση ότι ο Moscovici και οι συνεργάτες του αν και εγγράφουν -σε θεωρητικό επίπεδο- τα φαινόμενα επιρροής σε κανονιστικά πλαίσια, η λειτουργία των οποίων είναι αναμφίβολα συνάρτηση ιδεολογικών μηχανισμών, εξακολουθούν στην πράξη (δηλαδή στην εγχειρηματοποίηση των μεταβλητών τους) να ορίζουν το μειοψηφικό ή πλειοψηφικό χαρακτήρα της πηγής επιρροής με βάση το αριθμητικό κριτήριο, πράγμα που σημαίνει ότι προσφεύγουν ακόμα σε μηχανισμούς διατομικής υφής.

Με άλλα λόγια, ο Moscovici και οι συνεργάτες του μιλούν για μειονότητες, μελετούν όμως μειοψηφίες... Γι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι πολλοί από τους ερευνητές που άσκησαν κριτική στις εργασίες του Moscovici το έπραξαν επιχειρώντας να εντάξουν τα ομολογουμένως συγκρουσιακά -σε επιστημολογικό, θεωρητικό και ιδεολογικό επίπεδο- ευρήματά του στο κλασικό πλαίσιο μελέτης των φαινομένων κοινωνικής επιρροής.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από τον Α' Τόμο του βιβλίου Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr