Ακρόαση άρθρου......

Είτε θεωρείται ως περιστασιακή συμπεριφορά είτε ως μια χρόνια τάση συμπεριφοράς, η αναβλητικότητα είναι μια κοινή μορφή αποτυχίας αυτορρύθμισης, που συνδέεται με αρνητικά αποτελέσματα.

Η αναβλητικότητα ορίζεται συχνά ως η εκούσια και περιττή καθυστέρηση στην έναρξη ή ολοκλήρωση σημαντικών και επιδιωκόμενων εργασιών, παρά την αναγνώριση ότι θα έχει επιβλαβείς συνέπειες για τον εαυτό ή/και τους άλλους.

Ωστόσο, η επιδραστικότητα των αναβλητικών συμπεριφορών δεν περιορίζεται μόνο σε εκείνες που αφορούν την παραγωγικότητα. Οι μελέτες των τελευταίων δύο δεκαετιών υποδηλώνουν ότι η αναβλητικότητα μπορεί επίσης να έχει ευρείες και αρνητικές συνέπειες για την υγεία και την ευεξία, ειδικά όταν γίνεται χρόνιο πρότυπο συμπεριφοράς.

Για παράδειγμα, η αναβλητικότητα συνδέεται με υψηλότερο άγχος, χρήση λιγότερο προσαρμοστικών στρατηγικών αντιμετώπισης, βλαπτικών συμπεριφορών υγείας, κακή ποιότητα ύπνου, κακή αυτοαξιολογημένη υγεία και μεγαλύτερο αριθμό σωματικών ασθενειών και συμπτωμάτων. 

Tο άγχος τοποθετείται σε κεντρικό ρόλο για την κατανόηση των επιπτώσεων της αναβλητικότητας για την υγεία και την ευημερία.

Πράγματι, η αναβλητικότητα, είτε στιγμιαία είτε ως τάση συμπεριφοράς, επηρεάζει αρνητικά την υγεία, μέσω της δημιουργίας επιπρόσθετου άγχους. Αυτό το άγχος μπορεί να προέρχεται από σκέψεις που προκαλούν άγχος για περιττή καθυστέρηση και από προσωπικές ή/και κοινωνικές συνέπειες αυτής της καθυστέρησης και μπορεί να αποτελεί τόσο την αιτία όσο και τη συνέπεια της αναβλητικότητας (Sirois, 2023).  

Επιπρόσθετα, η αναβλητικότητα επηρεάζεται από ψυχολογικούς παράγοντες, όπως π.χ η χαμηλή αυτοπεποίθηση αναφορικά με την αποδοτικότητα και η τάση αποφυγής επίπονων συναισθημάτων που ανακύπτουν με αφορμή καταστάσεις, στις οποίες επικρατεί η αναβλητικότητα (Hailikari et. al., 2021). 

Δυνατότητα, Αναστολή Δυνατότητας 

Αν εξετάσουμε την αναβλητικότητα ως σύμπτωμα, ως κάτι δηλαδή, το οποίο σημασιοδοτεί και υποθάλπει μια έτερη κατάσταση, λειτουργώντας ως ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας, ίσως μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την αλήθεια κάθε αναβλητικότητας μέσα από τον υποκειμενισμό κάθε ατόμου. Άλλωστε, στην αναβλητικότητα συνεπάγεται ότι ο σκοπός, ακόμα και αν δεν είναι βέβαιη η ολοκλήρωσή του, μπορεί να γίνει, μπορεί δηλαδή να έχει έναρξη. Ότι υφίσταται η δυνατότητα, αλλά ότι το άτομο την αναβάλει.

Όταν κάτι αναβάλλεται -δεν ξεκινά ή δεν ολοκληρώνεται- διατηρεί τη δυνατότητά του να υπάρχει κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ όταν ξεκινά, λαμβάνει τη δυνατότητα ολοκλήρωσης - αποτυχημένης ή επιτυχημένης. Άλλωστε, η αναβλητικότητα δεν υποθάλπει απαραίτητα το άγχος απόδοσης, δηλαδή αποτυχίας, αλλά και αντιστρόφως το άγχος της επιτυχίας. 

Συμβουλευτική Γονέων: 3 Ημέρες, 8 Σεμινάρια
Διοργάνωση: PSYCHOLOGY.GR | Διεξαγωγή: Online - Zoom | Γενική Είσοδος: 35 €

Σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόκειται για αναστολή της επιθυμίας, ενώ σε άλλες για αναστολή του «πρέπει».

Οι ψυχικές συνέπειες εδράζουν, όχι μόνο στην καταστολή της επιθυμίας, η οποία οδηγεί σε ενδότερη ψυχική σύγκρουση, αλλά και στο ότι η επιθυμία ασυνείδητα ή/και συνειδητά εξακολουθεί να επανέρχεται, δίχως να της επιτρέπεται η έκφραση - ολοκλήρωση. Άλλωστε, η αναβλητικότητα δεν περιγράφει την ολοκληρωτική απόρριψη της πρόθεσης, η οποία θα σηματοδοτούσε ένα τέλος, αλλά μια παύση. Η παύση, δεν αποτελεί ούτε τέλος ούτε αρχή, καθώς η πρόθεση ούτε έχει ολοκληρωθεί ούτε ξεκινάει ως νέα πρόθεση. Συνεπώς, η παύση είτε θα διατηρεί μονίμως ανεκπλήρωτο τον σκοπό, μέχρι ότου γίνει οριστικά ανεκπλήρωτος από εξωγενείς παράγοντες, είτε το άτομο θα θέσει την παύση σε κίνηση ως προς την έναρξη του σκοπού. 

Επιπρόσθετα, κάθε αναστολή επιθυμίας, υπό τη μορφή της παύσης, δηλαδή της αναβλητικότητας, συνεπάγεται τη σύγκρουση δύο δυνάμεων.

Όταν η αναστολή της επιθυμίας οδηγεί σε συμπτωματολογία, η επιθυμία μετατρέπεται σε σύμπτωμα. Δηλαδή, μετουσιώνεται σε μία κατάσταση, που φαινομενολογικά μοιάζει αντίστροφη της επιθυμίας, ως καταστροφή της επιθυμίας, ως αυτοκαταστροφή. Συνεπώς, η παύση της επιθυμίας μετουσιώνεται σε ένα σύμπτωμα, το οποίο επιθυμεί την παραμονή της επιθυμίας σε κατάσταση παύσης, δηλαδή αναβλητικότητας· κι η αρχική επιθυμία είναι πλέον ταυτόχρονα αυτή που ήταν και παράλληλα συμπτωματολογική. 

Ορισμένα άτομα, για να αντιμετωπίσουν την αναβλητικότητά τους, επιθυμώντας να λυτρωθούν από τις δυσφορικές ψυχολογικές συνέπειες αυτής ή αποσκοπώντας στη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους, τοποθετούν «αναγκαστικά πρέπει» ως αντισταθμιστές αναβλητικών τάσεων, όπως λίστες εργασιών, επιθυμιών, χρονοδιαγράμματα, ημερολόγια κτλ. ή πιο έμμεσους αντισταθμιστές, όπως προπληρωμή γυμναστηρίου ή άλλων δραστηριοτήτων, συνειδητές ή ασυνείδητες αυτοτιμωρητικές μεθόδους κ.α.

Συμβουλευτική Γονέων: 3 Ημέρες, 8 Σεμινάρια
Διοργάνωση: PSYCHOLOGY.GR | Διεξαγωγή: Online - Zoom | Γενική Είσοδος: 35 €

Επιπρόσθετα, η αναβλητικότητα ως αναστολή δυνατότητας, συνθέτει αμφιθυμικές διαθέσεις· καθώς για να υπάρξει αναβλητικότητα προϋποθέτει όχι μόνο τη δυνατότητα, αλλά και τη δυνατότητα αναστολής. Είναι σαν να λέει το άτομο που αναβάλει, ότι κατέχει τόσο τη δυνατότητα όσο και τη δυνατότητα αναστολής· ότι έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ των δύο και ότι επιλέγει να διατηρεί τη δυνατότητά του ανεσταλμένη.

Όταν όμως, θέτει την παύση του σκοπού προς κίνηση, τούτο συνεπαγέται ότι η ανεσταλμένη δυνατότητα κινδυνεύει να αφανιστεί. Το βέβαιο είναι, ότι έστω και προσωρινά θα συρρικνωθεί.

Εάν ο συγκεκριμένος σκοπός ολοκληρωθεί, τότε τόσο η δυνατότητα όσο και η ανεσταλμένη δυνατότητα, παύουν να υφίστανται υπό τον παραπάνω σκοπό, όπως φυσικά η αναβλητικότητα του συγκεκριμένου σκοπού και ο σκοπός αυτός καθαυτός. 

Συνεπώς, κάθε σκοπός, ο οποίος δύναται να πραγματοποιηθεί, ακόμα και αν δεν αναβληθεί, φέρει μαζί του τόσο τη δυνατότητα όσο και την αναστολή δυνατότητας· ενώ, η ολοκλήρωσή του - επιτυχημένα ή αποτυχημένα - συνεπάγεται και την ολοκλήρωση των παραγώγων του. 

Επαναληπτικότητα        

Κάθε αναβλητικότητα συνεπάγεται επαναληπτικότητα. Κάθε τι που αναβάλλεται δεν τίθεται μόνο σε παύση, αλλά και σε επαναλαμβανόμενη διαλεκτική. Άλλωστε, η παύση του σκοπού δεν επιτελεί στασιμότητα, αλλά εξακολουθητική διαλεκτική· καθώς η παύση δεν παύει τον σκοπό, παρά τον διατηρεί ως δυνατότητα και ανεσταλμένη δυνατότητα.

Η διαλεκτική του σκοπού έγκειται στο επαναλαμβανόμενο: «εάν ο σκοπός θα ολοκληρωθεί, εάν ο σκοπός θα παραμείνει σε παύση, εάν ο σκοπός θα πάψει». Σε αυτήν τη διαλεκτική, πιθανότατα, εγκαθιδρύονται τα συμπτώματα της αναβλητικότητας, υπό τη μορφή της αγωνίας. Η αγωνία της παραπάνω διαλεκτικής προσδίδει μια ελευθερία επιλογών, υπό το πρίσμα των οποίων το άτομο αγωνιά. Όσο παραμένει ανεσταλμένη η δυνατότητα του σκοπού, διατηρεί μαζί της το αίσθημα της αγωνίας, σχετικά με τις επιλογές του· ενώ σε περίπτωση που προσδώσει κίνηση στην παύση, επέρχεται η δυνατότητα ανακούφισης της συγκεκριμένης αγωνίας. 

Παρόλα αυτά, η ανακούφιση όπως και κάθε ανακούφιση -εξαιρουμένου του θανάτου- υφίσταται στην προσωρινότητα. Ακόμα και αν ένας σκοπός, που αναστέλλει τη δυνατότητά του, περατωθεί στη μονιμότητά του, δίχως να επιδέχεται ανάκληση ή επαναληπτικότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι η αιτιότητα της αναβλητικότητας, ως τάση συμπεριφοράς και σκέψης, παύει να υφίσταται. 

Συνεπώς, και εφόσον δεν επιτευχθεί κατανόηση και αναδόμηση της αιτιότητας, η αναβλητικότητα θα επανέρχεται υπό διαφορετικούς σκοπούς, οι οποίοι την εξυπηρετούν ως προς την απειρότητα της ύπαρξής της. Σκοπούς, που μπορεί να μοιάζουν παρεμφερείς μεταξύ τους, με παρόμοια νοήματα, σημασιολογίες, συμβολισμούς, ερμηνείες, μοτίβα συμπεριφοράς και σκέψης ή και σε αρκετά ή ορισμένα σημεία να διαφέρουν.

Μολαταύτα, ο επιτελικός σκοπός της αναβλητικότητας παραμένει η συντήρησή της, μέσω της διατήρησης της αιτιότητας της ύπαρξής της· παράγοντας μεταμφιεσμένους ανεσταλμένους σκοπούς. 

 

Βιβλιογραφία

Hailikari, T., Katajavuori, N. and Asikainen, H., 2021. Understanding procrastination: A case of a study skills course. Social Psychology of Education, 24(2), pp.589-606.

Sirois, F.M., 2023. Procrastination and stress: A conceptual review of why context matters. International Journal of Environmental Research and Public Health, 20(6), p.5031.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Σύμβουλος & Ψυχοθεραπευτής | Συγγραφέας | Bsc in Psychology, Msc in Integrative Counseling & Psychotherapy