Η κοινωνική ψυχολογία είναι ο επιστημονικός κλάδος που ενδιαφέρεται να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αλλάζουν την κοινωνία και τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζονται τα ίδια μέσω των κοινωνικών διαδικασιών.

Επιπλέον, είναι ο επιστημονικός κλάδος που ενδιαφέρεται να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι παράγουν γνώση και κουλτούρα. Δεν υπάρχει άλλο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας στο οποίο να ισχύει καλύτερα αυτός ο ορισμός από το πεδίο της κοινωνικής επιρροής.

Φαινόμενα κοινωνικής επιρροής

«Τα φαινόμενα της κοινωνικής επιρροής αφορούν τις διαδικασίες μέσω των οποίων τα άτομα και οι ομάδες διαμορφώνουν, συντηρούν, διαδίδουν και τροποποιούν τον τρόπο σκέψης και τη συμπεριφορά τους υπό άμεσες ή συμβολικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις» (Mugny, 1995: 95).

Όταν μιλάμε φαινόμενα κοινωνικής επιρροής, ενδιαφερόμαστε τόσο για την αλλαγή των ατομικών πεποιθήσεων, σκέψεων και συναισθημάτων, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο οι αλλαγές αυτές συντελούνται σε συλλογικό επίπεδο και επιφέρουν ευρείες κοινωνικές μεταβολές.

Οι άνθρωποι μεταβάλλουν τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς τους για να υπακούσουν σε μια νομιμοποιημένη εξουσία, και πώς υποχωρούν στις πιέσεις της πλειοψηφίας δίνοντας μια απάντηση που γνωρίζουν ότι είναι λανθασμένη.

Πείραμα Sherif: Φαινόμενο αυτοκίνησης

Στο κοινωνικό επίπεδο, τα αποτελέσματα του πειράματος του Sherif με το φαινόμενο της αυτοκίνησης έδειξαν ότι, όταν οι άνθρωποι δεν διαθέτουν ένα πλαίσιο αναφοράς για να εξάγουν τις κρίσεις τους, τότε έχουν την τάση να εγκαθιδρύουν ένα τέτοιο πλαίσιο, δηλαδή διαμορφώνουν κανόνες/πρότυπα. Αυτές οι συλλογικές κατασκευές είναι το προϊόν της αμοιβαίας επιρροής μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται σε ισότιμες κοινωνικές θέσεις.

Κατά τα πρώιμα στάδια ανάπτυξης της κοινωνικής ψυχολογίας κυριαρχούσε η ιδέα ότι οι ομάδες δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα άθροισμα ατομικών απόψεων. Συνεπώς, θα ήταν επαρκές να γνωρίζει κάποιος τι σκέφτεται καθένα μέλος της ομάδας προκειμένου να προβλέψει τη συλλογική άποψη.

Φαινόμενο στροφής προς ριψοκίνδυνες αποφάσεις

Προς έκπληξή του, ο Stoner (1961) αποκάλυψε μια διαφορετική εικόνα της συλλογικής λήψης αποφάσεων όταν βρήκε ότι μετά από συζήτηση οι ομάδες λάμβαναν πιο ριψοκίνδυνες αποφάσεις απ' ό,τι έπαιρνε το κάθε μέλος τους αξιολογώντας ατομικά το ίδιο θέμα.

Το φαινόμενο της «στροφής προς πιο ριψοκίνδυνες θέσεις» οδήγησε στη διεξαγωγή πολυάριθμων ερευνών. Ένα από τα ευρήματα των ερευνών είναι ότι μερικές φορές οι μεταστροφές των συλλογικών αποφάσεων δεν γίνονται προς την κατεύθυνση του μεγαλύτερου ρίσκου, αλλά προς την κατεύθυνση της επιφυλακτικότητας (Stoner 1968).

Ομαδική πόλωση

Εμπνευσμένοι από αυτά τα ευρήματα και με τη θέληση να διερευνήσουν το φαινόμενο πέρα από τη λήψη ριψοκίνδυνων αποφάσεων, οι Moscovici & Zvalloni (1969) κατέδειξαν ότι η ακραία τάση που παρατηρείται στις συλλογικές αποφάσεις αφορά όλα τα αντικείμενα στάσεων (όχι μόνο το ρίσκο) και πρότειναν τον όρο ομαδική πόλωση για να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Τα αποτελέσματα μετεγενέστερων ερευνών σχετικά με το φαινόμενο της πόλωσης στις συλλογικές αποφάσεις έδειξαν ότι η μεταστροφή δεν ακολουθεί κατ' ανάγκη την υπερισχύουσα άποψη στο πλαίσιο της ομάδας συζήτησης, αλλά την άποψη που αντανακλά το πνεύμα των καιρών (το zeitgeist).

Επιπλέον, αυτό που οδηγεί στην πόλωση των αποφάσεων είναι η ποιότητα της συζήτησης, όπου όλοι συμμετέχουν και όπου οι συγκρούσεις δεν επιλύονται χωρίς αντιπαραθέσεις.

Έτσι, σε ένα σημαντικό βιβλίο τους οι Moscovici & Doise (1992) υποστήριξαν ότι η συζήτηση και η αντιπαράθεση, η συμμετοχή και η έκφραση διαφωνιών είναι τα «συστατικά» της συναίνεσης. Η αντιπαράθεση, η συμμετοχή και η ελεύθερη έκφραση της διαφωνίας επιτρέπουν στους ανθρώπους να λάβουν μια απόφαση που δεν αποτελεί συμβιβασμό, μια απόφαση της οποίας ο καθένας νιώθει μέρος της (και ως εκ τούτου δεσμεύεται από αυτή).

Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι αυτές είναι οι διαδικασίες που επιτρέπουν στις κοινωνίες να δημιουργήσουν νέους κανόνες, να αναπτύσσονται και να αλλάζουν. Η κατεύθυνση της αλλαγής δεν είναι τυχαία. Ακολουθεί τον κανόνα που αποδέχονται οι άνθρωποι.

Κοινωνική ταύτιση

Οι θεωρητικοί της αυτοκατηγοριοποίησης επικεντρώθηκαν στις ψυχολογικές διαδικασίες οι οποίες όχι μόνο καθιστούν τη συναίνεση δυνατή, αλλά επενεργούν σε αυτήν. Οι θεωρητικοί αυτοί υποστηρίζουν ότι το πιο σημαντικό μέσο επιρροής είναι η κοινωνική ταύτιση: η αντίληψη του εαυτού ως μέλους μιας ομάδας.

Η διαδικασία της αυτοκατηγορίας, που διαχωρίζει τις ενδοομάδες από τις εξωομάδες, αποτελεί την αφετηρία της διαδικασίας επιρροής. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης οι άνθρωποι σχηματίζουν μια αναπαράσταση σχετικά με το ποιο είναι το πρότυπο της ομάδας και το διαφοροποιούν από τα πρότυπα των άλλων ομάδων.

Η ταύτισή τους με την ομάδα «εγγυάται» την αποδοχή του προτύπου. Συνεπώς, η πόλωση των συλλογικών αποφάσεων είναι το αποτέλεσμα της προθυμίας των μελών της ομάδας να υποστηρίξουν και να διατηρήσουν το πρότυπο που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

Τα άτομα υιοθετούν απόψεις που βρίσκονται πιο κοντά στη στερεοτυπική θέση της ομάδας στην οποία ανήκουν. Επιρροή, λοιπόν, έχουν εκείνοι που μπορούν αν προσφέρουν πληροφορίες σχετικά με το πρότυπο της ομάδας (επιρροή αναφορικής πληροφόρησης).

Μειονοτική επιρροή

Επηρεαζόμαστε όμως μόνο από όσους θεωρούμε ότι ανήκουν στην ομάδα μας;

Οι κοινωνικές απόψεις αναπτύσσονται μέσα από τον αγώνα για άσκηση επιρροής μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων και ομάδων. O Asch έδειξε ότι οι αριθμητικές πλειοψηφίες έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν τους ανθρώπους.

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση των μειονοτήτων; Έχουν τη δύναμη να ασκήσουν επιρροή;

Η ιστορία είναι γεμάτη από ανάλογα παραδείγματα. Συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι εάν μπορούν, αλλά με ποιο τρόπο. Τα μέλη των μειονοτήτων αντιμετωπίζουν ένα σύνολο προκλήσεων.

Είναι ολιγάριθμες, δεν έχουν εξουσία/κύρος και αμφισβητούν την ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων. Εκφράζοντας μια διαφορετική γνώμη δημιουργούν ανομοιογένεια και σύγκρουση

Επιμένοντας στην άποψή τους, οι μειονότητες όχι μόνο δημιουργούν σύγκρουση, αλλά την εντείνουν. Οι μειονότητες παρουσιάζουν τις κρίσεις και τις απόψεις τους ως έχουσες την ίδια αξία, δηλαδή ως ισοδύναμες με αυτές των πλειοψηφιών, και δείχνουν ότι δεν έχουν καμία πρόθεση να υποχωρήσουν.

Πλειοψηφική επιρροή

Οι πλειοψηφίες και οι μειονότητες ασκούν διαφορετικού είδους επιρροή. Οι πλειοψηφίες ασκούν άμεση δημόσια επιρροή, ενώ οι μειονότητες επιφέρουν έμμεση, λανθάνουσα και ιδιωτική αλλαγή. Ο Moscovici και οι συνεργάτες του υποστηρίζουν ότι αυτό εξαρτάται από το στιλ συμπεριφοράς που υιοθετεί η εκάστοτε πηγή επιρροής.

Ενώ η πλειοψηφία χρειάζεται να είναι ομόφωνη για να σκήσει επιρροή, η μειονότητα χρειάζεται να είναι σταθερή. Επομένως, η δύναμη των μειονοτήτων βασίζεται στη σταθερότητά τους. Η πλειοψηφική επιρροή συνδέεται με την κοινωνική αλλαγή και την καινοτομία.

Παραμένοντας σταθερή, η μειονότητα προκαλεί αβεβαιότητα και αμφιβολία, προσελκύει την προσοχή στην ίδια ως οντότητα, προτείνει μια εναλλακτική άποψη, δείχνει αφοσίωση σε αυτήν και υπονοεί ότι η μόνη δυνατή επίλυση της σύγκρουσης είναι η υιοθέτηση αυτής της άποψης.

Συνεπώς, οι μειονότητες χρειάζεται να είναι σταθερές, να φαίνονται ενεργές και αφοσιωμένες, και να παρουσιάζονται αυτόνομες και ευέλικτες.

Θεωρία μεταστροφής του Moscovici

Όταν κάποιος προτείνει μια διαφορετική άποψη για την πραγματικότητα, δημιουργείται μια σύγκρουση μεταξύ της πηγής και του στόχου της επιρροής. Σε σχέση με το θέμα της κοινωνικής επιρροής, ο Moscovici (1976, 1980) πρότεινε τη θεωρία της μεταστροφής. Σύμφωνα με αυτήν, οι άνθρωποι που έρχονται αντιμέτωποι με μια πηγή επιρροής μπορεί να εκδηλώσουν δύο ειδών αντιδράσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι να συγκρίνουν την απάντησή τους με αυτή της πηγής.

Ενδιαφέρονται να μάθουν κατά πόσο η απάντησή τους -αυτό που βλέπουν ή σκέφτονται- συμφωνεί ή διαφωνεί με την αντίστοιχη της πηγής επιρροής.

Σε αυτή την περίπτωση το αντικείμενο ή το περιεχόμενο καθεαυτά δεν έχουν καμία σημασία. Έτσι, μόλις ολοκληρωθεί η δημόσια αλληλεπίδραση και μείνουν πάλι μόνοι, οι άνθρωποι βλέπουν και σκέφτονται αυτό που σκέφτονταν πριν την αλληλεπίδραση.

Αυτός είναι και ο λόγος που διαμορφώνονται δημόσια μόνο εάν η πηγή επιρροής είναι παρούσα, αλλά δεν αλλάζουν τις απόψεις τους.

Όταν έρχονται αντιμέτωποι με την πλειοψηφία -επειδή θεωρούν γενικά ότι δύο ζευγάρια μάτια είναι καλύτερα από ένα-, οι άνθρωποι συγκρίνουν τις απαντήσεις τους με αυτές των πολλών και αρχίζουν να ανησυχούν.

Γιατί δεν βλέπουν το ίδιο πράγμα;

Σε αυτή την περίπτωση η πρώτη τάση θα υπερισχύσει και έτσι η επιρροή θα οδηγήσει στη δημόσια συμμόρφωση.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η προσπάθεια επικύρωσης της απάντησης που δόθηκε από την πηγή επιρροής μέσα από τη σύγκρισή της με το πραγματικό αντικείμενο και την εξέταση του περιεχομένου της.

Οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν να εξακριβώσουν γιατί οι άλλοι απαντούν διαφορετικά. Η διανοητική δραστηριότητά τους συνδέεται άμεσα με το ερέθισμα και καταλήγει σε μια αλλαγή αυτού που βλέπουν και σκέφτονται. Έτσι, αφού ολοκληρωθεί η δημόσια αλληλεπίδραση, η αλλαγή που άρχισε να συντελείται θα διατηρηθεί και σε κάποιες περιτπώσεις μπορεί ακόμη και να ενισχυθεί. Τώρα πλέον οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα διαφορετικά.

Η γνώμη της μειονότητας

Όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια μειονότητα η οποία εκφράζει κάτι απίστευτο, θα προσπαθήσουν να επικυρώσουν αυτή την απάντηση αντιπαραβάλλοντάς τη με την πραγματικότητα. Θα συγκεντρώσουν την προσοχή τους στο ερέθισμα και συνεπώς η επιρροή θα οδηγήσει στη μεταστροφή.

Από την άλλη μεριά, η γνώμη της μειονότητας θεωρείται αυτόματα αβάσιμη, λανθασμένη ή αντίθετη στην κοινή λογική και στην πραγματικότητα, οπότε η πρώτη αντίδραση είναι η αμφισβήτησή της. Στη συνέχεια, εάν η μειονότητα είναι σταθερή στην άποψή της και επιμένει σε αυτήν, κάποιοι άνθρωποι θα σκεφτούν ότι ενδεχομένως η αποκλίνουσα απάντηση να εμπεριέχει κάποια αλήθεια.

Έτσι, θα προσπαθήσουν να επιβεβαιώσουν τη μειονοτική απάντηση αντιπαραβάλλοντάς τη με το ερέθισμα. Κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης είναι δύσκολο να υιοθετήσουν μια τέτοια αποκλίνουσα άποψη. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν η άμεση, έκδηλη επιρροή δεν είναι πολύ σημαντική.

Σε μια ιδιωτική στιγμή ωστόσο, οπότε μπορούν και πάλι να αξιολογήσουν το ζήτημα, το αντιλαμβάνονται διαφορετικά διότι κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης έλαβε χώρα μια διαδικασία επικύρωσης (δηλαδή προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την άποψη της μειονότητας).

Έτσι, σύμφωνα με τον Moscovici, η άμεση επιρροή (συμμόρφωση) είναι ιδιότητα της πλειοψηφικής επιρροής, διότι οι άνθρωποι, όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια πλειοψηφία, εμπλέκονται σε μια διαδικασία κοινωνικής σύγκρισης.

Δεν ενδιαφέρονται για το επιχείρημα, αλλά θέλουν να αποφύγουν τον αποκλεισμό τους από την πλειοψηφία.

Η έμμεση επιρροή (μεταστροφή) είναι ιδιότητα της μειονοτικής επιρροής, διότι, όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια μειονότητα, οι άνθρωποι εξετάζουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά του υπό συζήτηση αντικειμένου και προσπαθούν να επικυρώσουν την άποψή τους.

Συγκλίνων και αποκλίνων τρόπος σκέψης

Άλλοι ερευνητές (Nemeth &Wachtler 1983, Nemeth 1986) υποστηρίζουν ότι, όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με μια πλειοψηφία, αναπτύσσουν ένα συγκλίνοντα τρόπο σκέψης. Ο φόβος ότι θα θεωρηθούν αποκλίνοντες από την πλειονότητα τους προκαλεί μεγαλό άγχος, οδηγώντας τους να εστιάσουν την προσοχή τους αποκλειστικά στην άποψη της πλειοψηφίας.

Αυτό υποδηλώνει ότι οι απόψεις της πλειοψηφίας θα υοθετηθούν -ή θα χρησιμοποιηθούν ως πλαίσιο αναφοράς- εις βάρος οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής οπτικής.

Αντίθετα, η μειονοτική επιρροή ευνοεί έναν αποκλίνοντα τρόπο σκέψης. Η διαφωνία της μειονότητας οδηγεί τους ανθρώπους να εξετάσουν πολλαπλές οπτικές και όχι μόνο αυτή της μειονότητας. Έτσι προωθείται η εξεύρεση νέων λύσεων.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Πολυπολιτισμική πραγματικότητα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr