Οι όροι αντικοινωνική προσωπικότητα και ψυχοπαθητικότητα χρησιμοποιούνται συχνά εναλλάξ. Όντως, στο DSM-IV-TR οι διαγνώσεις της αντικοινωνικής προσωπικότητας και της ψυχοπαθητικότητας συνδυάστηκαν κάτω από την κατηγορία της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας, κάτι που δεν συνέβαινε στο DSM-III.

Αντικοινωνική συμπεριφορά και ψυχοπαθητική συμπεριφορά

Οι επικριτές του DSM-IV-TR θεωρούν ότι αυτή η προσπάθεια δεν υπήρξε επιτυχής και ότι οι δύο αυτές διαταραχές δεν είναι συνώνυμες, αλλά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική μακροπρόθεσμη έκβαση.

Επειδή δεν υπάρχουν διαφοροδιαγνωστικά κριτήρια στο DSM, όσοι διακρίνουν την αντικοινωνική συμπεριφορά από την ψυχοπαθητικότητα χρησιμοποιούν συνήθως τα κριτήρια που διατύπωσε ο Hare (1991) για να ορίσει την ψυχοπαθητικότητα.

Σύμφωνα με αυτά, υπάρχουν δύο βασικές ομάδες συμπεριφορών που είναι χαρακτηριστικές στα άτομα με ψυχοπαθητικότητα: η συναισθηματική αποσύνδεση και ο αντικοινωνικός τρόπος ζωής.

Η συναισθηματική αποσύνδεση αναφέρεται στην απουσία της ικανότητας επεξεργασίας των συναισθηματικών πληροφοριών και στη συνακόλουθη έλλειψη κατανόησης και αδιαφορίας για τα συναισθήματα των άλλων.

Αυτό είναι το καθοριστικό χαρακτηριστικό, σύμφωνα με τον Hare, της ψυχοπαθητικότητας.

Χρησιμοποιώντας τον παραπάνω ορισμό, ο Hare βρήκε ότι ποσοστό 80% και πλέον των εγκληματιών μπορούσε να υπαχθεί στην κατηγορία της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας: από αυτούς μόνο 15% με 25% πληρούσε τα κριτήρια για ψυχοπαθητικότητα (Hare et al., 2000), εύρημα που υποστήριξε το επιχείρημα περί ύπαρξης κλινικών διαφορών μεταξύ των δύο διαταραχών.

Η εμφανής σύγχυση μεταξύ αντικοινωνικής προσωπικότητας και ψυχοπαθητικότητας φαίνεται και στη σχετική βιβλιογραφία. Κάποιες μελέτες της αντικοινωνικής προσωπικότητας περιλαμβάνουν αυτό που ο Hare και άλλοι ορίζουν ως «ψυχοπαθητικότητα». Άλλες έρευνες εστιάζονται κυρίως στην στην ψυχοπαθητικότητα όπως έχει οριστεί από τον Hare.

Επειδή η ψυχοπαθητικότητα συνδέεται με αντικοινωνικό τρόπο ζωής, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί από τους παράγοντες που προδιαθέτουν για την εμφάνιση αντικοινωνικής συμπεριφοράς συνδέονται επίσης με την ψυχοπαθητικότητα.

Αυτό που διαφοροποιεί την ψυχοπαθητικότητα από την αντικοινωνική προσωπικότητα είναι οι διαφορετικοί νευρολογικοί παράγοντες που συνδέονται αποκλειστικά με τη συναισθηματική αποσύνδεση και το περιορισμένο εύρος ή βάθος των συναισθημάτων, που είναι κυρίαρχα στοιχεία της διαταραχής.

Θεραπεύεται η ψυχοπαθητικότητα;

Τα ψυχοπαθητικά άτομα δεν αναζητούν θεραπεία και οι περισσότερες παρεμβάσεις εφαρμόζονται μέσα στη φυλακή ή σε άλλα σωφρονιστικά καταστήματα. Λόγω της έλλειψης κινήτρου για αλλαγή, η ψυχοπαθητικότητα έχει θεωρηθεί μη θεραπεύσιμη διαταραχή, παρόλο που ορισμένοι διαφωνούν με αυτή την κάπως αρνητική άποψη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τρεις ανασκοπήσεις της θεραπείας της ψυχοπαθητικότητας που έχουν εκδοθεί με διαφορά δύο ετών και κάνουν ουσιαστικά ανασκόπηση της ίδιας βιβλιογραφίας.

Ο Salekin (2002) διενήργησε μετα-ανάλυση των δεδομένων από 42 μελέτες και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ενώ η ηλεκτροσπασμοθεραπεία και οι θεραπευτικές κοινότητες αποδείχθηκαν σχετικά αναποτελεσματικές παρεμβάσεις, η χρήση ψυχαναλυτικής και γνωσιακής θεραπείας μπορεί να επιτύχει καλά αποτελέσματα.

Οι Reid & Gacono (2000), αφού αξιολόγησαν σχεδόν την ίδια βιβλιογραφία, υπήρξαν πιο απαισιόδοξοι στα συμπεράσματά τους, σημειώνοντας ότι δεν μπόρεσαν να βρουν ενδείξεις για συνεπή θεραπευτικά οφέλη μετά από οποιαδήποτε μορφής θεραπεία.

Τέλος, οι Wong & Hare (2000) εξέφρασαν την άποψη ότι, από τις 74 εμπειρικές μελέτες που κατάφερναν να εντοπίσουν, μόνο δύο είχαν διενεργηθεί σωστά, και ότι τα ευρήματα ήταν τόσο αδύναμα ώστε δεν μπορούσε να διαπιστωθεί αν κάποια παρέμβαση ήταν αποτελεσματική.

Η μέτρηση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων θεραπείας της ψυχοπαθητικότητας ενέχει αρκετά προβλήματα.

Ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό των ψυχοπαθητικών ατόμων είναι ότι ψεύδονται και αντιμετωπίζουν με χειριστικό τρόπο τους άλλους, γι' αυτό και οι μετρήσεις αυτοαναφοράς πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολλή προσοχή.

Ούτε οι μετρήσεις της συμπεριφοράς όμως είναι αξιόπιστες. Αυτό φάνηκε στα αποτελέσματα της έρευνας των Seto & Barbaree (1999), στην οποία εξετάστηκε η επίδραση ενός προγράμματος πρόληψης υποτροπών για παραβάτες σεξουαλικών εγκλημάτων.

Το δείγμα περιλάμβανε μεγάλο εύρος ατόμων, και όχι μόνο ψυχοπαθητικούς. Εξετάστηκε η σχέση μεταξύ της εμφανούς προόδου που σημειωνόταν στη θεραπεία -όπως αυτή φαινόταν από τη συμπεριφορά μέσα στη συνεδρία, την ποιότητα των εργασιών για το σπίτι και τη βαθμολογία του θεραπευτή αναφορικά με το κίνητρο και την «πρόοδο»- και της συχνότητας επανάληψης της παραβατικής πράξης μετά τη θεραπεία.

Στα μη ψυχοπαθητικά άτομα, η μεγαλύτερη βελτίωση μέσα στη θεραπεία προέβλεπε χαμηλότερα επίπεδα επανάληψης της εγκληματικής πράξης μετά την αποφυλάκιση.

Αντίθετα, δεν υπήρχαν θετικές συσχετίσεις μεταξύ της εμφανούς προόδου μέσα στη θεραπεία και της συχνότητας των παραβάσεων που διέπραξαν τα ψυχοπαθητικά άτομα τα οποία συμμετείχαν στο πρόγραμμα: η μεγαλύτερη εμφανής πρόοδος σχετιζόταν με υψηλά επίπεδα παραβάσεων.

Φαίνεται ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν σε θέση να μάθουν τις αντιδράσεις που ο θεραπευτής θεωρούσε ενδεικτικές της προόδου τους και μπορούσαν να τις μιμηθούν και να τις επιδείξουν.

Όσοι ήταν καλύτεροι σε αυτή την προσομοίωση ήταν επίσης πιο πιθανό να επαναλαμβάνουν την παραβατική πράξη. Η θεραπεία δεν άλλαξε τα υποβόσκοντα κίνητρα της συμπεριφοράς τους.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr