Η αρχική ιδέα για το άρθρο ξεκίνησε μέσα από την παρατήρηση κοντινών μου προσώπων και την συνεχή μάχη τους με τη ζυγαριά. Μια μακροχρόνια, επίπονη  μάχη με πολλές ήττες, ελάχιστες νίκες, οπισθοχωρήσεις, φαύλους κύκλους διατροφικών προγραμμάτων και υπερκατανάλωσης αγαπημένων φαγητών. Με τελικό  θύμα πάντα τον εαυτό τους, που εισέπρατε φοβερή αυτοκριτική μπροστά στον καθρέφτη.

Ξεκίνησα λοιπόν,  μια προσωπική αναζήτηση για να κατανοήσω τις αιτίες που μας οδηγούν σε τόσες αποτυχημένες προσπάθειες να ελέγξουμε τον εαυτό μας (να ράψουμε δηλαδή το στόμα μας) και να μπορέσουμε να σταθεροποιήσουμε τη ζυγαριά σε ένα επιθυμητό βάρος.  Όπως όλοι, ήξερα βέβαια από την αρχή ότι ο χρυσός κανόνας απώλειας βάρους ήταν η διατροφή και η άσκηση. Παρατηρώντας όμως τους ανθρώπους γύρω μου, φαινόταν απίστευτα ακατόρθωτο κάτι τέτοιο. Φαινόταν πολυ δύσκολο να σταματήσουν να υποκύπτουν σε  αγαπημένες συνήθειες όπως το «μασούλημα» μπροστά στην τηλεόραση ή την κατανάλωση γλυκών/αλμυρών σε στιγμές συναισθηματικής φόρτισης και αδυναμίας. Και δώστου να ξαναρχίζουν διατροφή και γυμναστήριο κάθε Δευτέρα ,ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά  θα έιναι διαφορετικά. Ενώ στο τέλος κάθε Δευτέρας, πολλές  από τις  προσπάθειες κατέληγαν στο «καλά τα κατάφερα, ας φάω μια σοκολατίτσα για ανταμοιβή ή για να χαλαρώσω από την πίεση της ημέρας».

Γιατί λοιπόν είναι  τόσο δύσκολο να ισορροπήσουμε τη διατροφή με την άσκηση και να πετύχουμε την πολυπόθητη ενεργειακή ισορροπία που χρειάζεται το σώμα μας?

O καθένας από εσάς που αγωνίζεται με τα κιλά του ξέρει, πως το να ελέγχει υπερφαγικά επεισόδια δεν είναι απλά θέμα μείωσης της ποσότητας φαγητού ή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας. Η παρόρμηση να υπερκαταναλώσουμε έχει μεγάλη δύναμη και το φαγητό ,όπως και  η διατροφική μας συμπεριφορά γενικότερα, είναι γεμάτα με κοινωνικά, πολιτιστικά και συναισθηματικά μηνύματα. “Comfort food”  ή «παρηγορητικό φαγητό» είναι η έκφραση που χρησιμοποιείται στους ψυχοθεραπευτικούς κύκλους για να περιγράψει τις τροφές που επιλέγουμε όταν είμαστε πιεσμένοι, θλιμένοι,θυμωμένοι, απογοητευμένοι…..ακόμα και ευτυχισμένοι.

Πράγματι ,έχει αποδεικτεί ότι κάποια φαγητά όπως τα λιπαρά, τα γλυκά και οι υδατάνθρακες επηρεάζουν τη διάθεση μας. Οι υδατάνθρακες αυξάνουν την τριπτοφάνη (ένα αμινοξύ που βρίσκεται κυρίως στις πρωτεινες), η οποία  με τη σειρά της αυξάνει τα επίπεδα σεροτονίνης στο αίμα, βελτιώνοντας  έτσι  τη διάθεση μας. Επομένως, το πιο ισχυρό μήνυμα που είναι συνδεδεμένο με το φαγητό είναι η ικανότητα τη  τροφής να μας προσφέρει χαρά, ανακούφιση και παρηγοριά. Ετσι  εξηγούνται και οι ώρες μπροστά στη τηλεόραση με τη σοκολάτα, τα μπισκότα ή τα πατατάκια παραμάσχαλα.

Όι ερευνητές μιλούν για μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων που συνδέονται με αυτές τις «παρηγορητικές» τροφές.  Ο μηχανισμός αυτός, δηλαδή η συναισθηματική σχέση  με ορισμένες τροφές, δημιουργείται στη παιδική ηλικία. Όταν, για παράδειγμα,  οι γονείς μας μας παρότρυναν να φάμε τα λαχανικά που σιχαινόμασταν όταν ήμασταν μικρά, δελεάζοντας μας  με διάφορα λαχταριστά επιδόρπια, ο παιδικός μας εγκέφαλος άρχιζε να κάνει τις σχετικές συνδέσεις.Με άλλα λόγια,ανέπτυσε προτίμηση για το παγωτό ή το γλυκό που θα ακολουθούσε και  όχι για τον αρακά, τα φασολάκια ή τις μελιτζάνες.

Ακόμα όμως και οι προσδοκίες των γονιών μας να τελειώσουμε όλο μας το φαγητό επειδή τα παιδάκια της  Αφρικής δεν είχαν τη δική μας τύχη,βοηθούσε τον σύνδεσμο να αναπτυχθεί και έτσι ως ενήλικες, μερικοί από μας, να βιώνουμε τη παρόρμηση να καταναλώσουμε ότι έχουμε βάλει στο πιάτο μας ,να αγχωνόμαστε  όταν πετάμε φαγητό στα σκούπιδια, αλλά και να καταφεύγουμε σε «παρηγορητικές» τροφές όταν έχουμε ανάγκη από παρηγοριά, ανακούφιση ή/και επιβράβευση.

Η υπερφαγία μαθαίνεται!

Η υπερφαγία λοιπόν είναι μια συμπεριφορά που μαθαίνεται και γίνεται τρόπος ζωής. Οι τροφές που επιλέγουμε για κατανάλωση αλλά και οι συμπεριφορές μας γύρω από το φαγητό μαθαίνονται  κατά την παιδική μας ηλικία από το  οικογενειακό μας περιβάλλον, μέσα από τη διαδικασία της μίμησης και μέσα από ένα σύστημα ενισχυτικών συμπεριφορών, όπως όταν δίνουμε στα παιδιά μας φαγητό ως επιβράβευση.

Οι περισσότερες έρευνες επίσης υποστηρίζουν ότι οι υπέρβαροι άνθρωποι είναι εκείνοι που τρώνε περισσότερο όταν βιώνουν αρνητικά συναισθήματα. Παρόλο όμως που υπάρχουν σημαντικές αποδείξεις για το ρόλο ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων για την  εξήγηση της παχυσαρκίας και τη δυσκολία απώλειας/ διατήρησης ενός φυσιολογικού βάρος, οι παραδοσιακές παρεμβάσεις για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας συνεχίζουν να δίνουν την μεγαλύτερη ευθύνη στο υπερβαρο άτομο. Όταν το άτομο  δεν χάνει βάρος , κριτικάρεται ως «τεμπέλης», «Χωρίς κίνητρο», «μη συνεργάσιμο».

Στην  πραγματικότητα όμως, και τα άτομα με προβλήματα βάρους το ξέρουν καλυτερα αυτό, η προσπάθεια απώλειας βάρους και η εφαρμογή ενός προγράμματος διατροφή είναι από μόνη της μια δύσκολη διαδικασία. Οι υπέρβαροι άνθρωποι δεν ταίζουν μόνο την βιολογική αλλά και την συναισθηματική τους πείνα. Έτσι, μια  δίαιτα στερεί από το άτομο όχι μόνο αυτόν τον μηχανισμό συναισθηματικής καταπραυνσης αλλά και τη κοινωνική πλευρά του φαγητού. Όπως όλοι  ξέρουμε τα γεύματα είναι συχνά  και ένας  τρόπος επαφής με άλλους ανθρώπους. Ετσι  το να ακολουθήσουμε ένα πρόγραμμα διαίτης μας στερεί αυτό τον τρόπο κοινωνικής επαφής και αυξάνει την αίσθηση απομόνωσης  που μπορεί  ήδη να βιώνουμε, με αποτέλεσμα να ολισθαίνουμε σε όλο και  περισσότερα υπερφαγικά επεισόδια για να ανακουφιστουμε.

Επιπλέον, η αρνηση και η προσπάθεια να μείνουμε συνειδητά μακριά από κάποιες τροφές, κάνει αυτές τις τροφές ακόμα πιο ελκυστικές. Δημιουργείται έτσι, μια κατάσταση όπου το άτομο σκέφτεται συνέχεια το φαγητό, ενώ  κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες να μην ενδώσει σ αυτές τις σκέψεις. Ειναι σα να προσπαθούμε να επιβάλουμε στον εαυτό μας να μην σκέφτεται έναν μεγάλο άσπρο ελέφαντα. Όσο περισσότερη προσπάθεια όμως καταβάλουμε να μην το σκεφτόμαστε τόσο περισσότερο διογκώνεται ο άσπρος ελέφαντας στο μυαλό μας. 

Φαίνεται λοιπόν ότι η παχυσαρκία δεν είναι μόνο συνέπεια του τρώω πολύ ασκούμε λίγο ή καθόλου, αλλά  και άλλων παραγόντων  oι οποίοι προωθούν την υπερκατανάλωση φαγητού για συναισθηματικούς λόγους. Ετσι η προσπάθεια να κρατούσε υπο έλεγχο το βάρος μας μέσα από αυστηρές δίαιτες συχνά  εκπισωκροτεί .Το φαγητό αρχίζει να γίνεται εμμονή και το πρώτο ολίσθημα βρίσκεται στην γωνία.Η ανάγκη να υπερτρώμε και να βάζουμε λίπος δεν είναι ελάττωμα αλλά κάτι που είναι κοινό σε όλους μας.  Χρειάζεται δηλαδή να καταλάβουμε ότι η παχυσαρκία δεν είναι κάτι για το οποίο ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το ίδιο το άτομο.Για αυτό και στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα εξηγήσουμε γιατι η συναισθηματική κατανάλωση τροφής είναι ως ένα βαθμό φυσιολογική αλλά και για ποιους λόγος συχνά γίνεται κατάχρηση, οδηγώντας πολλούς από εμάς στην παχυσαρκία.

Παραπάνω, εξηγήσαμε ότι η υπερφαγία μαθαίνεται κατά την παιδική ηλικία μέσα από ένα μηχανισμό ενισχυτικών συμπεριφορών όταν οι γονείς μας χρησιμοποιούν το φαγητό ως τρόπο επιβράβευσης και τιμωρίας. Ετσι πολλοί από εμάς  αποκτάμε μια συναισθηματική σχέση με το φαγητό στην οποία καταφεύγουμε όταν νιώθουμε πιεσμένοι και συναισθηματικά ευάλωτοι. 

Πόσο φυσιολογική όμως είναι αυτή η σχέση και πότε αρχίζει να γίνεται πρόβλημα?

Αν διαβάζοντας το πρώτο μέρος είχατε αρχίσει να νιώθετε άσχημα για την έλλειψη αυτο-ελέγχου, σκεφτείτε ότι όλοι μας έχουμε κληρονομήσει από τους  προγόνους μας την ανάγκη

να καταναλώνουμε οποιαδήποτε στιγμή, να βάζουμε βάρος εύκολα και να το χάνουμε δύσκολα, γιατί αυτός  ο μηχανισμός βοηθούσε τους  ανθρώπους των σπηλαίων να επιβιώσουν σε περιόδους λοιμού. Έτρωγαν όταν έβρισκαν και όσο έβρισκαν και αποθήκευαν  λίπος, το οποίο χρησιμοποιούσε το  σώμα τους σε σε περιόδους που το κυνήγι ή η συγκομιδή ήταν περιορισμένη.

Εχοντας  λοιπόν μια τέτοια κληρονομιά , η δημιουργία και η διατήρηση μιας καλής σχέσης με το φαγητό είναι δύσκολη και γίνεται ακόμα δυσκολότερη με τις φθηνές και πολυπληθείς ποσότητες και τα είδη φαγητών που υπάρχουν γύρω μας. Για τον σύγχρονο άνθρωπο, το φαγητό είναι τόσο φθηνό και άφθονο που μπορεί να το χρησιμοποιεί για κάθε είδους κοινωνικές και συναισθηματικές εκδηλώσεις. Αυτές οι χρήσεις βέβαια δεν είναι καινούργιο φαινόμενο  αλλά συμβαίνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια. Απλά τώρα το φαγητό είναι περισσότερο διαθέσιμο και φθηνότερο από ποτέ.

Κατά συνέπεια, η  συναισθηματική χρήση του φαγητού είναι φυσιολογική ως ένα βαθμό αφού όλες οι κοινωνίες συμματοδοτούν συναισθηματικά γεγονότα μ αυτό . Για πολλούς από μας όμως η κατάχρηση αυτού του μηχανισμού έχει μετατρέψει το φαγητό σε εχθρό. Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, τι πρέπει να τρώμε για να είμαστε υγιείς και ικανοποιημένοι αλλά δυσκολευόμαστε να το εφαρμόσουμε και να το διατηρήσουμε. Και έχοντας αποτύχει αρχίζουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας και ….να τρώμε ακόμα περισσότερο!

Στην πραγματικότητα όμως, κανείς από εμάς δεν θέλει να είναι δυστυχισμένος. Όλοι προσπαθούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας με τον καλύτερο τρόπο που ξέρουμε. Ενας άνθρωπος όμως που στερεί τον εαυτό  του τροφής μέχρι θανάτου, που υπερτρώει και κάνει εμετό, που μασάει και φτύνει το φαγητό , που τρώει όλη μερα χωρίς να υπάρχει άυριο,  κάνει το καλύτερο  που μπορεί για να φροντίσει τον εαυτό του?

Η απάντηση σ αυτή την ερώτηση είναι ότι όλοι μας υοθετούμε στρατηγικές που μαθαίνουμαι  μέσα από το είδος της σχέσης που είχαμε ως παιδιά με τους φροντιστές μας(γονείς κτλ).Κανείς μας δεν γενιέται με δεξιότητες αντιμετώπισης των καθημερινών προκλήσεων που μας παρουσιάζονται, αλλά τις μαθαίνουμε μεγαλώνοντας. Φυσικά, κανένας γονιός, όσο καλά εκπαιδευμένος και πρόθυμος και αν είναι, δεν μπορεί να καταπραυνει και να προστατεύσει το παιδί του απ  όλες τις προκλήσεις και τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στη ζωή του.  Κάθε μωρό έρχεται στο κόσμο με διαφορετική ιδιοσυγκρασία η οποία επίσης επηρεάζει πως θα ανταποκριθεί στο περιβάλλον του.

Είναι όμως σημαντικό κάθε γονιός να  διδάξει το παιδί του πώς να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες   μόνος/η του. Αυτό που φαίνεται να συμβαίνει, είναι ότι τα μικρά παιδιά μαθαίνουν να μιλούν στον εαυτό τους και στους άλλους, όπως  μιλούν σε αυτά  οι κοντινοί τους  άνθρωποι. Όταν οι αντιδράσεις των ατόμων που μας φροντίζουν μεγαλώνοντας  είναι θετικές στις αποτυχίες και στις ανησυχίες μας μαθαίνουμε και εμείς να κάνουμε το ίδιο και στον εαυτό μας.

Τι γίνεται όμως όταν οι φροντιστές μας δεν καταφέρνουν να δώσουν θετική αντίδραση στις δύσκολες στιγμές μας καθώς μεγαλώνουμε

Πιθανά λάθη και ανικανότητα των φροντιστών μας δεν οφείλονται βέβαια σε κακές προθέσεις. Πολλοί γονείς βρίσκουν συχνά τον εαυτό τους σε καταστάσεις που μειώνουν την ικανότητα τους να δώσουν την απαραίτητη προσοχή και φροντίδα στα παιδιά τους.Βεβαια, κανένας γονιός δεν είναι τέλειος αλλά ούτε και χρειάζεται να είναι αφού είναι απαραίτητη και η έκθεση μας σε  δύσκολες κατάστασεις, και  σε λάθη, ώστε να μάθουμε και να βελτιωθούμε μέσα από αυτές.

Είναι όμως πιο πιθανό να  αντιμετωπίσουμε τα λάθη μας με συμπόνια και κατανόηση  αν αυτό βιώσαμε ως παιδιά από τους μεγάλους. Αν όμως μας  έβλεπαν σαν ένα «κακό, ενοχλητικό , εκνευριστικό» πλάσμα, αυτό το μήνυμα θα ριζώσει μέσα μας και θα μας ακολουθεί!

Τα τελευταία 20 χρόνια έχει αρχίσει να γίνεται ξεκάθαρη η σχέση ανάμεσα σε δύσκολα «ξεκινήματα» παιδικής ηλικίας και διατροφικά προβλήματα. Πολλοί άνθρωποι ( που είτε τρώνε πολύ ή δε τρώνε ) χρησιμοποιούν το φαγητό ως τρόπο απόσπασης και προστασίας του εαυτού τους από το να έρθουν αντιμέτωποι με αρνητικές σκέψεις, συναισθήματα,μνήμες. Δεν έχουν μάθει και δεν ξέρουν άλλο τρόπο αντιμετώπισης,  έτσι λοιπόν χρησιμοποιούν το φαγητό για να αυτό-θεραπευτούν. Όπως ήδη είπαμε, η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού έχει αποδεικτεί ότι είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος  αυτό-καταπράυνσης ( self-soothing) γιατί επηρεάζει τις χημκές ουσίες του εγκεφάλου που μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα. Και φυσικά μια τέτοια θετική συμπεριφορά έχει μεγάλες πιθανότητες να ενισχυθεί και να ξαναεπαναληθευτεί.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η παχυσάρκια και ο διαταραγμένος τρόπος διατροφής είναι η σωματική έκφραση μιας  ακατάπαυστης συναισθηματικής πείνας, την οποία πολλοί από εμάς βιώνουμε ως συναισθηματικό κενό. Οι ρίζες της βρίσκονται συνήθως σε παιδικά βιώματα που δεν ήταν αρκετά ικανοποιητικά ώστε να επιτρέψουν στο άτομο να μεγαλώσει με την αίσθηση ότι είναι αγαπητό. Οταν λοιπόν αυτό το άτομο φτάνει στην ενήλικη ζωή του, συνεχίζει να έχει μέσα του το κομμάτι ενός δυστυχισμένου και αναξιαγάπητου παιδιού. Συνεχίζουμε να έχουμε ανάγκη για αγκάλιασμα,αγάπη, φροντίδα. Όμως αυτές οι «παιδικές, συναισθηματικές ανάγκες» δεν μπορούν να καλυφτούν εύκολα στην ενήλικη ζωή,από τους ανθρώπους γύρω μας και συχνά χρησιμοποιούμε το φαγητό ως τρόπο αυτό-καταπραυνσης  του συναισθηματικού κενού που νιώθουμε.

Δυστυχώς, αυτές οι ανάγκες δεν μπορούν ούτε με τα τσιμπολογήματα να καλυπτούν. Αντίθετα, αυτό που ξεκινάει ως λύση σε κάποιο πρόβλημα, γίνεται  πρόβλημα και το αρχικό παραμένει άλυτο.Το καλύτερο, επομένως, που μπορούμε να κάνουμε για τον εαυτό μας είναι καταρχήν, να αναγνωρίσουμε ότι ο διαταραγμένος τρόπος διατροφής μας  ήταν η καλύτερη στρατηγική επιβίωσης που είχαμε στη διάθεση μας στα παιδικά μας χρόνια και τον οποίο εξακολουθούμε να  χρησιμοποιούμαι σαν ενήλικες παρόλου που ξέρουμε  ότι δεν λειτουργεί.

Με άλλα λόγια, η παχυσαρκία  ή τα όποια προβλήματα διατροφής, δεν χρειάζεται να είναι ντροπή αλλά να καταλάβουμε ότι είναι η μέθοδος που έχουμε αναπτύξει για να αντιμετωπίζουμε τις συναισθηματικές μας δυσκολίες. Είναι λοιπόν εμφανές ότι  αυτό που το υπέρβαρο άτομο χρειάζεται είναι να μάθει εναλλακτικούς και πιο υγιεινούς τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών αυτών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μια ασφαλή θεραπευτική σχέση με ένα επαγγελματία ψυχολόγο-θεραπευτή.


Ευη Τσουρλάκη
Κλ.Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Συγγραφή Άρθρου

Νίκος Μεταξάς

e psy logo twitter2Συντάκτης στην Πύλη Ψυχολογίας - Psychology.gr
Μετάφραση, απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr