Ψυχαναγκασμοί: Τα ανυπόφορα "πρέπει" που εισβάλλουν στη σκέψη, οι εσωτερικοί "εκβιασμοί" του μυαλού, «εάν δεν ελέγχω το σώμα μου κάθε μέρα, δεν θα προλάβω την ασθένεια», «πρέπει να κάνω πολύωρα μπάνια, αλλιώς τα μικρόβια θα με μολύνουν», και η αστείρευτη ανάγκη για έλεγχο, αφορούν σοβαρές δυσλειτουργίες της σκέψης που έχουν την ρίζα τους στην αποφυγή ενός επικείμενου κινδύνου ή αγχογόνου παράγοντα.

Οι ψυχαναγκασμοί και η ανάγκη για έλεγχο

Ειδικότερα, οι ψυχαναγκασμοί συνιστούν επίμονες, επαναλαμβανόμενες και ανεπιθύμητες σκέψεις, ιδέες, ή ακόμη και εικόνες και παρορμήσεις που έρχονται και φεύγουν ακούσια, είναι ανεξέλεγκτες, επιβλητικές και παρεισφρέουν στον τρόπο σκέψης του ατόμου.

Το άτομο που βιώνει έντονους ψυχαναγκασμούς ζει μια βασανιστική καθημερινότητα, και προκειμένου να εξουδετερώσει τις σκέψεις που επιφέρουν τόσο άγχος και δυσφορία προβαίνει σε καταναγκαστικές πράξεις.

Οι καταναγκασμοί με τη σειρά τους έχουν διάφορες αποχρώσεις. Μπορεί να έχουν έναν πρακτικό χαρακτήρα, δηλαδή το πλύσιμο χεριών, η συμμετρία στα αντικείμενα, οι συνεχόμενες ιατρικές εξετάσεις υπό τον φόβο της αρρώστιας, αλλά και άλλοι που είναι κυρίως νοητικοί και πραγματεύονται υπό μυστικότητα, όπως οι προσευχές, η υπερανάλυση των σκέψεων, η υπέρμετρη προσπάθεια να στρέψουμε αλλού την προσοχή.

Ο διαταραγμένος χαρακτήρας του ψυχαναγκασμού/καταναγκασμού.

Ο καταναγκασμός προάγει μια πρόσκαιρη ανακούφιση μιας και καθησυχάζει το άτομο ότι οι φοβικές σκέψεις δεν θα γίνουν πραγματικότητα. Η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική τάση μετατρέπεται σταδιακά σε διαταραχή όταν πια το άτομο βιώνει τις σκέψεις και τις συμπεριφορές επαναλαμβανόμενα, έντονα, όταν υπάρχει πολύωρη ενασχόληση με αυτά μέσα στην ημέρα και σχεδόν κάθε μέρα, μειώνοντας σημαντικά τη λειτουργικότητά του και την απόλαυση που μπορεί να πάρει από τη ζωή.

Η ταυτότητα του ψυχαναγκασμού                              

Ο φαύλος κύκλος μοιάζει ατέρμονος. Το άτομο μπορεί να έχει αυξημένη εναισθησία, δηλαδή επίγνωση της δυσλειτουργικότητας των σκέψεων και πράξεων, ωστόσο είναι δύσκολο να αντισταθεί. Μάλιστα, όταν φτάσει η κατάσταση να γίνεται επώδυνη, το άτομο νιώθει ότι χάνει τη ταυτότητά του, το ποιος είναι, τι στόχους έχει, πως έχει αφήσει τον εαυτό του.

Νιώθει ότι κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει να αποδράσει από αυτήν την ακατανίκητη δύναμη των ‘πρέπει’. Συνήθως η τελειομανία και το αίσθημα της υπερ-υπευθυνότητας υποβόσκουν όσο αφορά την προσωπικότητα.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η ανάγκη για έλεγχο μέσω των καταναγκασμών, αντανακλά την ανάγκη να θέσει το άτομο μια συναισθηματική τάξη στη ζωή του.

Η συμπεριφορά δεν είναι πάντα αυτή που φαίνεται. Η φοβική ιδέα που μας ταράζει στο εδώ και τώρα, δύναται να είναι μια παραλλαγή ενός πραγματικού αλλά βαθύτερου φόβου. Για παράδειγμα, ο ψυχαναγκασμός και ο φόβος της ασθένειας ‘θα αρρωστήσω’, ‘θα κολλήσω’, ‘τι έχω τελικά’, μπορεί να καθρεφτίζει καθρεφτίζεται μια βαθύτερη, υποσυνείδητη ανάγκη του ‘θέλω περισσότερη φροντίδα και προσοχή’, ‘θέλω κάποιος επιτέλους να νοιάζεται για μένα’’, ‘θα ήθελα περισσότερη αγάπη’.

Ο ψυχαναγκασμός που αναπτύσσεται σε κάθε άνθρωπο δεν είναι τυχαίος, και ξεσπά για να ελέγξει το άτομο κάποια ανάγκη ή ένα εσωτερικό αλλά ανοιχτό τραύμα. 

Το άτομο που υποφέρει από ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή, αισθάνεται ότι είναι αναγκασμένο να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του εξαρτώμενο από τις σκέψεις του.

Νιώθει αβοήθητο και το αίσθημα απελπισίας οξύνεται. Η κοινωνική απόσυρση γίνεται αυτοβούλως, μιας και το άτομο νιώθει ότι η δυσλειτουργία του δεν του επιτρέπει να συναναστρέφεται με κόσμο, οι σχέσεις του κινδυνεύουν και νιώθει υπαίτιο για τη δυσκολία συμβίωσης με σύντροφο, με οικογένεια, η αποδοτικότητα στην εργασία δεν είναι πια η ίδια, και η διάθεση και η αίσθηση της επάρκειας χωλαίνουν.

Είναι πολύ συχνό φαινόμενο λόγω αυτών των δυσκολιών να αναφύονται καταθλιπτικά συμπτώματα (απώλεια ευχαρίστησης, αίσθημα κενού, προβλήματα στον ύπνο, στην όρεξη για φαγητό).

Οι ψυχαναγκασμοί οδηγούν σε παρερμηνείες, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν αρνητικά τη διάθεση, η οποία διάθεση οδηγεί σε περισσότερους ψυχαναγκασμούς.

Το πυροδοτικό στοιχείο εδώ είναι η αρνητική αξιολόγηση του εαυτού, η αυτό-αμφισβήτηση και η αυτοκριτική. Συνήθως, αυτά έρχονται ως απόρροια των παρερμηνειών και διαστρεβλώσεων γύρω από τον ψυχαναγκασμό, «η απροσεξία μου στο σπίτι θα προκαλέσει ατυχήματα, εάν συμβεί κάτι θα είμαι μια αποτυχία, θα είμαι ανίκανος, άχρηστος, θα είμαι υπεύθυνος για το κακό που θα έρθει, δεν αξίζω να μεγαλώνω εγώ τα παιδιά μου, είμαι αποκρουστική σύζυγος’.

Η διαστρεβλωμένη σκέψη και οι παράπλευρες σκέψεις που συνοδεύουν τον ψυχαναγκασμό «πρέπει να είμαι προσεκτική γιατί θα συμβεί ατύχημα», αλλοιώνουν ακόμα περισσότερο την εικόνα του εαυτού, την αυτοεκτίμηση, κάτι που ακολούθως επηρεάζει και την διάθεσή μας (κατάθλιψη).

Και όταν η διάθεση πέφτει γινόμαστε περισσότερο ευάλωτοι στους ψυχαναγκασμούς. Και οι επόμενοι ψυχαναγκασμοί γίνονται πιο έντονοι, βασίζοντας τις σκέψεις σε συναισθήματα και προσωπικές εκτιμήσεις για τον εαυτό χωρίς να μπορούμε να τα αξιολογούμε με τη ρεαλιστική ματιά, π.χ. "είναι φυσιολογικό να μου κόβεται η ανάσα όταν πάω για γυμναστική, ειδικά τώρα που δεν έχω καλή φυσική κατάσταση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχω πρόβλημα με την καρδιά μου ή τους πνεύμονες. Μοιάζει, λοιπόν, σαν το ένα να υποβοηθάει το άλλο, ο ψυχαναγκασμός εντείνει την αρνητική διάθεση, που με σειρά της εντείνει τους ψυχαναγκασμούς. Οι έρευνες αναδύουν ότι η κατάθλιψη συντηρεί σθεναρά την ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή λόγω αυτού του φαύλου κύκλου.

katanagkasmoi 02

Η ώρα της Τιμωρίας: Οι υποθέσεις γύρω από την επίδραση της τιμωρίας στην ανάπτυξη ψυχαναγκαστικής – καταναγκαστικής διαταραχής.

Μια παλιά αλλά καλά εδραιωμένη θέση είναι ότι τα αρνητικά γεγονότα κατά την παιδική ηλικία, (απώλεια γονέων, λεκτική/σωματική/σεξουαλική κακοποίηση), ο ανασφαλής δεσμός με τους γονείς, συνηγορούν στην ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. Ένα τιμωρητικό πλαίσιο έχει συνδεθεί με ποικίλες δυσλειτουργίες που εμφανίζονται σταδιακά στη ζωή. Ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων με αγχώδεις διαταραχές συμπεριλαμβανομένης της ψυχαναγκαστική – καταναγκαστικής διαταραχής αναφέρουν συχνά ότι προσβάλλονται από νοητικές εικόνες σχετιζόμενες με αρνητικές εμπειρίες που είχαν ως παιδιά (‘ο πατέρας μου με υποτιμούσε συνέχεια’, ‘η μαμά μου με έκλεινε στο δωμάτιο κάθε φορά που νευρίαζε’).

Η αρνητική κριτική, η εχθρικότητα σε ένα τιμωρητικό πλαίσιο οδηγεί το άτομο να επικρίνει και να κατηγορεί τον εαυτό του, να το θεωρεί υπαίτιο ακόμη και σε πράγματα που δεν εμπλέκεται προσωπικά, διαμορφώνοντας την πεποίθηση ότι δεν αξίζει και ότι είναι ανίκανο.

Μεγαλώνοντας, λοιπόν, μέσα σε μια οικογένεια όπου ένα παιδί ακούει συνεχώς ‘είσαι άχρηστος’, ‘δεν θα τα πας καλά’, ‘δεν θα τα καταφέρεις’, ‘μας απογοητεύεις’, ‘εσύ φταις για αυτό’, ‘τι έκανες πάλι;’, υποτιμήσεις οι οποίες ‘παντρεύονται’ τις επιπτώσεις – τιμωρίες που έπονται,  ‘θα φας ξύλο’, ‘δεν θα βγεις από το σπίτι’, καλλιεργείται το αίσθημα της ενοχής.

Το αίσθημα ότι έκανε κάτι ανεπιθύμητο και αξίζει να τιμωρηθεί. Το άτομο βιώνει μια καθημερινότητα όπου πίσω από κάθε δράση του θα τον περιμένει η επίπληξη και η τιμωρία. Ο φόβος και η αρνητική αυτό-αξιολόγηση αυξάνεται και το άτομο αμφισβητεί όλο και πιο δυναμικά τον εαυτό του.

Λόγω αυτής της απογοήτευσης και των διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων που χτίζονται γύρω από την αυτοεκτίμηση «είμαι ανίκανος», «είμαι αδύναμος», αρχίζουν και υλοποιούνται νοητικά οι πρώτοι κανόνες συμπεριφοράς του, τα πρώτα ‘πρέπει’: Πρέπει να γίνω τέλειος, δεν πρέπει να κάνω λάθη, και να προσπαθώ στον υπέρτατο βαθμό για να μην ακούσω την επίκριση των άλλων», «Δεν πρέπει να μιλάω, αν εκφράσω κάτι μπορεί να μην αρέσει στους άλλους», «Πρέπει να λέω ναι, γιατί το ‘όχι’ θα με απομακρύνει από τους φίλους μου», «Πρέπει να ικανοποιώ τις ανάγκες των άλλων, αλλιώς θα νιώθω ανεπαρκής».

Όλα αυτά τα πρέπει κρύβουν την ενοχή και τον φόβο της τιμωρίας. Η τελειομανία, η αυτοθυσία, και άλλες συμπεριφορές που συμβιώνουν στη ΨΚΔ, είναι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται ακριβώς για να αποκαταστήσουν την εσωτερικευμένη ενοχή, την πληγωμένη αυτό-εικόνα τους, να αποφύγουν την απόρριψη και να μην τιμωρηθούν είτε λεκτικά, είτε σωματικά, είτε και κοινωνικά.

Ακόμη η υπερ-προστατευτικότητα, η οποία συνδυάζεται με έναν αυξημένο έλεγχο προς το παιδί, με αρνητικές προσδοκίες και αποδώσεις (εσύ θα φταις εάν δεν τα καταφέρεις), και ένα φοβικό περιβάλλον που προάγει συμπεριφορές αποφυγής (μην αργήσεις να γυρίσεις γιατί έξω είναι επικίνδυνα, μην τρως θα παχύνεις, μη πιάσεις ξένα πράγματα γιατί θα γεμίσεις μικρόβια), παρουσιάζονται ως οι προάγγελοι των ψυχαναγκασμών.

Οι ψυχαναγκασμοί και οι καταναγκασμοί έχουν μια λειτουργική αποτελεσματικότητα, μιας και θέτοντας στον εαυτό τους αυστηρούς κανόνες, επιδιώκουν την έγκριση, την αποδοχή, ανακτώντας μια αίσθηση θετικής προσωπικής ταυτότητας. Τα συμπτώματα αποκωδικοποιούνται ως έναν μηχανισμό αυτοπροστασίας διαφυλάσσοντας το αίσθημα της αυταξίας.

Οι ψυχαναγκασμοί δεν είναι πάντα αυτοί που φαίνονται.

Το περιεχόμενο των ψυχαναγκασμών και  εκτέλεση των καταναγκασμών παρέχουν ένα μοναδικό νόημα για τον καθένα ξεχωριστά.

Οι ψυχαναγκασμοί υγείας (θα αρρωστήσω, θα πάθω καρκίνο, πρέπει να κάνω συνέχεια εξετάσεις), οι ψυχαναγκασμοί τάξης/ελέγχου (Πρέπει να ελέγξω πολλές φορές την εργασία μου πριν την παραδώσω, αλλιώς θα την πετάξω, δεν θα αντέξω το άγχος μου εάν δεν τα βάλω όλα στη σειρά), ψυχαναγκασμοί υπερβολικής ευθύνης (Φοβάμαι ότι ξέχασα να βάλω το συναγερμό, αν γίνει διάρρηξη στο σπίτι θα είναι μια τραγωδία εξ αιτίας μου),  όπως και άλλες μορφές ΨΚΔ, απορρέουν την ανάγκη για επιβεβαίωση και ότι εάν ακολουθηθούν οι κανόνες δεν θα υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες για το οποίο θα φταίει.

Ο υπερβολικός έλεγχος των αντικειμένων, του σώματος, των παρορμήσεων ‘να κάνω κάτι που δεν θέλω’, υποθάλπουν την ανάγκη του ατόμου να ελέγξει όχι αυτά που φαίνονται στην καθημερινότητα, αλλά βαθύτερα συναισθήματα και πεποιθήσεις.

Διαβάστε ακόμη στο Psychology.gr το σχετικό άρθρο: Διακοπές και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: τρόποι αντιμετώπισης (video)

Η Θεραπευτική Παρέμβαση στην Ψυχαναγκαστική – Καταναγκαστική Διαταραχή.

Είναι φυσιολογικό ένας άνθρωπος που ζει υπό το καθεστώς των ψυχαναγκασμών και των καταναγκασμών να έχει πεισθεί ότι δεν θα ξεφύγει ποτέ από αυτό. Αισθάνεται αδύναμος μπροστά στην προοπτική να αντισταθεί στους κανόνες του. Ωστόσο, ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια χρόνια κατάσταση τον ταλαιπωρεί σε κάθε επίπεδο, επηρεάζοντας τη λειτουργικότητά του, τις διαπροσωπικές σχέσεις του, του στερεί την ελευθερία από το φόβο, τη φιλοδοξία, την απόλαυση από τη ζωή.

Η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση για την ΨΚΔ θεωρείται η Γνωστική – Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, όπως προτείνεται από το NICE (National Institute of Health and Care Excellence).  

Ειδικότερα, η θεραπεία περιλαμβάνει μεθόδους οι οποίες βοηθούν το άτομο:

  • Να αντιπαρατεθεί, σταδιακά, σε ερεθίσματα που του επιφέρουν ψυχαναγκαστικό φόβο.
  • Να απέχει από τις καταναγκαστικές συμπεριφορές.
  • Να διερευνήσει και να τροποποιήσει δυσλειτουργικές πεποιθήσεις οι οποίες υπογραμμίζουν τον ψυχαναγκαστικό τρόπο σκέψης.

Λόγω του ότι ο παθολογικός φόβος πυροδοτείται τόσο από υπαρκτά, περιβαλλοντικά ερεθίσματα όσο και από παρείσακτες ψυχαναγκαστικές ιδέες, τα κεντρικά στοιχεία της θεραπείας περιλαμβάνουν:

  • Την έκθεση στην πραγματικότητα, σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα.
  • Την έκθεση στη φαντασία, σε φοβογόνα νοητικά ερεθίσματα.

Από τη αρχή και κατά τη διάρκεια της θεραπείας ο στόχος είναι να εκτίθεται και να εξοικειώνεται το άτομο στους ψυχαναγκαστικούς φόβους, ώστε το άγχος του να μειώνεται και να φτάσει στο σημείο όπου να μην τον ενοχλούν τα ερεθίσματα που του προκαλούν δυσφορία. Αυτό συμβαίνει τόσο μέσα στη συνεδρία (πρόβες με τον θεραπευτή) όσο και έξω από αυτή.

Στη συνέχεια εξετάζονται οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις του ατόμου γύρω από τον κίνδυνο, τα προσωπικά χαρακτηριστικά του ατόμου που μπορεί να εμπλέκονται στους ψυχαναγκασμούς (απροσεξία, τελειοθηρία, υπερ-υπευθυνότητα), προχωρώντας στις βαθύτερες πεποιθήσεις του ατόμου για τον εαυτό του, τον κόσμο, τους γύρω του, που έχουν αναπτυχθεί κυρίως στην παιδική ηλικία, με στόχο να αναθεωρηθούν και να αναδιατυπωθούν με περισσότερο ρεαλιστικό τόνο.

Τεχνικές χαλάρωσης και εν-συνειδητότητας προσφέρονται ως επιπρόσθετα εργαλεία για το άτομο.

Ένας τρόπος υπάρχει....

Σκεφτείτε, λοιπόν, ένα άτομο που θέλει να ξεπεράσει το φόβο του ύψους. Ποιος τρόπος υπάρχει να το καταφέρει; Να δοκιμάσει να πέφτει σταδιακά από όλο και ψηλά σημεία μέχρι να μην τον τρομάζει άλλο η αίσθηση του ύψους.

Η έκθεση σε αυτό που φοβόμαστε ή εκείνο που μας αγχώνει είναι το ισχυρότερο θεραπευτικό εργαλείο για να απελευθερωθεί το άτομο και να κερδίσει μια λειτουργική ζωή, που να την χαίρεται και να παίρνει ικανοποίηση.

Αν ο φόβος, το άγχος είναι από τις πιο ισχυρές μορφές εξουσίας της σκέψης, ας πειραματιστούμε και ας ανταλλάξουμε ρόλους. Να διαχειριστούμε το φόβο, το άγχος, να τα αντιμετωπίσουμε κατάματα μέχρι να απαλλαχθούμε. 

Εάν το άγχος ξεκινάει από μέσα μας, αυτό σημαίνει ότι είναι στο χέρι μας και να το ελέγξουμε.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Παναγιώτα Ντελιοπούλου

deliopoulouMSc Κλινική Ψυχολόγος. Εκπαίδευση στις Τεχνικές Αποτελεσματικού Γονέα (Gordon Hellas), Ψυχολογικές Πρώτες Βοήθειες (John Hopkins University). Γνωστική - Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία και Mindfulness Coaching για την κατάθλιψη και το άγχος.