Η Δικαστική ψυχολογία αφορά στη συσχέτιση της Ψυχολογίας με το νόμο και διακρίνεται σε διάφορα πεδία δράσης του δικαστικού ψυχολόγου με βάση τα οποία διαφοροποιείται ο ρόλος του, οι βασικές του αρμοδιότητες καθώς και η συνθήκη συνεργασίας του τόσο με το θεραπευόμενο όσο και με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο δικαστικός ψυχολόγος είναι δυνατό να εργάζεται σε συνεργασία με την αστυνομία είτε βασισμένος σε αστυνομικά τμήματα είτε ως εξωτερικός τους συνεργάτης, λαμβάνοντας έτσι μέρος και στην ανακριτική διαδικασία αλλά και αξιολογώντας τις ιδιαίτερες ανάγκες των κρατουμένων για φροντίδα της ψυχικής τους υγείας. Ο ψυχολόγος σε αυτή την περίπτωση είναι υπεύθυνος για ψυχολογικές εκτιμήσεις και αξιολογήσεις των παραβατών, ομαδικές συνεδρίες διαχείρισης άγχους του προσωπικού της αστυνομίας αλλά και μελέτη και σύνταξη του προφίλ των εγκληματιών ύστερα από συμμετοχή του στην ανακριτική διαδικασία.

Στο κομμάτι της ψυχολογίας του εγκλήματος, ο ψυχολόγος μελέτα τις δυσπροσαρμοστικές εγκληματικές συμπεριφορές των δραστών ενώ συνάμα ερευνά πως οι διάφορες διανοητικές και γνωστικές διαδικασίες είναι δυνατό να διαστρεβλώσουν τη σκέψη του άτομου και εν δυνάμει να οδηγήσουν σε εγκληματική συμπεριφορά. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερο η δικαστική ψυχολογία μελετά τη γνωστική διάσταση του εγκλήματος και πως οι διαστρεβλωμένες σκέψεις και γνωστικοί χάρτες του ανθρώπινου νου είναι δυνατό να επεξηγήσουν τη βίαιη και επιθετική συμπεριφορά ή ακόμα και την διάπραξη μιας εγκληματικής πράξης. Έτσι, σε αυτή τη περίπτωση ο δικαστικός ψυχολόγος είναι υπεύθυνος για την μελέτη και αξιολόγηση της αιτιολογίας του εκάστοτε εγκλήματος.

Ένας δικαστικός ψυχολόγος είναι επίσης δυνατό να ασχολείται με τη μελέτη, την θεραπεία και την αποκατάσταση των ατόμων που έχουν βιώσει ένα έγκλημα ως θύματα, είτε αυτό αφορά σε άμεσες ή έμμεσες βλάβες.  Ένα άτομο είναι δυνατό να πλήττεται από μια εγκληματική πράξη, είτε άμεσα ως θύμα του ίδιου το εγκλήματος, είτε έμμεσα, όντας συγγενής, φίλος ή έχοντας στενή σχέση με το θύμα ενός εγκλήματος. Και στις δύο περιπτώσεις η βλάβη που βιώνουν τα θυματοποιημένα άτομα μπορεί να είναι πολύ σοβαρές ή ακόμη και μη αναστρέψιμες τόσο σωματικού και ψυχολογικού όσο και κοινωνικού χαρακτήρα. Τα θύματα οποιουδήποτε εγκλήματος χρειάζονται άμεση ψυχολογική, συναισθηματική και ψυχοκοινωνική στήριξη από έμπειρους θεραπευτές  που θα έχουν τη γνώση να αντιμετωπίσουν τις διαταραχές φάσματος μετατραυματικού στρες που μπορεί να βιώνουν.

Ένας ακόμη ρόλος του δικαστικού ψυχολόγου είναι να λαμβάνει μέρος στη δικαστική διαδικασία, είτε ως πραγματογνώμονας μελετώντας και αξιολογώντας την ποινική ευθύνη του δράστη, είτε συμβουλεύοντας δικηγόρους, προετοιμάζοντας μάρτυρες και επιλέγοντας ενόρκους. Σε αυτή τη περίπτωση, ο ψυχολόγος δεν είναι τόσο θεραπευτής όσο αξιολογεί την ψυχολογική κατάσταση του παραβάτη, διαγιγνώσκει την ύπαρξη ή μη ψυχικής διαταραχής και βοηθά το δικαστήριο να κατανοήσει το κατά πόσο το έγκλημα διαπράχθηκε με καταλογισμό ή χωρίς. Πολλές φορές η πραγματογνωμοσύνη αναδεικνύει ότι ο παραβάτης λόγω της ψυχικής του διαταραχής από την οποία πάσχει, δεν είναι υπεύθυνος των παράνομων πράξεων του.

Τέλος, ένα ακόμη πεδίο στο οποίο μπορεί να εργαστεί ο δικαστικός ψυχολόγος είναι αυτό του σωφρονισμού των παραβατών. Σε αυτή τη περίπτωση, οι ψυχολόγοι ασχολούνται με τη ταξινόμηση τροφίμων σε σωφρονιστικά καταστήματα καθώς και εκτιμήσεις επικινδυνότητας τους με σκοπό να προτείνουν αποφυλάκιση τροφίμων είτε αλλαγή στο επίπεδο ασφάλειας τους. Ακόμη, οι σωφρονιστικοί ψυχολόγοι κάνουν ψυχολογικές εκτιμήσεις, σχεδιάζουν και λειτουργούν θεραπευτικές ομάδες καθώς και προγράμματα θεραπείας και κατάχρησης ουσιών.

Η δικαστική ψυχολογία είναι ένας κλάδος της ψυχολογίας όχι τόσο αναπτυγμένος στην Ελλάδα, αλλά γοργά αναπτυσσόμενος. Επιπλέον, είναι φανερό ότι ο ρόλος του δικαστικού ψυχολόγου είναι πολύπλευρος και τα πεδία δραστηριοποίησής του πολλά. Απαραίτητο προκειμένου η άσκηση της επιστήμης να γίνεται σωστά και δεοντολογικά είναι οι ειδικοί να είναι κατάλληλα καταρτισμένοι και να μην αμελούν ποτέ την διά βίου μάθησή τους.

 

Βιβλιογραφία

1. Adler, J. R. (Ed.). (2004). Forensic Psychology: Concepts, debates and practice.Cullompton: Willan.
2. Davis, J. A. (2001). Stalking crimes and victim protection. CRC Press.
3. Duntley, J. D., & Shackelford, T. K. (2006). Toward an evolutionary forensicpsychology. Social Biology, 51, 161-165.
4. O'Mahony, B. (2013). So, You Want to Be a Forensic Psychologist? Create Space.
5. Κοτσαλής, Λ.(2002).Εισαγωγή στη Δικαστική Ψυχιατρική. Βασικά στοιχεία.ΕκδόσειςΣάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή.

 

Συγγραφή Άρθρου

Λυδία Μυλωνάκη

lydia mylonakiΨυχολόγος - MSc Forensic Mental Health.
Απόφοιτος του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Επιστημονική Συνεργάτιδα του E-Psychology

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Τα περιεχόμενα του E-Psychology προστατεύονται από την DMCA. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται μόνο κατόπιν γραπτής άδειας από το τμήμα Σύνταξης και μόνο εφόσον ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία αναδημοσίευσης. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπάρχει σαφής αναφορά στο τέλος του άρθρου, για την πηγή 1ης δημοσίευσης καθώς επίσης πρέπει να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί απευθείας στο άρθρο. DMCA.com Protection Status
Σχετικά άρθρα

Βρείτε Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπευτή

Επιλέξτε θεραπευτή ανάλογα με την εξειδίκευση σε συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση.

Μεταβείτε στον κατάλογο Ειδικών Ψ.Υγείας »

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Deliberate Self Harming & Possible Interventions II
Self Harming

Back to the issue that has been highly researched over the recent years, self-harming behaviour. As discussed in previous article, there has been a large amount of research investigating the possible successful or not so successful interventions when it comes to the self-harming behaviour.

Deliberate Self Harming & Possible Interventions I
Self Harming

Self-harm is the non-fatal intentional acts of self-poising or self-injury irrespectively of the extent of suicidal intent. Self-harming has been a growing problem, it is estimated that there are more than 200000 persons presenting with self-harming in general hospitals over the UK at the moment. Self-harming is most common in younger people aged between 15 to 35 years old and moreover, it appears to be more frequent in women than men and also decreases over lifespan.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 4ο
ανδρική σεξουαλική κακοποίηση

Οι άνδρες θύματα έχουν αναφέρει εχθρότητα, αυξημένο το αίσθημα το θυμού, συμπτώματα κατάθλιψης, άγχος και συμπεριφορές πρόκλησης βλάβης στο ίδιο τους τον εαυτό, αίτια της σεξουαλικής κακοποίησης. Οι άνδρες είναι πιθανό να έχουν μια αντίδραση θυμού αμέσως μετά από το περιστατικό, καθώς ο θυμός θεωρείται ο αρσενικός τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 3ο
ανδρική σεξουαλική κακοποίηση

Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο, το οποίο πλήττει τόσο ενήλικες όσο και παιδιά, τόσο γυναίκες όσο και άνδρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότερες θυματολογικές μελέτες με θέμα τις επιδράσεις της τραυματικής εμπειρίας της σεξουαλικής κακοποίησης επικεντρώνονται ως επί το πλείστον στις γυναίκες και παιδιά θύματα.

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

* απαιτούμενα πεδία
Ενδιαφέροντα * :