Η θυματοποίηση είναι μια κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή άτομα, μία κοινωνία είτε ένας οργανισμός πλήττονται ή τραυματίζονται. Για να χαρακτηρισθεί ένα άτομο ως θύμα, θα πρέπει να υφίσταται παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του αλλά και σοβαρή αποδιοργάνωση της ευημερίας του.

Θυματοποίηση από εγκληματολογικής απόψεως είναι ο τραυματισμός σε επίπεδο φυσικό, οικονομικό, σεξουαλικό ή συναισθηματικό ενός ατόμου από ένα άλλο άτομο.

Επιπλέον, θυματοποίηση αποτελεί και η καταστροφή, φθορά της περιουσίας ενός ατόμου ή ακόμη περισσότερο η κλοπή προσωπικών αντικειμένων. Όλα τα παραπάνω οδηγούν στην θυματοποίηση μόνον εφόσον ξεπερνούν τη δικαιοδοσία κάποιου με συμπεριφορές συνειδητές ή ασυνείδητες και πλήττουν τα ανθρώπινα δικαιώματα του θύματος.

Η ύπαρξη θύματος, καθώς και η τυπολογία των θυμάτων χαρακτηρίζουν άμεσα όχι μόνο το έγκλημα αλλά και το ίδιο το προφίλ του εγκληματία.

Μολαταύτα, η ύπαρξη θύματος δεν μπορεί να δικαιολογήσει το έγκλημα, μπορεί όμως να βοηθήσει στην εξιχνίαση του, μελετώντας το χρονικό του εγκλήματος αλλά και το πέρασμα του εγκληματία από την πρόθεση στην πράξη. Γι’ αυτό οι ειδικοί ψυχικής υγείας, οι οποίοι καλούνται να σκιαγραφήσουν την ψυχοσύνθεση ενός εγκληματία και το κατά πόσο η ψυχική ασθένεια συνετέλεσε στη διάπραξη του εγκλήματος, πρωτίστως φροντίζουν να κατανοήσουν το θύμα του εγκλήματος.

Τα θύματα μιας εγκληματικής πράξης είναι τα άτομα τα οποία πλήττονται ως επί το πλείστον από το έγκλημα.

Σύμφωνα με τις θεωρίες θυματοποίησης, πολλές φορές, διάφορες καταστάσεις ή και τα ίδια τα θύματα συμβάλλουν στη θυματοποίηση τους μέσω της πρόκλησης, της ευκαιρίας, της διευκόλυνσης, της ελκυστικότητας αλλά και της ατιμωρησίας.

Η θυματοποίηση είναι γενικότερα συνδεδεμένη με τη ρουτίνα αλλά και το lifestyle των θυμάτων, τα οποία είναι σε θέση να επηρεάσουν το μέγεθος της έκθεσης τους σε πιθανούς δράστες.

Έτσι κάποια άτομα τείνουν να έχουν αυξημένες πιθανότητες να θυματοποιηθούν εξαιτίας διαφόρων παραγόντων όπως είναι η δουλειά τους, η περιοχή στην οποία εργάζονται ή κατοικούν ή ακόμη και ορισμένα ατομικά χαρακτηριστικά που φέρουν και τα οποία αποτελούν πόλο έλξης για κάποιον εγκληματία.

Η πρωτογενής θυματοποίηση

Η αρχή της θυματοποίησης, η λεγόμενη πρωτογενής θυματοποίηση, γίνεται με την πρώτη αλληλεπίδραση μεταξύ του δράστη και του θύματος. Η πρωτογενής θυματοποίηση αφορά τόσο στη διάρκεια της εγκληματικής πράξης όσο και στο σύνολο των συνεπειών που προκύπτουν εις βάρος του θύματος σε μεταγενέστερο επίπεδο. Ένα δεύτερο στοιχείο θυματοποίησης αφορά στην αντίδραση που έχει το θύμα απέναντι στο έγκλημα. Η αντίδραση αυτή αφορά στις αλλαγές που προκύπτουν στις αντιλήψεις αλλά και τη συμπεριφορά του ατόμου τόσο σε επίπεδο ψυχολογικό όσο και σε επίπεδο κοινωνικό. Παραδείγματος χάριν, δεδομένα ερευνών δείχνουν πως τα θύματα σεξουαλικών εγκλημάτων τείνουν να χάνουν την αυτοεκτίμηση τους έπειτα του εγκλήματος με αποτέλεσμα να αλλάζει ο αυτοσεβασμός αλλά και συμπεριφορά τους προς το κοινωνικό πλαίσιο.

Η δευτερογενής θυματοποίηση

Στη συνέχεια, έπειτα μιας εγκληματικής πράξης ενάντια κάποιου ατόμου, το θύμα πολλές φορές υφίσταται και τη λεγόμενη, δευτερογενή θυματοποίηση. Αυτή αποτελεί το τρίτο στοιχείο της θυματοποίησης και είναι αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων του θύματος με τρίτους συμπεριλαμβανομένων των φορέων άσκησης δικαιοσύνης ή ακόμη και των φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας και ψυχικής υγείας, αλλά και την ίδια τη κοινωνία.

Σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται πως πολλοί από τους ειδικούς οι οποίοι στην πραγματικότητα θα έπρεπε να παρέχουν υποστήριξη στα θύματα, επιλέγουν να μη χειρίζονται τα περιστατικά με τον απαραίτητο σεβασμό και δεοντολογία, με αποτέλεσμα να τραυματίζουν ακόμη βαθύτερα το θύμα.

Τα πολλαπλά επίπεδα θυματοποίησης

Τελικά, αυτός ο φαύλος κύκλος οδηγεί και πολλαπλά επίπεδα θυματοποίησης καθώς το θύμα δεν τραυματίζεται μόνο από τον δράστη αλλά και από την απόρριψη του από την κοινωνία και τους φορείς της που υπάρχουν στην πραγματικότητα για να το βοηθούν. Αυτό οδηγεί προοδευτικά στην ενίσχυση της αίσθησης ενοχής απέναντι στο εγκληματικό συμβάν, γεγονός το οποίο δεν επιτρέπει την συναισθηματική ή και σωματική ανάρρωση από αυτό ενώ προωθεί τη στιγματοποίηση του θύματος.


Βιβλιογραφία

  • Αρτινοπούλου, Β., & Μαγγανάς, Α. (1996). Θυματολογία και Όψεις Θυματοποίησης, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη
  • Dignan, J. (2005). Understanding Victims and Restorative Justice(series ed. Maguire M.), Crime and Justice, Open University Press, ch. 1.
  • Ζαραφωνίτου, Χ. (2009). «Ο φόβος του εγκλήματος: Ένα ελληνικό “παράδοξο”», Ποινική Δικαιοσύνη & Εγκληματολογία, τ. 1, σ.σ. 1-10 (4).
  • Friedrichs, D. (1983). “Victimology: A consideration of the Radical Critique”, Crime and Delinquency, vol. 29, pp. 283-294.
  • Gottfredson, M. R. (1984). Victims of crime: The dimensions of risk, London: HMSO (HORS No.81).
  • Karmen, A. (2009). Crime Victims: an introduction to victimology, U.S.A.: Cengage Learning.
  • Levinson, D. (2002). Encyclopedia of Crime and Punishment, vol. 1, Sage Publications.
  • Quann, N., & Hung, K. (2002). “Victimisation experience and the fear of crime. Across-national study”, in Nieuwbeerta, (Ed.), Crime victimization in comparative perspective. Results from the International Crime Victims Survey, 1989-2000, Den Haag, NSCR, BJU:301-316(313).
  • Sparks, R. F. (1982). Research on victims of crime, Washington, DC: US Government Printing Office.

Συγγραφή Άρθρου

Λυδία Μυλωνάκη

lydia mylonakiΨυχολόγος - MSc Forensic Mental Health.
Απόφοιτος του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Επιστημονική Συνεργάτιδα του E-Psychology

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.