Το ποινικό δίκαιο ασχολείται με την Ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου τη χρονική στιγμή που διέπραξε ένα αδίκημα, και αυτό για δύο τουλάχιστον λόγους.

Ποινικό δίκαιο και ψυχολογική κατάσταση κατηγορουμένου

Πρώτον, πολλά ποινικά νομοθετήματα απαιτούν την απόδειξη τόσο του actus reus (ποινική πράξη) όσο και του mens rea (ένοχο πνεύμα). Τούτο σημαίνει ότι χρειάζεται να αποδειχθεί όχι μόνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την υπό συζήτηση πράξη (π.χ. σκότωσε το θύμα), αλλά και ότι το έκανε ευρισκόμενος σε μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση π.χ. εκ προθέσεως, εξ αμελείας ή από διεφθαρμένη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή (βλ. γενικά LaFave & Scott, 1986). Δεύτερον, σε όλες σχεδόν τις πολιτείες των ΗΠΑ, ο κατηγορούμενος δεν έχει ποινική ευθύνη-και μπορεί να μην καταδικαστεί- για τις εγκληματικές του πράξεις αν τη χρονική στιγμή του αδικήματος είχε το ακαταλόγιστο (Perlin, 1989).

Καταθέσεις δικαστικών ψυχολόγων στο δικαστήριο

Οι δικαστικοί ψυχολόγοι κατά καιρούς δίνουν καταθέσεις περί του "ενόχου πνεύματος", αλλά γενικά τα ποινικά δικαστήρια δε θεωρούν ότι για αυτό το θέμα χρειάζεται κλήτευση ειδικού.

Για να γίνει δεκτή από το δικαστήριο οποιαδήποτε κατάθεση ειδικού, συμπεριλαμβανομένης αυτής των δικαστικών ψυχολόγων, θα πρέπει, σύμφωνα με το νόμο, να υπερβαίνει το πεδίο γνώσεων - των μη ειδημόνων ενόρκων. Τέτοιου είδους κατάθεση οφείλει να πραγματευθεί θέματα που το σώμα των ενόρκων δεν θα μπορούσε να κατανοήσει χωρίς τη βοήθεια ειδικού. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, τα αμερικανικά δικαστήρια πάντοτε θεωρούσαν ότι οι ετυμηγορίες περί ''ενόχου πνεύματος'' βρίσκονται εντός των ορίων του πεδίου γνώσης των μη ειδικών ενόρκων (Cleary et al , 1984).

Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί ακαταλόγιστου θεωρείται ότι σχεδόν πάντοτε απαιτεί την κατάθεση ειδικού και μπορεί να δοθεί μόνο από ψυχολόγους ή ψυχιάτρους. Συνεπώς, αν και η υπερασπιστική τακτική που επικαλείται ανικανότητα λόγω φρενοβλάβειας (ή Ψυχασθένειας) σπάνια ακολουθείται, όταν εφαρμόζεται, είναι πιθανό να περιλάβει την ειδική κατάθεση ενός ή περισσότερων επαγγελματιών ψυχικής υγείας, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών ψυχολόγων (Rogers & Ewing, 1989, 1992).

Δοκιμασίες ελέγχου ψυχασθένειας

Η ψυχασθένεια αποτελεί νομικό όρο, ο ορισμός του οποίου διαφέρει από πολιτεία σε πολιτεία. Στις ΗΠΑ υπάρχουν δύο βασικές δοκιμασίες ελέγχου της ψυχασθένειας και οι περισσότερες πολιτείες χρησιμοποιούν κάποια από αυτές τις δύο ή μια παραλλαγή τους.

Η Δοκιμασία Μ'Naughten, που πήρε το όνομά της από έναν Βρετανό κατηγορουμενο για φόνο, στην υπόθεση του οποίου εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η δοκιμασία, θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει ευθυνη των πράξεων του αν τη χρονική στιγμή κατά την οποία διέπραξε την εγκληματική πράξη:

  1. υπέφερε απο ψυχική διαταραχή ή νοητική ανεπάρκεια και
  2. ως αποτέλεσμα αυτής της Ψυχικής διαταραχής ή της νοητικής ανεπάρκειας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε τη φύση και την ποιότητα της πράξης του ούτε ότι η πράξη ήταν εσφαλμένη και αξόποινη (ΜNaughtens. Case 1843).

Η δοκιμασία του Αμερικανικού Νομικού Ινστιτούτου (Αmerican Law Institute) για την ψυχική ασθένεια- τμήμα του ευρέως γνωστού Πρότυπου Ποινικού Κώδικα (Model Penal Code) - oρίζει ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ποινικά υπόλογος αν τη χρονική στιγμή της εγκληματικής πράξης του αυτός, λόγω ψυχικής διαταραχής ή νοητικής ανεπάρκειας, δεν είχε την απαιτούμενη ικανότητα είτε να αντιληφθεί το άνομο της πράξης είτε να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στις απαιτήσεις του νόμου (American
Law Institute, 1955).

Κατηγορούμενοι μη ένοχοι λόγω ψυχασθένειας

Οι κατηγορούμενοι που κρίνονται μη ένοχοι λόγω ψυχασθένειας τοποθετούνται συνήθως ως εσωτερικοί ασθενείς σε κρατικά ψυχιατρικά καταστήματα ασφαλείας, τα οποία συχνά αναφέρονται με το όρο Δικαστικά Νοοκομεία, όπου υποβάλλονται σε θεραπεία για την ψυχική τους διαταραχή. Μεγάλο μέρος αυτής της θεραπευτικής αντιμετώπισης γίνεται από τους δικαστικούς ψυχολόγους ή υπό την εποπτεία τους.

Παρόλο που οι νόμοι αναφορικά με την τοποθέτηση των κατηγορουμένων που κρίνονται μη ένοχοι λόγω ψυχασθένειας διαφέρουν από πολιτεία σε πολιτεία, οι περισσότερες πολιτείες δεν αφήνουν ελεύθερους τους κατηγορουμένους αυτούς εάν εκείνοι δεν έχουν προηγουμένως πείσει, όχι μόνο τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας αλλά και το δικαστή, ότι δεν είναι πλέον ψυχικά ασθενείς ή επικίνδυνοι. Ως εκ τούτου, πολλοί κατηγορούμενοι που αθωώνονται λόγω ψυχασθένειας περνούν ένα σημαντικό χρονικό διάστημα έγκλειστοι σε ψυχιατρικά καταστήματα, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις περνούν εκεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που θα περνούσαν στη φυλακή αν είχαν καταδικαστεί για το έγκλημα για το οπoίο κατηγορήθηκαν.

Παρόλο που η τελική απόφαση για την αθώωση ή την καταδίκη ενός κατηγορουμένου λόγω ψυχασθένειας λαμβάνεται από το δικαστή ή τους ενόρκους, σε τέτοιου είδους αποφάσεις βαραίνει σχεδόν πάντα η κατάθεση των ειδικών μαρτύρων, μεταξύ των οποίων συχνά περιλαμβάνονται και δικαστικοί ψυχολόγοι.

Το έργο των δικαστικών ψυχολόγων

Οι ψυχολόγοι και οι άλλοι ειδικοί που καλούνται να εκτιμήσουν το βαθμό διαταραχής των ψυχικών λειτουργιών ενός κατηγορουμένου-δηλαδή την ψυχική κατάστασή του τη χρονική στιγμή της τέλεσης του αδικήματος- αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο έργο. Καλούνται να διερευνήσουν το παρελθόν και να προσπαθήσουν να ανασυνθέσουν την ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και χρόνια μετά την επίμαχη μέρα.

Για να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο, οι ειδικοί εξετάζουν τον κατηγορούμενο (και μερικές φορές τον υποβάλλουν σε ψυχολογικές δοκιμασίες) και παίρνουν συνεντεύξεις από τους μάρτυρες του εγκλήματος, όπως επίσης από οποιοδήποτε άλλο άτομο είχε επαφή με τον κατηγορούμενο τη χρονική στιγμή ή κοντά στη χρονική στιγμή παράβασης του νόμου. Οι δικαστικοί ψυχολόγοι εξετάζουν ακόμη κάθε τεκμηριωμένο στοιχείο το οποίο μπορεί να διαφωτίσει την ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου, όπως προηγούμενες ψυχολογικές ή ψυχιατρικές αναφορές, συλλήψεις για ποινικά αδικήματα ή καταδίκες και ομολογίες.

Ορισμένοι δικαστικοί ψυχολόγοι - με κορυφαίο τον Richard Rogers, δημιουργό της ομώνυμης κλίμακας μέτρησης της εγκληματικής ευθύνης (Rogers Criminal Responsibility Assessment Scale)- έχουν προσπαθήσει να συστηματοποιήσουν και να σταθμίσουν αυτές τις αξιολογήσεις της ψυχικής κατάστασης, αλλά οι περισσότεροι ειδικοί στο χώρο αυτόν συνεχίζουν σε κάθε υπόθεση να βασίζονται κυρίως στη δική τους πείρα, εκπαίδευση και κλινική κρίση προκειμένου να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα (Rogers & Ewing, 1992). Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι σε πολλές υποθέσεις διαφορετικοί ειδικοί επεξεργάζονται τα ίδια αποδεικτικά στοχεία και καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Ψυχική υγεία κατηγορουμένου για εγκληματική πράξη

Όταν υπάρχει η λεγόμενη διαμάχη μεταξύ των ειδικών, όπου ο ειδικός που ορίζεται από την υπεράσπιση καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ψυχικά υγιής τη χρονική στιγμή του εγκλήματος και ο ειδικός από την πλευρά του κατηγόρου καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ψυχικά υγιής, καλείται το σώμα των ενόρκων να κρίνει ποιος ειδικός απεφάνθη σωστά.

Εκτός από τη βοήθεια που προσφέρουν στους δικαστές και στους ενόρκους αναφορικά με την εκτίμηση της εγκυρότητας των ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί ψυχασθένειας, οι δικαστικοί ψυχολόγοι συχνά καλούνται να δώσουν στα δικαστήρια τη γνώμη τους όταν επίκειται η αποφυλάκιση και η κοινωνική επανένταξη των κατηγορουμένων που αθωώνονται επικαλούμενοι το ακαταλόγιστο.

Κατά την προετοιμασία των ακροαματικών διαδικασίων για παράταση ή μη του εγκλεισμού, στις οποίες οι δικαστές σταθμίζουν το αναγκαίο της κράτησης ή της διακοπής της κράτησης αυτών των κατηγορουμένων, οι δικαστικοί ψυχολόγοι και άλλοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας παίρνουν κατά κανόνα συνεντεύξεις από τους κατηγορουμέvους, εξετάζουν τη θεραπευτική αντιμετώπιση ως εκείνη τη χρονική στιγμή και παίρνουν αποφάσεις όσον αφορά την ψυχική ασθένεια και την επικινδυνότητα.

Επικινδυνότητα κατηγορουμένου στο μέλλον

Μία από τις μεγάλες διενέξεις που εμφανίζονται στη σύγχρονη Δικαστική ψυχολογία αφορά την ικανότητα των ψυχολόγων και των άλλων ειδικών να προβλέπουν την επικινδυνότητα ενός ατόμου στο μέλλον (Grisso & Appel baum, 1992). Πράγματι, ορισμένοι ισχυρίζονται ότι δύο στις τρεις προβλέψεις για ενδεχόμενη επικινδυνότητα αποδεικνύονται εσφαλμένες (βλ Eving, 1991). Ακόμη, ο νόμος στις περισσότερες πολιτείες θεωρεί την επικινδυνότητα ως ένα αποφασιστικό κριτήριο προκειμένου να ληφθεί μια απόφαση σχετικά με την κοινωνική επανένταξη ενός κατηγορουμένου ο οποίος απαλλάχθηκε λόγω ψυχασθένειας. Κατά συνέπεια, οι δικαστικοί ψυχολόγοι συχνά πιέζονται να κάνουν-και πράγματι κάνουν-τέτοιου είδους προβλέψεις.

Ακαταλόγιστο: υπόθεση του John W. Hinckley

Ίσως το πιο γνωστό σύγχρονο παράδειγμα υπεράσπισης που βασίστηκε στο ακαταλόγιστο είναι η υπόθεση του John W. Hinckley, Jr., του ανθρώπου που πυροβόλησε τον πρόεδρο Ronald Reagan, το γραμματέα τύπου του προέδρου James Brady και δύο άλλους συνεργάτες του προέδρου καθώς εγκατέλειπαν το ξενοδοχείο Hilton στην Ουάσιγκτον. Οι πυροβολισμοί μαγνητοσκοπήθηκαν από τηλεοπτικά συνεργεία που βρίσκονταν εκεί κοντά και ο υπεύθυνος συνελήφθη επί τόπου (βλ . γενικά Low, leffnes, & Bonnie, 1986).

Ο Hinckley στην υπεράσπισή του επικαλέστηκε την ανικανότητα του να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του και εξετάστηκε από περισσότερους από έξι ψυχιάτρους και ψυχολόγους. Το Μάιο και τον Ιούνιο του 1982, σε μια δίκη η οποία διήρκεσε επτά εβδομάδες, ο ισχυρισμός του περί ακαταλόγιστου παρουσιάστηκε στο σώμα των ενόρκων, που άκουσαν τις καταθέσεις των ειδικών και από τις δύο πλευρές αυτής της υπόθεσης: ήταν σπουδαία μυαλά της δικαστικής ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Όλοι οι ειδικοί που κλήθηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν ότι ο Hinckley ήταν ψυχωτικός κατά τη χρονική στιγμή που πυροβόλησε τον πρόεδρο και τους συνεργάτες του. Αντίθετα, όλοι οι ειδικοί που κάλεσε ο δημόσιος κατήγορος κατέθεσαν ότι ο Hinckley δεν ήταν ψυχωτικός κατά τη χρονική στιγμή που πυροβόλησε.

Καταθέσεις για την υπόθεση Hinckley και η θέση των ειδικών

Οι ειδικοί από την πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσαν ότι ο Hinckley είχε παραλήρημα, ενώ αντίθετα οι ειδικοί από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής είπαν στους ενόρκους ότι ο Hinckley δεν παραληρούσε, αλλά απλώς δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα. Οι ειδικοί της υπεράσπισης κατέθεσαν ότι το έγκλημα είχε ως κίνητρο την παραληρητική πεποίθηση του Hinckley ότι πυροβολώντας τον πρόεδρο θα κέρδιζε την αγάπη μιας ηθοποιού του κινηματογράφου, της Jodie Foster. Οι ειδικοί του δημόσιου κατηγόρου κατέθεσαν ότι κίνητρο του Hinckley ήταν μια ναρκισσιστική αλλά όχι παραληρητική επιθυμία για φήμη και δόξα. Τέλος, οι ειδικοί της υπεράσπισης είπαν στους ενόρκους ότι ο Hinckley βρισκόταν σε κατάσταση πάθους και ψυχικής απόγνωσης όταν πυροβόλησε τον πρόεδρο.

Οι ειδικοί του κατηγόρου ισχυρίστηκαν ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αντιμέτωποι με αυτές τις αλληλοσυγκρουόμενες καταθέσεις των ειδικών, οι ένορκοι αποφάνθηκαν ότι ο John Hinckley ήταν μη ένοχος προς καταλογισμό. Ο Hinckley μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο St. Elizabeth, ένα ομοσπονδιακό ινστιτούτο ψυχικής υγείας, όπου παραμένει έκτοτε. Η αντίδραση της κοινής γνώμης στην ετυμηγορία ήταν άμεση και εξαιρετικά επικριτική. Ο πυροβολισμός έγινε εκ προ μελέτης, ένα από τα θύματα ήταν ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ χιλιάδες άνθρωποι είχαν παρακολουθήσει την απόπειρα δολοφονίας του μέσω της τηλεόρασης. Πολλοί αναρωτήθηκαν πώς ήταν δυνατόν ο John Hinckley, ο παρ' ολίγον δολοφόνος του προέδρου, να κριθεί μη ένοχος.

Αναθεώρηση νόμων για το ακατολόγιστο

Οι επικρίσεις για την ετυμηγορία στην υπόθεση Hinckley γρήγορα αποκρυσταλλώθηκαν σε μια έκφραση αμφισβήτησης της υπερασπιστικής τακτικής η οποία επικαλείται το ακαταλόγιστο ενός κατηγορουμένου η κριτική εστιάστηκε ιδιαίτερα στην κατάθεση των ειδικών Ψυχολόγων ή Ψυχιάτρων.

Μετά την ετυμηγορία των ενόρκων, οι νομικοί που υπηρετούσαν σε διάφορες καίριες θέσεις στη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, άρχισαν να δέχονται χιλιάδες εκκλήσεις για την κατάργηση του υπερασπιστικού επιχειρήματος που επικαλείται το ακαταλόγιστο και για μεγαλύτερο περιορισμό της άποψης των ειδικών καταθέσεων που γίνονται από ψυχολόγους και ψυχιάτρους στις ποινικές διαδικασίες. Όταν έπαψε ο θόρυβος γύρω από αυτό το θέμα, η υπερασπιστική τακτική που επικαλείται το ακαταλόγιστο του κατηγορουμένου παρέμεινε μεν στα βιβλία και ήταν αποδεκτή από τη νομολογία, συμπεριλαμβανομένων των ομοσπονδιακών δικαστηρίων, αλλά περίπου τα μισά πολιτειακά νομοθετικά σώματα αντέδρασαν στην ετυμηγορία για τον Hinckley αναθεωρώντας τους ήδη υφιστάμενους νόμους για το ακαταλόγιστο (βλ . Berlin, 1989).

Τροποποιήσεις του Κογκρέσου των ΗΠΑ για την ψυχασθένεια και το ακαταλόγιστο

Το 1984, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών ψήφισε μια νομοθετική ρύθμιση, την οποία υπέγραψε ο πρόεδρος Reagan, που θέσπιζε μια σειρά νομοθετημάτων τα οποία έκαναν πιο δύσκολη την ετυμηγορία των ενόρκων που αθώωναν τον κατηγορούμενο λόγω ακαταλόγιστου στα ομοσπονδιακά δικαστήρια (Insanity Defence Reform Act του 1984).

Πρώτο το Κογκρέσο τροποποίησε τον ορισμό περί ψυχασθένειας. Η υπόθεση Hinckley βασίστηκε σε έναν νόμο ο οποίος όριζε ότι ένας κατηγορούμενος ήταν αθώος προς καταλογισμό αν κατά τη χρονική στιγμή της εγκληματικής πράξης δεν διέθετε, εξαιτίας ψυχικής διαταραχής ή νοητικής ανεπάρκειας, τη βασική ικανότητα είτε να εκτιμήσει το λάθος της πράξης του είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του νόμου. Βάσει του νόμου που ίσχυε πριν τη δίκη του Hinckley, ο κατήγορος αναλάμβανε το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέφερε από ψυχική διαταραχή ή νοητική ανεπάρκεια, ή ότι ο κατηγορούμενος δεν διέθετε ούτε την ικανότητα να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του νόμου ούτε τη βασική ικανότη τα να εκτιμήσει το εσφαλμένο της πράξης του.

Στην πράξη αναθεώρησης για την τροπολογία της υπεράσπισης που επικαλείται το ακαταλόγιστο, γνωστή ως Insanity Defense Reform Act (1984), το Κογκρέσο αφαίρεσε το περίφημο βουλητικό μέρος-το μέρος της δοκιμασίας που αναφερόταν στη βασική ικανότητα του ατόμου για συμμόρφωση της συμπεριφοράς του στις απαιτήσεις του νόμου- άλλαξε την απαίτηση για ψυχική διαταραχή ή νοητική ανεπάρκεια σε βαριά ψυχική διαταραχή ή νοητική ανεπάρκεια και, τέλος, διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος φέρει την ευθύνη να αποδείξει το ακαταλόγιστό του με ξεκάθαρα και πειστικά στοιχεία.

Τέλος, το Κογκρέσο τροποποίησε τους Ομοσπονδιακούς Νόμους περί Μαρτύρων (Federal Rules of Evidence )- οι νόμοι που ορίζουν τη δυνατότητα αποδοχής των αποδεικτικών στοιχείων στα ομοσπονδιακά δικαστήρια- ώστε να καταστήσει αδύνατον για τους δικαστικούς ψυχολόγους, τους ψυχιάτρους και άλλους επαγγελματίες ειδικούς να καταθέτουν, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος ήταν πράγματι ψυχικά διαταραγμένος κατά τη χρονική στιγμή του εν λόγω αδικήματος (βλ. Rogers & Ewing, 1989).

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο των L.A. Heiden & M. Hersen Εισαγωγή στην κλινική ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr