Η Διαταραχή της Διαγωγής ανήκει στις «Διαταραχές της Συμπεριφοράς» και χαρακτηρίζεται από εναντιωματικές και αποκλίνουσες συμπεριφορές και αντικοινωνικές δραστηριότητες (ψέματα, κλοπές, φυγή από το σπίτι, σωματική βία κ.ά.), που επαναλαμβάνονται συστηματικά σε μεγάλο χρονικό διάστημα και παραβιάζουν τα βασικά δικαιώματα των άλλων ή τους κοινωνικούς κανόνες που έχουν τεθεί για κάθε στάδιο της ηλικίας και είναι πολύ πιο σοβαρή από τις συνήθεις αταξίες της ηλικίας.

Κλινική εικόνα της Διαταραχής της Διαγωγής

Ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, τα κλινικά χαρακτηριστικά ποικίλλουν.

Έτσι, στην προσχολική ηλικία, κυρίαρχες είναι οι εκρήξεις θυμού, η ανυπακοή, το πείσμα, η διάσπαση προσοχής και η άσκοπη κινητική δραστηριότητα.

Στη σχολική ηλικία, η λεκτική επιθετικότητα, η βίαιη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους και στα ζώα, οι έντονοι καυγάδες με τους ενήλικες και η καταστρατήγηση των σχολικών κανόνων όπως και οι κλοπές (συνήθως από το σπίτι), είναι βασικά χαρακτηριστικά της διαταραχής διαγωγής.

Στην εφηβεία, οι απειλές, οι διενέξεις, οι εκφοβισμοί και η φυσική επιθετικότητα είναι πιο έντονα, ενώ στις κλοπές, στις απάτες, στα σκασιαρχεία και στους βανδαλισμούς προστίθεται και η χρήση τοξικών ουσιών.

Τα συμπτώματα επιθετικότητας είναι πιο συχνά στα αγόρια, ενώ στα κορίτσια η αυθάδεια, η σεξουαλική ελευθερία, η εφηβική εγκυμοσύνη και τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, είναι τα πιο συχνά συμπτώματα.

Οι διαταραχές διαγωγής ξεκινούν στην παιδική ή την εφηβική ηλικία, με βασική ηλικία 9-14 ετών (Kessler et al., 2007), ενώ τα ποσοστά εμφάνισής τους στην εφηβική ηλικία είναι υψηλότερα σε σχέση με την παιδική (Merikangas, et al., 2010), με την μεγαλύτερη αύξησή τους μεταξύ των 11 και 13 χρόνων (Maugham, et al., 2004).

Το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό οικογενειακό επίπεδο (Hill, 2002), η διαμονή σε αστική περιοχή, αλλά και η διαμονή σε κάποιο ίδρυμα ή σε δομή αναδοχής φροντιδας (Schmid et al., 2008), φαίνονται να σχετίζονται με την συγκεκριμένη διαταραχή.

Συννοσηρότητα

Τα παιδιά με προβλήματα διαγωγής μπορεί να εμφανίσουν και μια σειρά από άλλες ψυχικές διαταραχές όπως ΔΕΠ-Υ, αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, χρήση ουσιών και μαθησιακές δυσκολίες.

Αποκτήστε το βιβλίο Δε θέλουν τιμωρία, αγάπη θέλουν, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Διαφορική διάγνωση

Εκτός όμως από την συννοσηρότητα, απαραίτητη είναι η διαφορική διάκριση της διαταραχής της διαγωγής από τις μεμονωμένες παραπτωματικές πράξεις που δεν έχουν βαρύτητα και διάρκεια, μιας και τα όρια ανάμεσα στη φυσιολογική και παθολογική παιδική συμπεριφορά σχετικά με τον σεβασμό των κανόνων και των αντικοινωνικών πράξεων, δύσκολα καθορίζονται.

Επιπλέον, διαφοροδιάγνωση πρέπει να υπάρξει και από νοσολογικές οντότητες όπως η μανία ή η σχιζοφρένεια, καθώς και από συμπεριφορές παραληρητικού τρόπου σκέψης και ψευδαισθήσεων, οι οποίες εντάσσονται στις ψυχωσικές διαταραχές.

Επιπρόσθετα, παραπτωματικές πράξεις που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια διασχιστικών επεισοδίων όπως βρισιές, κλοπές, ακατάλληλες σεξουαλικές συμπεριφορές, επιθέσεις εναντίων άλλων προσώπων, που όμως αρνούνται να παραδεχτούν ή δεν θυμούνται τα παιδιά ή οι έφηβοι, πρέπει να διαχωριστούν από τη διάγνωση της διαταραχής της διαγωγής.

Τέλος, ένας πλήρης νευρολογικός έλεγχος για αποκλεισμό πιθανής τραυματικής εγκεφαλικής βλάβης, που μπορεί να προκαλέσει συναισθηματική αστάθεια και μείωση της κριτικής ικανότητας και του ελέγχου των παρορμήσεων στο παιδί ή στον έφηβο, καλό θα ήταν να προηγηθεί πριν τεθεί η διάγνωση της διαταραχής της διαγωγής.

Αιτιοπαθογένεια Διαταραχής Διαγωγης

Η αιτιολογία της διαταραχής διαγωγής είναι πολυπαραγοντική και οφείλεται σε γενετική προδιάθεση, σε ορμονικούς παράγοντες, σε ιδιοσυστατικούς παράγοντες (δυσκολία η απορρυθμισμένη ιδιοσυγκρασία, έλλειψη ενσυναίσθησης και συναισθηματικής έκφρασης), χαμηλή νοητική νοημοσύνη και ακαδημαϊκή απόδοση, καθώς και διάφοροι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες (πρώιμο βίωμα της βίας, διαταραχές του δεσμού με την μητέρα, ανυπαρξία σταθερού οικογενειακού περιβάλλοντος, έλλειψη ορίων κ.λπ.), παίζουν σημαντικό ρόλο στη γένεση και στην πορεία της διαταραχής αυτής.

Πρόγνωση

Παράγοντες κακής πρόγνωσης της διαταραχής έχουν χαρακτηριστεί η πρώιμη εμφάνισή της, η παρουσία περισσότερων συμπτωμάτων σε περισσότερα πλαίσια (οικογένεια, σχολείο), καθώς και η γονεϊκή ψυχοπαθολογία (αλκοολισμός, διαταραχές προσωπικότητας των γονέων).

Θεραπεία Διαταραχής Διαγωγής

Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει, επίσης, να δοθεί σε μια συνδυασμένη θεραπευτική παρέμβαση στο παιδί, στους γονείς αλλά και στο ευρύτερο περιβάλλον του, που θα πρέπει να ακολουθηθεί για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η διαταραχή της διαγωγής στα παιδιά και στους εφήβους.

Η συμβουλευτική γονέων που θα υποδεικνύει στους γονείς τρόπους αλληλεπίδρασης με τα παιδιά τους, με σκοπό την ενίσχυση των επιθυμητών συμπεριφορών -μέσα από επαίνους, ενθάρρυνση κ.λπ.- και την αποθάρρυνση των αντικοινωνικών ή επιθετικών συμπεριφορών, είναι αρκετά σημαντική θεραπευτική παρέμβαση.

Επιπλέον, η λειτουργική οικογενειακή θεραπεία (Functional Family Therapy), που στοχεύει στην αλλαγή της συμπεριφοράς μέσα από την εκπαίδευση όλων των μελών της οικογένειας στην επικοινωνία, έχει αποδειχθεί από μελέτες ότι έχει θετικά αποτελέσματα στην μείωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς των εφήβων.

Η πολυσυστημική θεραπεια (Multisystemic Therapy), που απευθύνεται σε μια σειρά συστημάτων όπως η οικογένεια, οι συνομήλικοι, το σχολείο και η κοινότητα, τα οποία επηρεάζουν τη συμπεριφορά του παιδιού, έχει επίσης αποδειχθεί αποτελεσματική σε αρκετές μελέτες.

Τέλος, η φαρμακοθεραπεία σε υποκείμενη συννοσηρότητα, όταν χρησιμοποιείται με σύνεση, για σύντομα χρονικά διαστήματα, και με βάση τα ιδιαίτερα κλινικά ευρήματα, ενισχύει με τη σειρά της την αποτελεσματικότητα άλλων θεραπευτικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της διαταραχής διαγωγής.

Βιβλιογραφία

Hill, J., (2002), ”Biological, Psychological and Social Process in the Contact Disorders”, Journal of Child Psychology and Psychiatry, 43(1):133–164.
Kessler et al., (2007), “Age of Onset of Mental Disorders: A Review of Recent Literature”, Current Opinion in Psychiatry, 20(4):359-364.
Maugham et al., 2004), ”Conduct Disorder and Oppositional Defiant Disorder in a National Sample: Developmental Epidemiology”, journal of child Psychology and Psychiatry, 45(3):609–621.
Merikangas et al., (2010), ”Prevalence and Treatment of Mental Disorders among US Children in the 2001–2004 NHANES”, Pediatrics, 125(1):75–81.
Schmid et al., (2008), ”Prevalence of Mental Disorders among Adolescents in German Youth Welfare Institutions”, Child and Adolescent Psychiatry and Mental Health, 2(1):2.
World Health Organization. (1992), The ICD-10 Classification of Mental and Behavioural Disorders: Clinical Descriptions and Diagnostic Guidelines, Author, Geneva.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Καλλιόπη Κωστέα

kostea kaliopiΜphil Ψυχολογίας, University of Glasgow. Μaster practitioner in eating disorders and Obesity. Συντονίστρια σχολών γονέων. Σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού.
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.