Στη μελέτη των Dunn και συνεργατών (1981), οι ερευνητές πήραν πληροφορίες από τις μητέρες για τη συμπεριφορά του μεγαλύτερου παιδιού τους απέναντι στο μικρότερό του αδελφάκι, αγόρι ή κορίτσι. Οι ηλικίες των μεγαλύτερων παιδιών κυμαίνονταν μεταξύ 2 με 4 ετών, ενώ η ηλικία των μικρότερων τους ήταν από 8 έως 14 εβδομάδων.

Πώς τα παιδιά προσπαθούν να παρηγορήσουν

Διαπιστώθηκε ότι το ένα τέταρτο των μεγαλύτερων παιδιών προσπαθούσαν να ανακουφίσουν τα αδέλφια τους συχνά, το ένα τρίτο περιστασιακά και το υπόλοιπο ένα τρίτο σπάνια.

Ήταν, επίσης, εμφανές ότι μικρότερα παιδιά στρέφονταν στα μεγαλύτερα αδέλφια τους για να βρουν παρηγοριά: ήδη από τους 14 μήνες της ζωής, περίπου το ένα τρίτο των μικρότερων παιδιών έκανε κάτι τέτοιο.

Από την ηλικία των 14 έως 16 μηνών, τα μικρότερα παιδιά έδειχναν συναισθήματα αμοιβαιότητας, αφού προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τα μεγαλύτερα αδέλφια τους όταν εκείνα ήταν αναστατωμένα, ή επιχειρούσαν να παρηγορήσουν τα μεγαλύτερα αδέλφια τους όταν εκείνα ήταν αναστατωμένα, ή επιχειρούσαν να παρηγορήσουν τους γονείς τους όταν αυτοί είχαν κάποιο ατύχημα ή ήταν στενοχωρημένοι.

Σε μια ανάλογη μελέτη, οι Dunn &Kendrick (1979) επισκέφθηκαν τα σπίτια των παιδιών και παρατήρησαν τις αλληλεπιδράσεις τους με άλλους ανθρώπους.

Διαπίστωσαν ότι περίπου το 80% των μεγαλύτερων παιδιών προθυμοποιούνταν να βοηθήσουν ή έδειχναν τη συμπάθειά τους στα μικρότερα παιδιά, όταν εκείνα ήταν αναστατωμένα, προσφέροντας τροφή, παιγνίδια ή βοηθώντας τα μικρότερα παιδιά σε κάποια δραστηριότητα.

Οι Zhn-Waxler & Radke-Yarrow (1982) παρατήρησαν το πώς, με την πάροδο του χρόνου, μεταβάλλονται οι αντιδράσεις των παιδιών στη δυσφορία των άλλων ανθρώπων. Ζήτησαν από τις μητέρες να καταγράψουν τι έκανε το παιδί τους όταν κάποιος κοντά του έδειχνε δυσφορία. Συγχρόνως παρατήρησαν τις αντιδράσεις του παιδιού όταν η μητέρα ή ο παρατηρητής προσποιούνταν ότι ήταν στενοχωρημένοι.

Οι τυπικές αντιδράσεις των παιδιών στη δυσφορία των άλλων

Ακολουθούν οι τυπικές αντιδράσεις των παιδιών στη δυσφορία των άλλων ανά ηλικία.

10-12 μηνών: Τα παιδιά απλώς παρατηρούσαν τη δυσφορία των άλλων. Ωστόσο, στις μισές περίπου από τις περιπτώσεις έδειχναν κάποιο είδος δυσφορίας και τα ίδια. Δεν προσπαθούσαν όμως να παρηγορήσουν το άτομο που έδειχνε τη δυσφορία.

12-18 μηνών: Τα παιδιά έδειχναν μικρότερα σημάδια δυσφορίας όταν έβλεπαν κάποιον άλλο σε αυτή την κατάσταση, αλλά επενέβαιναν περισσότερο δραστικά. Συνήθως πλησίαζαν το άλλο άτομο και το άγγιζαν ή το χάιδευαν.

18-24 μηνών: Οι προσπάθειες των παιδιών γίνονταν πιο περίπλοκες. Τα παιδιά έφεραν στο άτομο που βρισκόταν σε κατάσταση δυσφορίας αντικείμενα τα οποία νόμιζαν ότι ίσως το βοηθήσουν. Πρότειναν τι μπορούσαν να κάνουν. Εξέφραζαν τη συμπάθειά τους με λόγια. Μερικές φορές έβρισκαν κάποιο τρίτο άτομο που μπορούσε να βοηθήσει. Άλλες φορές προσπαθούσαν να προστατεύσουν το άτομο που έδειχνε δυσφορία.

Τα αποτελέσματα αυτών των παρατηρήσεων δείχνουν ότι από την ηλικία των 18 μηνών η συμπεριφορά του παιδιού συχνά υποδηλώνει μια ιδιαίτερα αναπτυγμένη κατανόηση του προβλήματος.

Ένα από τα παιδιά που μελετήθηκαν είχε εκνευρίσει τη μητέρα του επειδή είχε λερώσει το χώρο. Προσπάθησε τότε να την καταπραΰνει λέγοντας «Θέλω τη μαμά μου», στη συνέχεια την αγκάλιασε και της είπε «Θα τα καθαρίσω» και τελικά προσπάθησε να το κάνει. Το παιδί αντιδρούσε στη δυσφορία τη μητέρας του με έναν αρκετά περίπλοκο τρόπο, προσπαθώντας συγχρόνως να διορθώσει και τη ζημιά.

Πώς αντιμετωπίζουν τα κακοποιημένα παιδιά τη δυσφορία των άλλων

Οι Main & George (1985) στη δική τους μελέτη έδειξαν ότι τα κακοποιημένα παιδιά αντιδρούσαν με διαφορετικό τρόπο όταν αντιμετώπιζαν τη δυσφορία ενός άλλου παιδιού. Οι ερευνητές παρατήρησαν δύο ομάδες παιδιών που προέρχονταν από οικογένειες χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου, στις οποίες οι μητέρες συντηρούνταν με κρατικό επίδομα και οι πατέρες ήταν συχνά απόντες. Η πρώτη ομάδα περιλάμβανε παιδιά που είχαν κακοποιηθεί σε ποικίλο βαθμό, ενώ η δεύτερη ομάδα περιλάμβανε παιδιά χωρίς ιστορικό κακομεταχείρισης.

Οι δυο ομάδες παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στον παιδικό σταθμό και ήταν ξεκάθαρο ότι οι αντιδράσεις τους στη δυσφορία των άλλων παιδιών ήταν διαφορετικές.

Τα παιδιά που δεν είχαν ιστορικό κακοποίησης προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τα άλλα παιδιά όταν εκείνα έδειχναν στενοχωρημένα, σε αντίθεση με τα κακοποιημένα παιδιά που σπάνια επιχειρούσαν κάτι παρόμοιο.

Τα δεύτερα, μερικές φορές, απλώς στέκονταν και κοίταζαν, ή χτυπούσαν χαϊδευτικά με μηχανικό τρόπο το παιδί που έκλαιγε, προσπαθώντας να το καθησυχάσουν. Πιο συχνά, όμως, γίνονταν εχθρικά και απειλούσαν το παιδί. Περιστασιακά, αναστατώνονταν και έδειχναν φόβο ή δυσφορία ή και τα δύο. Τα μη κακοποιημένα παιδιά πολύ σπάνια έκαναν απειλητικές κινήσεις και ποτέ δεν έδειξαν αυτό το είδος δυσφορίας ή φόβου σε παρόμοιες καταστάσεις.

Διατήρηση του κύκλου κακοποίησης και πρότυπα συμπεριφοράς

Από τη μελέτη γίνεται φανερό ότι η προέλευση ενός ατόμου από μειονεκτικό περιβάλλον δεν οδηγεί από μόνη της σε προβλήματα στις σχέσεις. Τα μη κακοποιημένα παιδιά που συμμετείχαν στη μελέτη έδειξαν το ίδιο ενδιαφέρον και φροντίδα με τα παιδιά που προέρχονταν από σταθερές οικογένειες της εργατικής ή της μεσαίας τάξης.

Ωστόσο, τα κακοποιημένα παιδιά αντέδρασαν στη δυσφορία των άλλων παιδιών με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τα φυσιολογικά παιδιά αντιδρούν στο θυμό, δηλαδή έδειχναν να αναστατώνονται περισσότερο, να αδιαφορούν για την κατάσταση ή να γίνονται επιθετικά

Ίσως αυτός να είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους διατηρείται ο «κύκλος της κακοποίησης»: τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες όπου υπάρχει κακοποίηση, όταν μεγαλώσουν, κακοποιούν με τη σειρά τους τα δικά τους παιδιά. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτο. Πολλοί άνθρωποι ξεπερνούν τις επιπτώσεις των πρώιμων δυσμενών εμπειριών της ζωής τους και ως ενήλικοι αναπτύσοουν φυσιολογικές, ψυχολογικά υγιείς, σχέσεις.

Υπάρχουν όμως, όπως φαίνεται, πολλές περιπτώσεις όπου ο κύκλος της κακοποίησης διατηρείται και επαναλαμβάνεται σε μια οικογένεια. Μια εξήγηση είναι ότι οι γονείς που κακοποιούν τα παιδιά τους αποτελούν οι ίδιοι πρότυπα συμπεριφοράς. Τα παιδιά τους, δηλαδή, μαθαίνουν να βλέπουν τη δυσφορία των άλλων σαν ένα σήμα για να επιδείξουν επιθετική συμπεριφορά.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από τον Β' τόμο του βιβλίου Εισαγωγή στην ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr