Σύμφωνα με την εξελικτική συστημική προσέγγιση (Γιαννούσης, 2021) ο ρεαλισμός επιβάλλει σε κάθε ψυχοθεραπευτική προσέγγιση οι άνθρωποι να πορεύονται με υπομονή, επιμονή, συνέπεια και θάρρος στον δρόμο που υποδεικνύουν οι πανανθρώπινες αξίες της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.

Διότι ανάμεσα στην πανσπερμία και στην αξιοθαύμαστη διαφορά των ηθών και των χαρακτήρων συναντούμε παντού τις ίδιες ιδέες της δημοκρατίας, της ισονομίας, της δικαιοσύνης, της εντιμότητας, κ.λπ., παντού τις ίδιες έννοιες του καλού και του κακού που συνθέτουν έναν κοινό παρανομαστή. Η ψυχοθεραπεία έχει χρέος να πορεύεται προς αυτόν τον κοινό παρανομαστή.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, κατέχουμε τις αρετές επειδή τις έχουμε ασκήσει, όπως συμβαίνει και με τις άλλες τέχνες. Όπως γίνεσαι μαραγκός φτιάχνοντας πόρτες κι έπιπλα και μουσικός εξασκούμενος παίζοντας ένα μουσικό όργανο, με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε δίκαιοι, σώφρονες και γενναίοι, εξασκούμενοι σε πράξεις δίκαιες, σώφρονες και γενναίες. Τίμιος και συνετός για παράδειγμα δεν είναι αυτός που δεν παρακούει τους νόμους και τους κανόνες από φόβο, αλλά από την ενάρετη πεποίθηση ότι αυτό είναι το σωστό.

Στις κοινωνίες μας ο πρώτος είναι ένα ευδόκιμο προϊόν και σχεδόν πάντα καταφέρνει να ξεγελάσει τους νόμους, έχοντας ένα ισχυρό οπλοστάσιο ομοίων στον πλευρό του, ενώ ο δεύτερος αισθάνεται συνήθως την απέραντη μοναξιά της ηθικής υποχρέωσης, έχοντας μόνο ως συμπαραστάτη την συνείδησή του και ίσως μια μικρή ομάδα ανθρώπων να τον περιβάλλει με αγάπη και κατανόηση.

Οι άνθρωποι επομένως λάμπουν και βρίσκουν τις αντίστοιχες διεξόδους όχι μόνο μέσα από την απόκτηση και ενίσχυση των γνωσιολογικών τους δεξιοτήτων, αλλά κυρίως μέσα από το ήθος και την συνέπεια που θα επιδείξουν κατά την διαδικασία της πραγμάτωσης τους. Στην ενίσχυση αυτής της έμπρακτης επένδυσης στην επαλληλότητα μεταξύ λόγων, συναισθημάτων και πράξεων, χρειάζεται να στοχεύει και η ψυχοθεραπευτική πράξη.

Αναμφίβολα η γνώση του εαυτού είναι μια πολύ σημαντική και θαυμάσια διεργασία στον ψυχοθεραπευτικό κύκλο της αλλαγής, επιπλέον όμως σημαντικό είναι να μάθει κάποιος να ενεργεί με βάση ηθικούς κανόνες. Η ηθική μας διάσταση συνταυτίζεται με την δέσμευση μας προς τον συνάνθρωπο, επιλέγουμε να είμαστε ηθικοί αναγνωρίζοντας την ευθύνη μας προς τον άλλο, επειδή ήδη έχουμε επιλέξει να είμαστε άνθρωποι με όραμα για μια καλύτερη κοινωνία, μια δίκαιη κοινωνία, μια κοινωνία με ήθος, αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη.

Το χρέος της ψυχοθεραπείας

Το χρέος της ψυχοθεραπείας είναι να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να συνθέσει έναν εαυτό που δεν θα επι-χαίρεται μονάχα με τα επιτεύγματά του και την ενδυνάμωση του κοινωνικού του κύρους, αλλά και από την ανάγκη να εμπνέει στους γύρω του το αδιαμεσολάβητο συναίσθημα του σεβασμού προς το πρόσωπό του κι ο σεβασμός δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται. Η ψυχοθεραπεία διευκολύνει κατ’ ουσία την διεργασία της προσωπικής αλλαγής, ώστε το άτομο να καταστεί ένα από τα συνεκτικά στοιχεία του κοινωνικού δεσμού.

Έχει επομένως έναν μετασχηματιστικό χαρακτήρα για το ίδιο το άτομο και έναν ηθικό χαρακτήρα για τη μορφή της κοινωνικής συγκρότησης. Η αλλαγή συνδέεται με την ηθική και η ηθική εμπεριέχει την προσωπική αλλαγή του καθενός.

Η ηθική τάξη, η οποία αναφέρεται στον δημόσιο βίο των ανθρώπων συντελείται παράλληλα και μέσα στις ψυχικές διεργασίες του ανθρώπου, στην συνάντησή του με τις πανανθρώπινες αξίες και διεργασίες που ορίζουν την ύπαρξη και την συνύπαρξη. Και η ηθική ενσαρκώνεται στο πεδίο της πράξης, εκεί όπου συναντιούνται όλες οι συνιστώσες που συγκροτούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Στην πράξη κι όχι στα χαρακτηριστικά εικονοποιούνται οι ηθικές γραμμές μιας κοινωνίας, η οποία όσο πιο συμπαγής είναι τόσο περισσότερο επιτρέπει και αναδεικνύεται μέσα από την συνύπαρξη της διαφορετικότητας.

Η διαφορετικότητα δεν έχει ψυχολογικά χαρακτηριστικά κι ως εκ τούτου θα λέγαμε πως δεν υφίσταται, παρά μόνο ως πράξη. Για παράδειγμα, η ομοφυλοφιλία δεν έχει κάποια ψυχολογικά χαρακτηριστικά, αλλά υφίσταται ως μια πράξη με πολιτισμικό (κοινωνικό-οικονομικό, ιδεολογικό) υπόβαθρο. Οι άνθρωποι δηλαδή πράττουν και αυτές τους οι πράξεις εντάσσονται με έναν ειδικό τρόπο μέσα στο εκάστοτε ηθικό σύστημα και τις αδρές γραμμές της κουλτούρας.

Εκεί αποκτούν και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που αναδεικνύονται από τις κοινωνικές τους μορφές. Κατά κάποιο τρόπο επομένως γίνεται κατανοητό πως τα λεγόμενα ψυχολογικά γνωρίσματα δεν είναι παρά απολήξεις της κουλτούρας και της ηθικής μιας κοινωνίας, τα οποία ασφαλώς και είναι σημαντικά, εφόσον ακουμπούν στην μοναδικότητα του προσώπου, ενώ παράλληλα βρισκόμενα σε διαρκή συναλλαγή και αλληλεπίδραση με αυτές, έχουν κι έναν γενεσιουργό χαρακτήρα.

Η διεργασία της αυτό-βελτίωσης ως γενεσιουργός αιτία της κοινωνικής αλλαγής

Σε ένα κόσμο έκπτωσης των αξιών και παρατεταμένης κρίσης της κοινωνίας των θεσμών, σε έναν κόσμο ασέβειας προς το φυσικό περιβάλλον, σε έναν κόσμο όπου η πονηρία ανάγεται σε προσόν, η εγκατάλειψη των συμφωνημένων επιβραβεύεται, οι δογματισμοί οργανώνονται συστηματικά και κράτος και κοινωνία λειτουργούν με ένα τεράστιο έλλειμα αξιοκρατίας, η ψυχοθεραπεία χρειάζεται να συμβάλλει στην αναμενόμενη και επιβαλλόμενη ανατροπή της πορείας του κόσμου, παρεμβαίνοντας διορθωτικά προκειμένου να παραδοθεί λιγάκι καλύτερος στις νέες γενιές.

Η ψυχοθεραπεία αναπτύσσεται ως αντίβαρο στην πλήρη αδυναμία μας να προτείνουμε ένα πλαίσιο για το «ευ ζην»: ένα πλαίσιο στο οποίο θα απαντώνται από κοινού ποιες είναι οι ηθικές αρχές και τι οράματα προτείνουμε στις επόμενες γενιές.

Οι άνθρωποι επομένως που βρίσκονται σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία χαρακτηρίζονται από μια γενναία στάση, επειδή τολμούν να επιχειρήσουν πολλές προσωπικές υπερβάσεις και κυρίως επειδή μέσα από την προσωπική τους αλλαγή ενδέχεται να συμπαρασύρουν και την κοινωνική αλλαγή. Πρωτίστως, βέβαια, ο σκοπός της ψυχοθεραπείας είναι η διεργασία της προσωπικής αλλαγής κι όσοι την ακολουθούν γνωρίζουν πως η αλλαγή δεν είναι σκοπός, αλλά διεργασία στο διηνεκές.

Το νόημα της αυτοπραγμάτωσης δεν υπεισέρχεται μόνο στα μονοπάτια ενός σκοπού, αλλά στις διεργασίες που τον επιδιώκουν.

Εξάλλου, ο σκοπός πάντοτε έχει κι έναν ουτοπικό χαρακτήρα, χρησιμεύει ως φωτεινό αστέρι που θα φωτίσει μια διαδρομή κι όχι τερματικός σταθμός. Αυτή η αέναη διεργασία της προσωπικής αλλαγής ενίοτε συμπαρασύρει και αλλαγές στον κοινωνικό δεσμό και γίνονται η γενεσιουργός αιτία της κοινωνικής αλλαγής. Εξάλλου η ιστορική ματιά καταμαρτυρεί πως τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές έχουν την αφετηρία τους στις μειονότητες, στην βάση τους δηλαδή ακουμπούν στους προσωπικούς μετασχηματισμούς κάποιων πρωτοπόρων.

Ο παραπάνω συνειρμός επιβεβαιώνει πως η ψυχοθεραπευτική πράξη δεν είναι ακριβώς ακτιβιστική πράξη, ενέχει τέτοιες επιδιώξεις, παραμένει όμως σε συνάφεια με την έννοια της προσωπικής αλλαγής, ως την κινητήριο δύναμη και της κοινωνικής αλλαγής.

Αντιστοίχως ο έχων την ιδιότητα του ψυχοθεραπευτή, ως πολίτης και συμμετέχων σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, μπορεί να λειτουργήσει ως πνευματικός ταγός μέσα από τις δράσεις του στο κοινωνικό πεδίο και να εμπνεύσει με αυτό τον τρόπο τους θεραπευόμενους, αλλά δεν μετατοπίζεται από τον ουσιαστικό του ρόλο, ο οποίος συγκλίνει στην διεργασία της προσωπικής αλλαγής.

Σύμφωνα με την εξελικτική συστημική προσέγγιση είναι σημαντικό να δούμε την διασύνδεση του ατομικού με το κοινωνικό και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Κυρίως επειδή ακόμη κι αν υποθέσουμε πως το άτομο αλλάζει θα πρέπει να αναρωτηθούμε που και πώς θα επενδύσει αυτή την αλλαγή.

Η προσωπική αλλαγή

Η προσωπική αλλαγή έχει νόημα μόνο εάν ενσαρκώνεται στο πεδίο των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων κι ως εκ τούτου εδραιώνεται στον κοινωνικό στίβο ή στον στίβο των σχέσεων.

Η προσωπική αλλαγή κινείται περιμετρικά ενός κοινωνικού πλαισίου αναφοράς το οποίο ορίζει τα μοτίβα δράσης, σε ένα ευρύ φάσμα επιλογών και μέσω της κουλτούρας, των θεσμών και των νόμων, διαμορφώνει το ηθικό της περίβλημα.

Στον σημερινό κατακερματισμένο κόσμο των ιδεών, των αντιλήψεων, των αρχών, των αξιών και της υπερδιαφοροποιημένης κουλτούρας και ηθικής δημιουργούνται στον άνθρωπο πολλαπλά διλήμματα κι ερωτήματα, τα οποία ενίοτε τον αφήνουν μετέωρο στο ατομικό του σύμπαν νοημάτων.

Σαλάχ Αμπντέλ Σαμπούρ, «Ερωτήματα»

Ο Πωλ Ελυάρ με ρωτάει

τη σημασία της λέξης 

«Ελευθερία».

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ με ρωτάει

τη σημασία της λέξης 

«Δικαιοσύνη».

Ο Ντάντε Αλιγκιέρη με ρωτάει

τη σημασία της λέξης

«Έρωτας».

Ο Ιμπν Χουσέιν Ελ Κέντι

-αυτός που λέμε Μουτανάμπι-

με ρωτάει τη σημασία της λέξης

«Φιλότιμο».

Ο Γέροντάς μου, ο τυφλός σεΐχης μου

με ρωτάει τη σημασία της λέξης

«Αλήθεια».

Κι εγώ 

μη βρίσκοντας απάντηση

τυραννιέμαι χρόνια.

Περπατώ στους δρόμους της οικουμένης,

διασχίζω τον κόσμο,

διασχίζω τον ήλιο,

τα πόδια μου,

πληγωμένα από την περιπλάνηση 

με ρωτούν τη σημασία της λέξης 

«Σιωπή».

~

Σαλάχ Αμπντέλ Σαμπούρ (1931-1981), Μετ. Κωστής Μοσκώφ, «Αραβική ποίηση- 20ος αιώνας», Καστανιώτης 1994.

Το νόημα που αποδίδουμε στις πράξεις μας

Ο κατακερματισμός των νοημάτων και της ηθικής αξίας που τους αποδίδουμε οδηγεί σε ρήξη του κοινωνικού δεσμού, σε ένα δηλαδή ατελές εμείς. Ακριβώς αυτό το ατελές εμείς είναι το πλαίσιο που παράγει την ψυχική δυσλειτουργία και ασθένεια κι αυτό ακριβώς είναι που θα θεραπεύσει την ψυχική δυσλειτουργία και ασθένεια. Είμαστε στο κομβικό εκείνο σημείο όπου τα νοήματα χρειάζεται να διασυνδεθούν με μια διαφορετική ηθική, η οποία θα απορρέει από την συμμετρία της εξουσίας και την αρμονία της κατανομής ισχύος.

Μια ηθική που θα ακουμπά στη συλλογική μνήμη και κουλτούρα της ομάδας αναφοράς και που θα διατρέχεται από την αναγνώριση του προσωπικού μόχθου και της αναγκαιότητας του μαζί.

Το νόημα που αποδίδουμε στις πράξεις μας ατομικά ή συλλογικά έχει τεράστια ισχύ σε αυτές. Το νόημα καθίσταται ο ρυθμιστής και ο άρχων της διεργασίας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Όταν η εξουσία παραδίδεται στο νόημα κι όταν αυτό είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των ανθρώπων (έχει δηλαδή εγκαθιδρυθεί έπειτα από την βάσανο της εμπειρίας, της καλλιέργειας, κλπ.) τότε αυτή γίνεται δημιουργός κι όχι δυνάστης.

Εξ’ αυτού η διασύνδεση του νοήματος με μια νέα ηθική, όπως περιέγραψα παραπάνω καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ.

Εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα μοντέλο από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε πολλά διδάγματα και προτάσεις για να φτιάξουμε ως κοινωνία το νέο μας ηθικό οπλοστάσιο. Το κοινοτικό μοντέλο συνύπαρξης και η κοινοτική ηθική είναι ένα αξιοπρόσεχτο παράδειγμα. Όπως, αντιστοίχως, στα όρια της ψυχοθεραπευτικής πράξης, η θεραπευτική ομάδα επανέρχεται δυναμικά ως πρόταση ενός νέου συλλογικού μοντέλου και ως τροφοδότης μιας νέας «κοινοτικής» ηθικής.

Η θεραπευτική ομάδα προάγει την αυτονομία ως μήτρα μιας βιωματικής ελευθερίας, η οποία ενσαρκώνεται στους κόλπους μιας ομάδας αναφοράς. Γίνεται το σημείο όπου μπορούν να πραγματωθούν δύο ζωτικές ανάγκες κι επιθυμίες του κάθε ανθρώπου, να νιώθει ασφαλής κι ελεύθερος.

Στην θεραπευτική ομάδα αναζωπυρώνεται το κοινοτικό σύστημα αξιών, το οποίο στηρίζεται στην αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια, ως μέσο επιβίωσης και επιδίωξης των σκοπών της κοινότητας και των μελών της. Επιπροσθέτως, ως αναγκαία διαφοροποίηση επιδιώκει μια διαφορετική μορφή, από αυτή της παραδοσιακής κοινότητας, του κοινωνικού εξισωτισμού, η οποία θα σέβεται και θα ενισχύει σε όφελος της ομάδας την διαφορετικότητα.

Το πρόταγμα της ισότητας ως του σημαντικότερου ηθικού αναχώματος διαπερνά και διαχέεται από τις νοηματικές κατασκευές της κοινωνίας και συγκλίνει στο ότι η αυτοπραγμάτωση δεν αποτελεί μια ανεξάρτητη βούληση, καθώς εντάσσεται εξαρχής σε ορισμένους αποδεκτούς, δηλαδή κοινωνικούς, σκοπούς.

Η θεραπευτική ομάδα καθίσταται η αιχμή του δόρατος μιας ψυχοθεραπευτικής ματιάς που οδεύει προς την ενίσχυση του κοινωνικού δεσμού ως κατακλείδα και της προσωπικής ευημερίας.

Η ψυχοθεραπευτική πράξη αποκτά στο πλαίσιο της θεραπευτικής ομάδας μια επιπλέον διάσταση, αυτή της γενεαλογίας της ομάδας. Κάθε ομάδα δεν είναι απλά το άθροισμα των μελών της, αλλά διαποτίζεται από τις εσωτερικές διεργασίες που επισυμβαίνουν στον οριζόντιο και κάθετο άξονα της ζωής της, δηλαδή από την δυναμική των σχέσεων στο ιστορικό συνεχές της ύπαρξής της.

Εξάλλου το δικό μας ιστορικό/κοινωνικό πλαίσιο προτάσσει πως η αυτοσυνειδησία μας αναδύεται μέσα από την κατανόηση του ιστορικού μας γίγνεσθαι και της αίσθησης της διαγενεακής μας συνέχειας.

Η ανάγκη οριοθέτησης της συλλογικής συνείδησης (ιστορικής, εθνικής), ως πρόταγμα της ψυχοθεραπείας

Για να οδηγηθεί σε προσωπικές αλλαγές ο άνθρωπος χρειάζεται να κατανοεί την πραγματικότητα και να ορίζει συνειδητά το προσωπικό του στίγμα στο σύμπαν αυτής. Έτσι θα ορίσει και τις συντεταγμένες του ταξιδιού του προς την αυτοπραγμάτωση, ένα ταξίδι που μοιάζει με αυτό του Οδυσσέα στην επιστροφή του από την Τροία στην πατρίδα του την Ιθάκη.

Στην διαδρομή της αυτοπραγμάτωσης θέτουμε έναν προορισμό και ακολουθώντας την πορεία προς αυτόν προσπαθούμε να είμαστε πάντα ενήμεροι για τους ενδιάμεσους σταθμούς, για τους κινδύνους και έτοιμοι να επανασχεδιάζουμε το δρόμο μας μετά από απρόοπτες κακοτοπιές και λάθη.

Ο Οδυσσέας ως ήρωας της μυθολογικής μας ιστορίας μάς παραδίδει ένα σύνολο γνωρισμάτων που συνθέτουν την ιδιοπροσωπία μας.  Αναγνωρίζοντας αυτή την ιδιοπροσωπία ως το χαρακτηριστικότερο ενδεχομένως, όχι βιολογικά, αλλά πολιτισμικά, εδραιωμένο διαχρονικό μας στοιχείο, θα έλεγα πως η ταυτότητά μας είναι συνυφασμένη με την ρίζα και το νόημα που της αποδίδουμε υφαίνεται μέσα από την επιστροφή σε ό,τι αυτή συμβολίζει για εμάς.

Οι ρίζες, γενεαλογικές, πολιτισμικές, ιστορικές, κοινωνικές υφαίνουν τον ιστό του εαυτού μας και αυτόν του ευρύτερου συνόλου μας.

Η ψυχοθεραπεία ως νόημα

Η ψυχοθεραπεία ως νόημα είναι μια πράξη που οφείλει να συνέχει τις ιδιαιτερότητες της ελ­ληνικής κουλτούρας και ιδεολογίας, το πλέγμα του εθνικού μας χαρακτήρα σε όλες του τις εκφρά­σεις.

Ενός εθνικού χαρακτήρα που έχει διαμορφω­θεί στη διάρκεια μιας μακράς ιστορικής περιόδου τουλάχιστον τριών χιλιετηρίδων, μέσα από μεγάλες και μικρές ιστορίες επιτευγμάτων και άλλες τόσες γεμάτες από ήττες και διχασμούς, μέσα εν τέλει από μεταπτώσεις και αλλαγές, που δεν έχει ίσως γνωρίσει κανέ­νας άλλος ιστορικός λαός: από το ζενίθ της κλασικής αρχαιότητας και της φιλοσοφίας, στη διαμόρφωση ενός οικουμενικού πολιτισμού με τον Αλέξανδρο, τον χριστιανισμό και το Βυζάντιο, στην κατάρρευση των Αλώσεων, στην αναγέννηση του ’21, στο ναδίρ της σημε­ρινής παρακμής.

Οι ρίζες που συνδέουν υπαρξιακά, πολιτισμικά και κοινωνικά τον Έλληνα άνθρωπο, καθώς και η ποικιλομορφία της διαδρομής μας ως έθνος, μας προτρέπουν πως είναι χρήσιμο στο δρόμο της ψυχοθεραπείας να συναντηθούμε άφοβα με όλες τις μορφές της ζωής και να επιτρέψουμε την αναμόχλευση όλων των πνευματικών και βιοτικών ανησυχιών, συχνά και αυτών που είναι ή ανήκουν σε διαφορετικά ή και ανταγωνιστικά ιδε­ολογικά συστήματα αναφοράς.

Ο τρόπος συγκρότησης των Ελλήνων σε ομάδες εξάλλου δείχνει αυτήν την ποικιλομορφία, η οποία ακολουθεί εν πολλοίς και την ποικιλομορφία της γεωγραφικής κατανομής του τόπου μας. Και τι πιο σοφό υπόδειγμα συνύπαρξης από αυτό, δηλαδή από την ενιαία συλλογική κουλτούρα, η οποία διαπνέεται από επιμέρους ιδιαιτερότητες.

Στην ελληνική παράδοση η κοινή κουλτούρα στηρίζεται και σε αυτή την αποδοχή της ποικιλομορφίας της ύπαρξης και της κοινής σύμπλευσης σε ένα σκοπό.

Η ψυχοθεραπεία δίνει ένα πλαίσιο και μια «ιστορική» κατανόηση για το τι συνέβη στον κάθε άνθρωπο, στην κάθε οικογένεια, στο κάθε σύστημα. Και αντιστοίχως του πλαισίου αναφοράς διακινεί τις αντίστοιχες πολιτισμικές αναφορές.

Για παράδειγμα, η ψυχοθεραπευτική διεργασία στις Ηνωμένες πολιτείες της Αμερικής, οι οποίες εν τη γενέσει τους, ως χώρα, έχουν έναν επεκτατικό χαρακτήρα, εμπεριέχουν στο συλλογικό της φαντασιακό την έννοια της επέκτασης, της στόχευσης για έναν καλύτερο εαυτό, για έναν εαυτό που θα φτάνει όλο και πιο πέρα.

Από την άλλη στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπου κυριαρχεί η νοησιαρχία, η διεργασία διατρέχεται από μια αναλυτική και ερμηνευτική στάση έναντι της θεραπευτικής αλλαγής, διά μέσου της ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας.

Στις χώρες της Ανατολής, όπου κυρίαρχο είναι το συναίσθημα η διεργασία κυριαρχείται από τις συναισθηματικές καταγραφές των πράξεων. Στην Ελλάδα μας η διεργασία καταφανώς πατάει πάνω στην γενεαλογία, στις «ιστορικές» αφηγήσεις (στις ιστορικές αναφορές και τις προφορικές ιστορίες) και στην αυξημένη αναγκαιότητα για την συμμετοχή σε μικρότερα συστήματα αυτοαναφοράς, τα οποία συνέχουν και συνέχονται από το ευρύτερο πλαίσιο.

Η αναζωπύρωση στις μέρες μας συζητήσεων για συλλογικά εγχειρήματα και μορφές συλλογικής δράσης «γεννιέται» λόγω της ανάγκης να επιλυθούν καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων, τα οποία ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης δημιουργεί, αλλά παράλληλα αποτυγχάνει να επιλύσει ή να εξισορροπήσει.

Στο διάκενο αυτής της συνθήκης, είναι αναγκαία η επαναδόμηση και η επαν-οικείωση της ψυχοθεραπευτικής θεωρίας και πράξης, η οποία επανα-κοινωνικοποιώντας τον άνθρωπο ως δρώντα πρόσωπο που συμμετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι κι όχι ως άτομο, επιχειρεί να συμβάλλει στην δημιουργία ενός κόσμου ηθικής αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης.

Η επαναδόμηση αυτή περνάει μέσα από την αποδόμηση του καπιταλιστικού φαντασιακού που υποδόρια διατρέχει την συγκρότηση του σύγχρονου υποκειμένου και την κατεύθυνση προς την εννοιολογική του συνάφεια με την «κοινοτική» ιδεολογία και κουλτούρα.

Κι όλα αυτά τόσο μέσα από την υπερευαισθητοποίηση στα μεγάλης κλίμακας ζητήματα όσο και στα καθ’ ημάς ζητήματα της νοηματοδότησης της ύπαρξης μέσα στο πεδίο της αυτοπραγμάτωσης και της αλληλεπίδρασης.

Η κοινότητα ως ηθική οντότητα αποδίδει ένα διαφοροποιημένο πλαίσιο κοινών συνισταμένων και θέτει τα όρια της κοινωνικής συσχέτισης. Ωστόσο, η επικαιροποίηση της ιδεολογίας του κοινοτισμού επιβάλλει νέες νοηματοδοτήσεις σε όλες τις προσωπικές, συλλογικές και θεσμικές συνιστώσες του κοινοτικού εγχειρήματος. Κυρίως δε χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε όντας μέσα στο πλαίσιο τις έννοιες της εξουσίας και της ιεράρχησης στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της έννοιας της προσωπικής ελευθερίας και της ενίσχυσης του «ανήκειν».

Δηλαδή στις νέες μορφές συλλογικής συνύπαρξης είναι το ίδιο αναγκαία και χρήσιμη η ύπαρξη κοινών και σταθερών συνισταμένων, συχνά ωστόσο μεταβαλλόμενων, όσο και η αποδοχή της προσωπικής οντότητας του κάθε μέλους.

Ουσιαστικά αναφέρομαι σε μια κοινότητα ανθρώπων που λειτουργεί αυτοθεραπευτικά και καταργεί στην πράξη την ψυχοθεραπευτική διεργασία (;). Εντούτοις, τουλάχιστον στη διαδρομή που έχουμε να διανύσουμε ως τότε, η διεργασία της ψυχοθεραπείας μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα. Η λειτουργία της ψυχοθεραπείας γίνεται έτσι ένα γρανάζι της φιλοσοφίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης, των τεχνών, της ίδιας της ζωής.

Αναζητώ την συσχέτιση του νοήματος της ψυχοθεραπείας με την ιδεολογία της κοινότητας και για έναν επιπλέον λόγο, οι κοινότητες συμπυκνώνουν πολλά από τα δομικά στοιχεία του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως την συγκρότησή τους και την σταδιακή τους συρρίκνωση.

Το λαϊκό πνεύμα συναντάται στο σταυροδρόμι της αρχαιοελληνικής γραμματείας, του Βυζαντίου, αλλά και της διαχρονικής και διαρκούς ανταλλαγής (είτε λόγω της τουρκοκρατίας, είτε λόγω των ταξιδιών, είτε λόγω της μετανάστευσης και του εμπορίου) πολιτισμικών στοιχείων που συνθέτουν και ανασυνθέτουν δημιουργικά τον πολιτισμό μας.

Διότι όπως εξηγούσα παραπάνω η ελληνικότητα ως ενιαίο ψυχικό όργανο συντίθεται από επί μέρους διαφορετικούς σχηματισμούς, οι οποίοι παρότι διαφορετικοί κουβαλούν εν σπέρματι και αναγεννησιακά το πνεύμα της. Το ίδιο συμβαίνει και στους μικρότερους σχηματισμούς έως το κύτταρο της οικογένειας, εκεί όπου καλούμαστε να σεβόμαστε την ιδιαιτερότητα του καθενός (ελευθερία) και παράλληλα να αισθανόμαστε και να καλλιεργούμε το μαζί (ανήκειν).

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Γιώργος Γιαννούσης - Ψυχοθεραπευτής

Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός θεραπευτής, Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Ινστιτούτο εφαρμοσμένης συμβουλευτικής & ψυχοθεραπείας - ΝΗΜΑ.