Κανείς δεν σας απορρίπτει εκτός από τον ίδιο σας τον εαυτό. Μου πήρε δεκαετίες για να συγχωρήσω τον εαυτό μου που επέζησα.

Αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο το 1969. Ήμουν σαρά­ντα δύο ετών, μητέρα τριών παιδιών και μετανάστρια. Για να μάθω αγγλικά και να επιστρέψω στα θρανία χρειάστηκε να επιστρατεύσω όλο το κουράγιο και τους πόρους μου. Αλλά αποφοίτησα με άριστα!

Παρ’ όλα αυτά, δεν πήγα στην τελετή αποφοίτησής μου. Ντρεπόμουν πολύ.

Όπως πολλοί άλλοι επιζώντες, τα χρόνια μετά τον πόλεμο έπρεπε να αναμετρηθώ με τις ερινύες μου. Είχαν περάσει είκοσι τέσσερα χρόνια από τότε που η αδελφή μου η Μάγδα κι εγώ απελευθερωθήκαμε. Μολαταύτα αδυνατούσα να καταλάβω γιατί εγώ είχα επιζήσει, ενώ οι γονείς μου, οι παππούδες μου και άλλα έξι εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εξοντωθεί.

Ακόμη και οποιαδήποτε εορταστική περίσταση ή ευκαιρία για αναγνώριση των επιτευγμάτων μου αμαυ­ρωνόταν από τη βεβαιότητά μου ότι ήμουν καμένο χαρτί, ότι δεν μου άξιζε η χαρά, ότι για κάθε κακό που συνέβαινε κατά κάποιον τρόπο έφταιγα εγώ, ότι ήταν ζήτημα χρόνου να μάθουν όλοι πόσο διαλυμένη ήμουν.

Η διαφορά ανάμεσα στις ενοχές και τις τύψεις

Ενοχή σημαίνει να κατηγορώ τον εαυτό μου, να πιστεύω ότι κάτι είναι δικό μου λάθος. Και είναι σημαντικό να δια­χωρίζετε την ενοχή από τις τύψεις.

Οι τύψεις είναι η δέουσα αντίδραση σε κάποιο επιζήμιο λάθος μας ή κάποιο σφάλμα που ενδεχομένως κάναμε. Είναι πιο κοντά στη θλίψη. Σημαί­νει πως αποδεχόμαστε το γεγονός ότι το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν και ότι δεν μπορεί να αναιρεθεί. Δείχνει ότι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αισθανθεί θλίψη για όσα συνέβησαν.

Μπορώ να αισθάνομαι τύψεις αλλά και να ανα­γνωρίζω ότι όσα έχω ζήσει, ότι οι επιλογές που έχω κάνει με οδήγησαν στη σημερινή μου κατάσταση.

Οι τύψεις ανήκουν στο παρόν. Και μπορούν να συνυπάρχουν με τη συγχώρεση και την ελευθερία.

Όμως, με την ενοχή παραμένουμε κολλημένοι. Έχει τις ρίζες της στην ντροπή. Σημαίνει ότι βαθιά μέσα μας πι­στεύουμε ότι «Δεν είμαι άξιος»· ότι θεωρούμε πως είμαστε ανεπαρκείς, πως ό,τι κι αν κάνουμε δεν είναι αρκετό.

Όμως, αυτά δεν αξιολογούν πραγματικά το ποιοι είμαστε. Είναι απλώς ένα μοτίβο σκέψης που επιλέγουμε και το οποίο μπο­ρεί να μας κρατήσει εγκλωβισμένους.

Το αίσθημα της ντροπής

Έχετε πάντοτε επιλογή πώς θα αξιοποιήσετε τις πληρο­φορίες που σας προσφέρει η ζωή. Κάποτε έδωσα μια διά­λεξη σε ένα συνέδριο και στη μέση της παρουσίασής μου ένας καλοντυμένος αξιοπρεπής κύριος σηκώθηκε και βγήκε έξω.

Σχεδόν πάγωσα επί σκηνής, ένιωσα ένα μπαράζ αρνη­τικών σκέψεων που μετατρέπονταν σε αυτοκαταστροφικό μονόλογο: «Δεν είμαι καλή. Δεν έπρεπε να με καλέσουν να κάνω παρουσίαση σε αυτό το συνέδριο. Δεν έχω τα απαραί­τητα εφόδια για να βρίσκομαι εδώ».

Λίγα λεπτά αργότερα η πόρτα της αίθουσας άνοιξε και ο ίδιος άντρας επέστρεψε και κάθισε. Πιθανώς να είχε σηκωθεί για να πιει νερό ή για να πάει στην τουαλέτα, όμως εγώ είχα ήδη στείλει τον εαυτό μου στην γκιλοτίνα.

Κανείς δεν ντρέπεται όταν γεννιέται. Όμως, για πολλούς από μας το αίσθημα της ντροπής αναπτύσσεται σε νεαρή ηλικία. Όταν η Λίντσι, η μεγαλύτερη εγγονή μου, πήγαινε δημοτικό, την έβαλαν σε ένα τμήμα για «ταλαντούχα και προικισμένα» παιδιά (και μόνο η ταμπέλα αυτή με ενοχλεί: Όλα τα παιδιά είναι ταλαντούχα και προικισμένα. Είναι όλα τους διαμάντια που όμοιά τους δεν υπάρχουν!).

Κάποιες φορές δυσκολευόταν να ακολουθήσει τον ρυθμό των υπο­λοίπων και ο δάσκαλός της, αστειευόμενος, άρχισε να την αποκαλεί περιπαικτικά «τελευταίο τροχό της αμάξης». Η μονάκριβή μου Λίντσι πήρε τα λόγια του δασκάλου κατά­καρδα. Θεώρησε ότι δεν ήταν αρκετά ικανή να βρίσκεται στην τάξη, ότι δεν ανήκε στη συγκεκριμένη ομάδα και ότι δεν άξιζε.

Ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει την τάξη. Όμως, της εξήγησα πως είναι πολύ σημαντικό να μην επιτρέψει σε έναν δάσκαλο να την καθορίσει. Κι έτσι έμεινε στο τμήμα. Όταν πέρασαν τα χρόνια, έγραψε μια έκθεση για τις εισαγωγικές εξετάσεις με τον τίτλο «Όταν οι τελευταίοι γίνονται πρώτοι». Η Λίντσι αποφοίτησε με διακρίσεις από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. 

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Η ελευθερία είναι επιλογή της Edith Eger που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερο καθώς η συγγραφέας έζησε στο Άουσβιτς.

Η Dr Edith Eger ήταν έφηβη το 1944, όταν εκείνη και οι γονείς της στάλθηκαν στο Άουσβιτς κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Κόντρα στις πιθανότητες, κατάφερε να επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα και μετανάστευσε με τον σύζυγό της στις ΗΠΑ. Σε νεαρή ηλικία δούλεψε σε εργοστάσιο προκειμένου να αναθρέψει την οικογένειά της, ενώ στη συνέχεια αποφοίτησε με PhD από το Πανεπιστήμιο του Τέξας και έγινε διακεκριμένη ψυχολόγος.

Σήμερα εξακολουθεί να εξασκεί την κλινική ψυχολογία και δίνει διαλέξεις ανά τον κόσμο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr