Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις πρώτος όλα τα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Η εφηβική αυτοκτονικότητα είναι ένα θέμα που προκαλεί έντονο προβληματισμό και βαθιά συγκίνηση, ιδιαίτερα όταν ερχόμαστε σε επαφή με εφήβους μέσα από τον θεραπευτικό, εκπαιδευτικό ή οικογενειακό μας ρόλο.
Δεν αφορά μόνο τη διαχείριση ενός κινδύνου, αλλά τη συνάντηση με έναν νέο άνθρωπο που πολλές φορές βιώνει τον ψυχικό του πόνο ως αδιέξοδο και δυσκολεύεται να βρει λέξεις για να εκφράσει αυτό που συμβαίνει μέσα του.
Η σύγχρονη θεραπευτική σκέψη μετατοπίζεται όλο και περισσότερο από την απλή επιτήρηση προς μια βαθύτερη κατανόηση αυτού που ο Shneidman ονόμασε «ψυχαλγία»: έναν αβάσταχτο εσωτερικό πόνο, όπου ο θάνατος δεν είναι πάντοτε η επιθυμία να τελειώσει η ζωή, αλλά η απελπισμένη ανάγκη να σταματήσει το μαρτύριο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εφηβική αυτοκτονικότητα δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως ένα ατομικό σύμπτωμα, αλλά ως ένα κλινικό, οικογενειακό και κοινωνικό μήνυμα που χρειάζεται να ακουστεί με προσοχή, ευαισθησία και πραγματική φροντίδα.
Το κοινωνικό υπόβαθρο: γιατί οι έφηβοι βρίσκονται σε αυξημένη ευαλωτότητα
Η αυτοκτονία δεν συμβαίνει ποτέ μέσα σε κενό. Πίσω από κάθε τέτοια εκδήλωση υπάρχει ένα ευρύτερο κοινωνικό και σχεσιακό πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος βιώνει τον εαυτό του, τους άλλους και τη ζωή. Ήδη από την εποχή του Émile Durkheim γνωρίζουμε ότι η αυτοκτονικότητα συνδέεται με τη συνοχή ή τη ρήξη των κοινωνικών δεσμών.
Σήμερα, οι έφηβοι μεγαλώνουν μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη αστάθεια, αβεβαιότητα και αυξημένες απαιτήσεις. Οι κοινωνικοοικονομικές πιέσεις, η αποδυνάμωση των υποστηρικτικών δικτύων και το αίσθημα παγίδευσης λειτουργούν συχνά ως παράγοντες που βαθαίνουν την απόγνωση και ενισχύουν την αίσθηση ότι δεν υπάρχει διέξοδος.
Στην ψηφιακή εποχή, όλα αυτά γίνονται ακόμη πιο σύνθετα και πιο απαιτητικά για έναν έφηβο που βρίσκεται ήδη σε μια ευάλωτη φάση της ζωής του.
Ο κυβερνοεκφοβισμός (cyberbullying), η συνεχής έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η διαρκής σύγκριση με εικόνες ζωής που μοιάζουν τέλειες, μπορούν να εντείνουν τη μοναξιά, την ανεπάρκεια και την απομόνωση.
Παράλληλα, η ίδια η νευροβιολογία της εφηβείας —με τον προμετωπιαίο φλοιό να βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη— δυσκολεύει τη ρύθμιση της παρόρμησης και του συναισθήματος. Έτσι, μια ματαίωση, όπως ένας χωρισμός, μια σχολική αποτυχία ή μια έντονη απόρριψη, μπορεί να βιωθεί με απόλυτο τρόπο, σαν να καταρρέει ολόκληρος ο εσωτερικός κόσμος του εφήβου.
Τα καμπανάκια κινδύνου που συχνά προσπερνάμε
Στους εφήβους, η κατάθλιψη δεν εμφανίζεται πάντα με τον τρόπο που ίσως περιμένουμε όταν σκεφτόμαστε έναν καταθλιπτικό ενήλικα. Πολύ συχνά κρύβεται πίσω από συμπεριφορές που οι γύρω παρερμηνεύουν ως «δύσκολο χαρακτήρα», «αντίδραση» ή απλώς ως μια περαστική «φάση». Γι’ αυτό χρειάζεται να στεκόμαστε με περισσότερη προσοχή και ευαισθησία σε σημάδια όπως:
- Απότομη ευερεθιστότητα και ανεξήγητα ξεσπάσματα θυμού.
- Κοινωνική απόσυρση (απομάκρυνση από παρέες, κλείσιμο στο δωμάτιο).
- Ρισκοκεντρική συμπεριφορά (κατάχρηση ουσιών, αλκοόλ).
- Έμμεσες αναφορές στον θάνατο μέσα από στίχους, ζωγραφιές ή αναρτήσεις.
- Παραίτηση από δραστηριότητες που πριν έδιναν χαρά (ανηδονία).
Αυτοτραυματισμός και αυτοκτονική πρόθεση: μια κρίσιμη κλινική διάκριση
Εκμάθηση Ψυχοθεραπευτικών Τεχνικών και Εργαλείων: Συνθετική Προσέγγιση
Εντατικό πρόγραμμα εκμάθησης Ψυχοθεραπευτικών Τεχνικών από: ‘’Γνωσιακή Συμπεριφορική, Ψυχαναλυτική, Gestalt και Συστημική Ατόμων/Ζεύγους και Οικογένειας/Γενεόγραμμα/Ομαδική
Ένα από τα πιο ευαίσθητα και συχνά παρεξηγημένα σημεία στην κλινική πράξη είναι η διάκριση ανάμεσα στον Μη Αυτοκτονικό Αυτοτραυματισμό (Non-Suicidal Self-Injury - NSSI) και στην αυτοκτονική πρόθεση.
Η διάκριση αυτή είναι πολύ ουσιαστική, όχι μόνο για λόγους διάγνωσης, αλλά και γιατί επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο θα πλησιάσουμε τον έφηβο και θα σταθούμε απέναντι στον πόνο του. Πίσω από αυτές τις συμπεριφορές δεν υπάρχει μόνο κίνδυνος· υπάρχει και μια βαθιά ανάγκη να αναγνωριστεί αυτό που ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί ακόμη να πει αλλιώς.
Το NSSI (π.χ. χαραγές) λειτουργεί ως ένας βαθύτατα δυσλειτουργικός μηχανισμός ρύθμισης του συναισθήματος. Ο έφηβος πονάει σωματικά για να αντέξει τον ψυχικό πόνο.
Η κλινική παγίδα: Παρόλο που το NSSI δεν έχει ως στόχο τον θάνατο, οι έρευνες δείχνουν ότι αποτελεί τον ισχυρότερο προγνωστικό παράγοντα για μελλοντική απόπειρα. Η εξοικείωση με τον σωματικό πόνο μειώνει τα φυσικά εμπόδια προς την αυτοκαταστροφή. Εδώ, η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (DBT) προσφέρει τα πιο τεκμηριωμένα εργαλεία παρέμβασης.
Από το «συμβόλαιο» στο συνεργατικό πλάνο ασφάλειας
Στην κλινική πράξη έχει φανεί ότι τα παλιά «συμβόλαια μη αυτοκτονίας» δεν προσφέρουν την ασφάλεια που κάποτε πιστευόταν ότι προσφέρουν. Αντίθετα, πολλές φορές μεταθέτουν ενοχικά την ευθύνη στον ίδιο τον θεραπευόμενο.
ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΣΙΑΚΟ ΤΡΑΥΜΑ
Εγκαιρη εγγραφή: έως 30 Ιουνίου 2026 | Διοργάνωση: PSYVERSITY
Τα σεμινάρια απευθύνονται σε Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας που έχουν ενδιαφέρον να εξειδικευθούν στη θεραπεία του ψυχικού τραύματος υπό το πρίσμα της Προσωποκεντρικής Προσέγγισης στην Θεραπεία.
Γι’ αυτό σήμερα δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο Συνεργατικό Πλάνο Ασφάλειας (Safety Planning), ένα γραπτό και ζωντανό εργαλείο που χτίζεται μαζί με τον έφηβο. Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενό του, αλλά και στο ότι ο νέος άνθρωπος νιώθει πως δεν είναι μόνος απέναντι στην κρίση, αλλά ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος και ανθρώπινος τρόπος να ζητήσει και να δεχθεί βοήθεια.
- Τα δικά του προειδοποιητικά σημάδια (σκέψεις, σωματικά συμπτώματα).
- Εσωτερικές στρατηγικές (π.χ. συγκεκριμένη μουσική, περπάτημα).
- Κοινωνικές επαφές για απόσπαση προσοχής (μέρη ή φίλους).
- Άτομα του περιβάλλοντος που μπορεί να ζητήσει ρητά βοήθεια.
- Επαγγελματίες και γραμμές βοήθειας (όπως η 24ωρη Γραμμή Παρέμβασης 1018 ή το 1056 για ανηλίκους).
- Περιορισμό πρόσβασης σε μέσα (συνεργασία με γονείς για κλείδωμα φαρμάκων κ.λπ.).
Το σχολείο ως δίκτυο ασφαλείας
Η πρόληψη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο θεραπευτικό γραφείο. Το σχολείο, ως χώρος όπου ο έφηβος περνά ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του, μπορεί να λειτουργήσει είτε ως τόπος επιβάρυνσης είτε ως ουσιαστικό δίκτυο προστασίας. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό οι εκπαιδευτικοί, οι σχολικοί ψυχολόγοι και γενικά οι ενήλικες αναφοράς να μπορούν να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια και να παρεμβαίνουν με τρόπο που να εμπνέει ασφάλεια και όχι φόβο.
Εξίσου σημαντική είναι και η μεταπαρέμβαση (postvention). Όταν συμβεί μια απόπειρα ή ένας θάνατος μέσα σε μια κοινότητα, το σχολείο χρειάζεται να σταθεί με σοβαρότητα, ψυχραιμία και φροντίδα απέναντι στους μαθητές. Η υποστήριξη των συμμαθητών, η αποφυγή δραματοποίησης και η αποτροπή της ηρωοποίησης του γεγονότος είναι κρίσιμες, γιατί γνωρίζουμε ότι τέτοιες διαχειρίσεις μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τους πιο ευάλωτους εφήβους.
Η λεπτή ισορροπία της θεραπευτικής συμμαχίας
Για τον θεραπευτή, η εργασία με έναν έφηβο που αγγίζει την αυτοκτονικότητα απαιτεί μια πολύ λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο απόρρητο και στην ασφάλεια. Το όριο της εμπιστευτικότητας χρειάζεται να είναι καθαρό από την αρχή, αλλά και να δίνεται με τρόπο που να μη διαρρηγνύει τη σχέση.
Η φράση «αν κινδυνεύσει η ζωή σου, θα χρειαστεί να ενημερώσω τους γονείς σου, αλλά θα το κάνουμε μαζί» μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά, ακριβώς επειδή δεν αφαιρεί από τον έφηβο τη θέση του μέσα στη διαδικασία. Η εμπλοκή της οικογένειας είναι συχνά αναγκαία, όχι για να ενισχυθεί ο έλεγχος, αλλά για να στηριχθεί το παιδί εκεί όπου πονά περισσότερο και εκεί όπου έχει πιο πολύ ανάγκη να νιώσει ότι δεν είναι μόνο του.
Ο ρόλος της οικογένειας, οι προστατευτικοί παράγοντες και η πρόληψη
Η οικογένεια δεν είναι μόνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η εφηβική δυσφορία· πολλές φορές είναι και ο πιο σημαντικός χώρος προστασίας.
Όταν οι γονείς είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι, όταν μπορούν να ακούσουν χωρίς απαξίωση, χωρίς πανικό και χωρίς να ακυρώνουν αυτό που νιώθει το παιδί τους, τότε δημιουργείται ένα πολύτιμο έδαφος ασφάλειας. Αντίθετα, η χρόνια σύγκρουση, η υπερκριτικότητα, η συναισθηματική απόσταση ή η αδυναμία αναγνώρισης του πόνου του εφήβου μπορούν να εντείνουν βαθιά τη μοναξιά του. Γι’ αυτό και η στήριξη των γονέων και των φροντιστών δεν είναι μια παράλληλη διαδικασία, αλλά ένα ουσιαστικό μέρος της πρόληψης και της θεραπευτικής φροντίδας.
Στους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες ανήκουν η αίσθηση ότι ο έφηβος ανήκει κάπου, ότι έχει ανθρώπους στους οποίους μπορεί να στραφεί, ότι υπάρχει ένας δεσμός εμπιστοσύνης μέσα στο σπίτι, στο σχολείο ή στο ευρύτερο περιβάλλον. Εξίσου σημαντικές είναι οι δεξιότητες ρύθμισης του συναισθήματος, η δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων, αλλά και η περιορισμένη πρόσβαση σε επικίνδυνα μέσα. Ο έφηβος χρειάζεται να νιώθει ότι είναι ορατός, σημαντικός και προστατευμένος. Και αυτή η εμπειρία δεν είναι κάτι αφηρημένο· χτίζεται μέσα από καθημερινές σχέσεις που αντέχουν, ακούνε και παραμένουν παρούσες.
Η πρόληψη, επομένως, χρειάζεται να είναι πολυεπίπεδη και ζωντανά συνδεδεμένη με την πραγματικότητα του εφήβου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι αναγκαίο να ενισχύεται η ψυχική αγωγή στο σχολείο, να μειώνεται το στίγμα γύρω από τη βοήθεια και να εκπαιδεύονται γονείς και εκπαιδευτικοί ώστε να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια.
Σε ένα πιο στοχευμένο επίπεδο, χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα για εφήβους που ζουν πολλαπλές αντιξοότητες, όπως bullying, οικογενειακή βία, κοινωνικό αποκλεισμό ή χρήση ουσιών. Και όταν έχουν ήδη εμφανιστεί αυτοκτονικός ιδεασμός, αυτοτραυματισμοί ή απόπειρες, τότε η παρέμβαση οφείλει να είναι άμεση, σταθερή και συντονισμένη, με συνεργασία θεραπευτή, οικογένειας, σχολείου και υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η πρόληψη δεν αφορά μόνο την αποτροπή ενός γεγονότος, αλλά τη δημιουργία συνθηκών ζωής μέσα στις οποίες ο έφηβος μπορεί να βρει σχέση, νόημα, ελπίδα και έναν χώρο όπου θα νιώσει ότι χωρά ο πόνος του.
Επίλογος: η πρόληψη αρχίζει από την παρουσία
Η εφηβική αυτοκτονικότητα δεν είναι μια «υπερβολή» ούτε μια απλή διαγνωστική κατηγορία. Είναι η πιο ακραία έκφραση ενός ψυχικού πόνου που δεν βρήκε εγκαίρως λέξεις, σχέση και χώρο για να ακουστεί.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η επιτήρηση του κινδύνου, αλλά η δημιουργία πλαισίων μέσα στα οποία ο έφηβος θα μπορεί να νιώσει ότι κάποιος τον βλέπει, τον ακούει και αντέχει να μείνει δίπλα του.
Η πρόληψη αρχίζει από εκεί: από έναν ενήλικα που δεν φοβάται να ρωτήσει, από μια οικογένεια που προσπαθεί να καταλάβει, από ένα σχολείο που δεν αδιαφορεί, από μια σχέση που κρατά. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η βαθύτερη ευθύνη όλων μας: να δημιουργούμε συνθήκες ζωής μέσα στις οποίες ένα παιδί δεν θα χρειάζεται να φτάσει τόσο κοντά στον θάνατο για να νιώσει ότι ο πόνος του ακούστηκε, ότι η παρουσία του έχει αξία και ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα.
Βιβλιογραφία
Centers for Disease Control and Prevention. (2009). School connectedness: Strategies for increasing protective factors among youth. U.S. Department of Health and Human Services.
Durkheim, E. (1951). Suicide: A study in sociology (J. A. Spaulding & G. Simpson, Trans.). Routledge. (Original work published 1897)
Marraccini, M. E., & Brier, Z. M. F. (2017). School connectedness and suicidal thoughts and behaviors: A systematic meta-analysis. School Psychology Quarterly, 32(1), 5–21.
Miller, A. L., Rathus, J. H., & Linehan, M. M. (2007). Dialectical behavior therapy with suicidal adolescents. Guilford Press.
Shneidman, E. S. (1993). Suicide as psychache: A clinical approach to self-destructive behavior. Jason Aronson.
Stanley, B., & Brown, G. K. (2012). Safety planning intervention: A brief intervention to mitigate suicide risk. Cognitive and Behavioral Practice, 19(2), 256–264.
UNICEF. (2020). Adolescent mental health matters: A landscape analysis of UNICEF’s response and agenda for action.
World Health Organization. (2025, September 1). Mental health of adolescents.
Hua, L. L., Lee, J., Rahmandar, M. H., Sigel, E. J., Committee on Adolescence, & Council on Injury, Violence, and Poison Prevention. (2024). Suicide and suicide risk in adolescents. Pediatrics, 153(1), e2023064800.






