Οι διαταραχές χρήσης αλκοόλ, όπως και οι διαταραχές χρήσης ουσιών κάθε χρόνο προσβάλλουν ένα μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού (~76 εκατομμύρια προσβάλλονται από διαταραχές χρήσης αλκοόλ, ενώ 35 εκατομμύρια από διαταραχές χρήσης ουσιών).

Ωστόσο, οι διαταραχές αυτές τείνουν να έχουν διπλή διάγνωση. Τείνουν να συνυπάρχουν δηλαδή με κάποια άλλη ψυχική νόσο, η οποία συχνά πυροδοτεί, αιτιολογεί ή/και διατηρεί την εξαρτητική συμπεριφορά.

Τόσο οι χρήστες αλκοόλ όσο και οι χρήστες ουσιών φαίνεται να παρουσιάζουν κάποιες ομοιότητες στο ψυχολογικό τους υπόβαθρο- με βασική ομοιότητα τη δυσκολία στην αναγνώριση και έκφραση των συναισθημάτων τους (αλεξιθυμία). Η δυσκολία αυτή, τους καθιστά υψηλά στην κλίμακα του νευρωτισμού, ο οποίος μεταφράζεται ως μία έντονη συναισθηματική αστάθεια, ως αποτέλεσμα δυσκολίας ελέγχου των συναισθημάτων τους.

Έτσι, τα άτομα αυτά συσσωρεύουν εσωτερική ένταση, την οποία συχνά αποβάλλουν με τρόπους, όπως: χρήση ουσιών και αλκοόλ, σωματοποίηση της έντασης (στομαχόπονος, κεφαλαλγίες κ.λπ.).

Αυτός ο επιφανειακός, και ανεπεξέργαστος τρόπος, βίωσης των συναισθημάτων, τους καθηλώνει σε ένα πρωτογενές στάδιο συναισθηματικής αναγνώρισης, από το οποίο συχνά μπορούν να αναγνωρίσουν συναισθήματα, όπως το άγχος & τον θυμό, χωρίς να φτάνουν στο υπόβαθρο αυτών, όπου ελοχεύει: ο φόβος, η απόρριψη, και άλλα δυσάρεστα συναισθήματα.

Αυτή η ελλιπής ικανότητα συναισθηματικής εμβάθυνσης, καθιστά τα άτομα αυτά επιρρεπή στο να αναζητούν συμπεριφορές και καταστάσεις έξω από αυτά, που θα λειτουργήσουν ως αντίβαρο στο εσωτερικό συναισθηματικό κενό (όπως η απρεπής σεξουαλική συμπεριφορά και η παραβατική συμπεριφορά).

Σύνδεση εξαρτήσεων με διαταραχές

Η δυσκολία στην αποτελεσματική επεξεργασία των συναισθημάτων τους, υποστηρίζεται και από πρόσφατες έρευνες, οι οποίες αναφέρουν ότι τα άτομα που κάνουν έντονη χρήση αλκοόλ & ουσιών τείνουν να παρουσιάζουν κάποια αγχώδη διαταραχή ή διαταραχή της διάθεσης (κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, κυκλοθυμική διαταραχή).

Στους άντρες μάλιστα, υπάρχει υψηλή συσχέτιση κατάχρησης αλκοόλ & ουσιών, με την αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, ενώ στις γυναίκες υπάρχει υψηλή συσχέτιση με την οριακή διαταραχή προσωπικότητας, χωρίς όμως να αποκλείονται άλλες διαταραχές, όπως είναι η ιδεοψυχαναγκαστική, η παρανοειδής, η οιστριονική & η σχιζοειδής (Jane-Llopis & Matytsina, 2006).

Ωστόσο, οι επικρατέστερες συνυπάρχουσες διαταραχές προσωπικότητας είναι η αντικοινωνική και η οριακή. Και οι 2 διαταραχές έχουν έντονο το στοιχείο της παρορμητικότητας και της ανάγκης όξυνσης των αισθήσεων (sensation seeking).

Στην αντικοινωνική διαταραχή συνυπάρχει μία έντονη έλλειψη ευσυνειδησίας (αντίληψη της θέσης του ατόμου στην κοινωνία και τις κοινωνικές επιπτώσεις των πράξεών του), η οποία σαν σύμπτωμα είναι πιο έντονη στους χρήστες ουσιών απ’ ότι στους χρήστες αλκοόλ.

Ενώ στην οριακή υπάρχει έντονο το στοιχείο της συναισθηματικής αστάθειας και δυσφορίας, το οποίο υποδηλώνει μία δυσκολία στον έλεγχο των συναισθημάτων του ατόμου. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλες οι παραπάνω διαταραχές άγχους, διάθεσης και προσωπικότητας έχουν ως κοινή βάση τους: το δυσλειτουργικό συναίσθημα και την παρορμητικότητα (Kokkevi, Stefanis, Anastasopoulou & Kostogianni, 1998; Τrull et al, 2018).

Σε γενικές γραμμές, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν η ψυχική διαταραχή φέρνει την κατάχρηση. Ωστόσο, το πιο πιθανό είναι να συνυπάρχουν, και η μία να επιδεινώνει την άλλη. Πολλές φορές, μάλιστα, η χρήση ουσιών μπορεί να πυροδοτήσει κάποια διαταραχή, η οποία «κοιμόταν» μέσα μας (Trull et al, 2018).

Πώς σχετίζεται ο δεσμός προσκόλλησης με τη χρήση αλκοόλ και ουσιών

Οι ρίζες ανάπτυξης των παραπάνω διαταραχών, πολύ πιθανό να βρίσκονται στο οικογενειακό περιβάλλον και την πρωτογενή σχέση μητέρας-βρέφους. Σύμφωνα με τον Bowlby (1988), ο δεσμός προσκόλλησης λειτουργεί ως προπομπός των ενήλικων σχέσεων ζωής.

Στην έρευνα των Goldstein, Haller, Mackinnon & Stewart (2018), βρέθηκε ότι τα βρέφη που έχουν αναπτύξει ανασφαλή δεσμό προσκόλλησης με την μητέρα τους (αγχώδη, αποφυγής), στην ενήλικη ζωή τους φαίνεται να αναπτύσσουν μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες, και χρησιμοποιούν την υπερβολική χρήση αλκοόλ και ουσιών ως αντίβαρο στην δυσφορία που τους δημιουργεί η κοινωνική συναναστροφή. Λόγω της ανεπάρκειάς τους να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα συναισθήματά τους, βρίσκουν καταφύγιο στις καταχρήσεις.

Ειδικότερα, τα άτομα που έχουν αναπτύξει μία αγχώδη σχέση με την μητέρα τους τείνουν να κάνουν κατάχρηση για να αποφύγουν το αίσθημα απόρριψης και φόβου που βιώνουν, ενώ τα άτομα που έχουν αναπτύξει σχέση αποφυγής με τη μητέρα τους (αδιαφορία για την παρουσία της μητέρας-συναισθηματική απομόνωση) προσπαθούν να αποφύγουν την κοινωνική αποσύνδεση.

Παράγοντες επικινδυνότητας υποτροπής και/ή διακοπής της θεραπείας

  1. Έλλειψη ευσυνειδησίας
  2. Παρορμητικότητα
  3. Συναισθηματική αστάθεια-νευρωτισμός
  4. Χαμηλή πνευματικότητα/θρησκευτικότητα
  5. Ανάγκη διέγερσης των αισθήσεων (sensation seeking)
  6. Έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος

(Lackner, Unterrainer & Neubauer, 2013)

Θεραπεία:

  1. Ομαδικά προγράμματα εκμάθησης κοινωνικών δεξιοτήτων
  2. Εκπαίδευση στην ικανότητα ελέγχου του συναισθήματος
  3. Εστίαση θεραπευτικής παρέμβασης στο αίσθημα του «ανήκειν»
  4. Προγράμματα ελέγχου της παρορμητικότητας και του θυμού

Δεδομένου ότι κάθε θεραπευτική παρέμβαση θα πρέπει να προσαρμόζεται στην κοινωνία στην οποία απευθύνεται, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η ελληνική κοινωνία είναι ακόμα σε αρχικό στάδιο στην σύσταση δημόσιων προγραμμάτων πρόληψης και απεξάρτησης από ουσίες και αλκοόλ. Μερικά από αυτά είναι το ΚΕΘΕΑ (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων - ΚΕΘΕΑ και ο ΟΚΑΝΑ, ΟΚΑΝΑ | Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών.

Τα περισσότερα προγράμματα, μάλιστα, εστιάζουν περισσότερο στην απεξάρτηση, και όχι τόσο στην πρόληψη. Παράλληλα, δεν είναι μικρός και ο κίνδυνος στιγματισμού, λόγω του συντηρητικού χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, γι’ αυτό και είναι σημαντικό, μεταξύ άλλων, τα άτομα αυτά να προετοιμάζονται μετά από οποιαδήποτε θεραπεία, για μια ομαλή κοινωνική επανένταξη, με ευκαιρίες σε νέες θέσεις εργασίας.

Να μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και τηλεφωνικές γραμμές, οι οποίες παρέχουν 24ωρη βοήθεια (π.χ. Τηλεφωνικές Γραμμές Βοήθειας για τις Εξαρτήσεις - Πληροφορίες για πρόληψη – αντιμετώπιση της εξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες - Υπουργείο Υγείας (moh.gov.gr).

Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι ότι οι φροντιστές των ατόμων αυτών είναι επίσης άτομα που χρήζουν ψυχολογικής υποστήριξης και ενημέρωσης γύρω από την ψυχοπαθολογία του νοσούντος, και τον τρόπο αντιμετώπισής του. Βοήθεια μπορεί να δοθεί και μέσα από τις τηλεφωνικές γραμμές 1145, 1031 (Τηλεφωνικές Γραμμές Βοήθειας για τις Εξαρτήσεις - Πληροφορίες για πρόληψη – αντιμετώπιση της εξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες - Υπουργείο Υγείας (moh.gov.gr).

Καταλήγοντας, οι διαταραχές διάθεσης, άγχους και προσωπικότητας είναι ένας συνδυασμός βιολογικών αλλά και περιβαλλοντικών παραγόντων. Συνεπώς, ως προβλεπτικός παράγοντας εμφάνισής τους, σίγουρα είναι πολύ σημαντική η σχέση μητέρας-βρέφους.

Ωστόσο, η όλη ανατροφή και το υποστηρικτικό περιβάλλον πίσω από αυτήν παίζει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση αλλά και διατήρησή τους, όπως και η έκθεση σε κάποιο ψυχικό τραύμα, που πυροδότησε μία διαταραχή ως αντίδραση στο στρεσογόνο ερέθισμα.

Καλό θα ήταν, λοιπόν, στην διαδικασία θεραπείας να υπάρχει συνεργασία του ψυχολόγου με κάποιο ψυχίατρο (αναλόγως πάντα και την σοβαρότητα), ώστε να γίνει όσο το δυνατόν μια πιο έγκυρη εκτίμηση της εκάστοτε περίπτωσης και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο υποτροπής ή/και διακοπής της θεραπείας.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αναστασία Χαρά Καραγιάννη

karagianni xara anastasiaΑπόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Ψυχολόγος στην Νευρο-ψυχιατρική Κλινική: Παναγιά η Γρηγορούσα.

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.