Απόσπασμα από τις σκέψεις θεραπευομένης όταν της ζήτησα να καταγράψει σε ένα χαρτί τη σχέση με την μητέρα της:

Η μητέρα μου δεν με αγαπάει, ή μάλλον με αγαπάει, αλλά έχει βρει έναν περίεργο τρόπο να μου το δείχνει. Έναν τρόπο, που εμένα δε μου κάνει. Δεν τον θέλω. Της έχω πει ποιον τρόπο θέλω! Της έχω πει τι χρειάζεται να αλλάξει. Αλλά και πάλι δεν με καταλαβαίνει. Νόμιζα ότι η αγάπη είναι πιο εύκολη.

Σ’αγαπώ, μ’αγαπάς, όλα καλά… Γιατί πρέπει να είναι τόσο δύσκολο; Φταίω εγώ; Φταίει εκείνη;

Κάποιος θα φταίει για αυτή την παρεξήγηση. Δε μπορεί να είναι τόσο δύσκολο.

Η αγάπη είναι ενδιαφέρον. Εγώ από εκείνη παίρνω μόνο αδιαφορία. Η αγάπη είναι δόσιμο. Εκείνη συνέχεια μου ζητάει να της δίνω, να της κάνω εξυπηρετήσεις. Να της διευκολύνω τη ζωή. Δε βλέπω, όμως, να παίρνω κάτι πίσω από εκείνη. Και όταν λέω «παίρνω», δεν μιλάω για υλικά αγαθά. Μιλάω για συναισθηματικό δόσιμο. Δε θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που με αγκάλιασε.

Ίσως, μάλλον, γιατί ήμουν ακόμα πολύ μικρή όταν αυτό συνέβη.

Χάδι; Τι πάει να πει χάδι;

Πρόσφατα, μόνο και μόνο για να την προκαλέσω, της είπα: «Χάιδεψέ με, το έχω ανάγκη». Μου απάντησε: «Δεν μπορώ, αφού ξέρεις, δεν το έχω με τα χάδια»… (Σιωπή).

Τι μπορεί να είναι τόσο δύσκολο στο να χαϊδέψεις κάποιον που αγαπάς; Χίλιες δύο σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου, καμία δε μου κάνει.

Συχνά μου υπενθυμίζει πόσο πολύ ανησυχεί και αμφιβάλλει για εμένα. Γιατί; Γιατί με αγαπάει και θέλει να με προστατέψει. Από τι; Δεν κατάλαβα ποτέ! Να με προστατέψει, μάλλον, από τους δικούς της φόβους, φόβους που είχε εκείνη και την έκαναν αυτό που είναι σήμερα. Δεν μπορώ να το δικαιολογήσω αλλιώς!

Εντάξει, καταλαβαίνω ότι έχω κάποια ελαττώματα, αλλά για τα προτερήματα; Ούτε λόγος για τα προτερήματα.

Αποκτήστε το βιβλίο Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr

Πάντα η ίδια απάντηση: «Τα προτερήματά σου τα ξέρεις, δεν χρειάζεται να παίρνουν αέρα τα μυαλά σου!»...

Να παίρνουν αέρα τα μυαλά μου; Εγώ, πάλι δεν ήξερα ποτέ τίποτα για τα προτερήματά μου.

Νόμιζα ότι δεν είχα… Ένα παιδί δε ξέρει ποιο είναι. Περιμένει να το μάθει πρώτα από τους φροντιστές του, και μετά σχηματίζει εικόνα εαυτού!

Πώς μπορώ να αναγνωρίσω εγώ ότι υπάρχει κάτι σε μένα, το οποίο έχει αξία, αν δεν του τη δώσω πρώτα εγώ ο ίδιος;

Τα προτερήματά μου ήταν πάντα για εμένα, κάτι αφανές και ουδέτερο. Ενώ, τα ελαττώματα, μονοπωλούσαν διαρκώς το ενδιαφέρον μου. Αποκτούσα εικόνα εαυτού μέσα από αυτά. Ήμουν αυτά!

Όταν, λοιπόν, κατέληγα να είμαι αυτά, δικαιολογούσα και τη μητέρα μου που δυσκολευόταν να με αγκαλιάσει και να με αγαπήσει, όπως θα ήθελα. Τότε μόνο πίστευα ότι ίσως να μην άξιζα την αγάπη…Και τότε μόνο ήταν που γινόμασταν φίλες!

Γιατί τότε μόνο πλέαμε στο ίδιο μήκος κύματος. Οξύμωρο, περίεργο… Έπρεπε να κατέβω τόσα επίπεδα για να φτάσω σε αυτό που ήταν συμβατό με την ίδια. Αυτό ήταν, τελικά, το αντάλλαγμα που μου ζητούσε τόσο καιρό, για να είμαι άξια της αγάπης της! Και θέλω να της το πω μια μέρα: «Τώρα είσαι περήφανη για την κόρη που δημιούργησες;» Πιθανότατα είναι…

Αλλά ποσώς με ενδιαφέρει. Το θέμα είναι ότι ακόμα δυσκολεύομαι να βρώ τον εαυτό μου μέσα στον εαυτό μου. Δε ξέρω αν βγάζει νόημα αυτό που λέω. Σε μένα βγάζει πάντως. Σκέφτομαι μερικές φορές ότι είναι άδικο τα πάθη των γονέων να μπαίνουν πιο πάνω από την αγάπη τους για τα παιδιά τους.

Αναγκάζομαι να το αποδεχθώ για να προχωρήσω. Δεν ξέρω αν μπορώ να το συγχωρέσω, βέβαια. Ίσως κάποια μέρα τα καταφέρω…

Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Alice Miller, Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας (2010).

Το απόσπασμα αυτό αποτελεί τμήμα από το γράμμα μιας γυναίκας, της Βέρας, 52 ετών, η οποία έπασχε από χρόνιο αλκοολισμό και δεν είχε πάρει ποτέ την αγάπη από την οικογένειά της.

Το γράμμα αυτό απευθύνει η Βέρα στην θεραπεύτριά της: «Ήξερα, ότι συχνά θύμωνα όταν συζητούσαμε στις ομαδικές συναντήσεις (των Ανώνυμων Αλκοολικών) για αγάπη άνευ όρων. Υποτίθεται πως έπρεπε να καταλαβαίνω και να εκτιμώ ότι όλα τα μέλη της ομάδας μού πρόσφεραν αγάπη άνευ όρων. Υποτίθεται πως έπρεπε να μάθω να τους εμπιστεύομαι και ένιωθα ενοχές όταν δεν μπορούσα να το κάνω… γιατί δεν είχα πάρει αγάπη από την δυσλειτουργική οικογένειά μου. Η υποκρισία, μου ήταν τόσο οικεία, που ποτέ δεν την είχα αμφισβητήσει. Σήμερα, όμως, έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν ισχύουν τα πράγματα που δεν κατανοώ (σελ.87)».

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αναστασία Χαρά Καραγιάννη

karagianni xara anastasiaΨυχολόγος- Μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Προσωποκεντρικης Προσέγγισης.

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.