«Κάθε φορά που έμενα μόνη, ξεσπούσα στο φαγητό τρώγοντας ανεξέλεγκτα μεγάλες ποσότητες. Ένιωθα πως η μόνη μου παρηγοριά βρισκόταν στο ψυγείο, έτσι κάθε φορά μετά από ένα έντονο καβγά ξεκινούσα το φαγητό χάνοντας τον έλεγχο. Έτρωγα πολύ μεγάλες ποσότητες γρήγορα και κρυφά για να μη με δουν και καταλάβουν αυτή την αδυναμία μου.

Είναι σα μια εξάρτηση όπως το αλκοόλ και το κάπνισμα με τη μόνη διαφορά πως έχει άμεσο αντίκτυπο στην εξωτερική σου εμφάνιση καθώς παχαίνεις όλο και πιο πολύ και ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι η λαχτάρα σου για φαγητό είναι ουσιαστικά διαταραγμένη.»

Διαταραχή υπερφαγίας

Οι παραπάνω μαρτυρίες έρχονται από άτομα που βίωσαν ή βιώνουν τη Διαταραχή Υπερφαγίας (ΔΥ) και μας ξεκαθαρίζουν πως το φαγητό μπορεί από βιολογική ανάγκη να μετατραπεί σε συναισθηματικό υποκατάστατο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, εδώ το φαγητό ανακουφίζει το άτομο από το έντονο άγχος.

Γι αυτό και παρατηρούμε πως τα περισσότερα άτομα με ΔΥ καταναλώνουν φαγητό ακόμη και όταν δεν πεινούν. Μάλιστα, τα άτομα με αυτή τη διαταραχή είναι παχύσαρκα χωρίς αυτό, όμως, να σημαίνει ότι απαραίτητα όλα τα παχύσαρκα άτομα έχουν αυτή τη διαταραχή.

Πιο επιγραμματικά, τα επεισόδια Υπερφαγίας είναι επανειλημμένα (από 2 φορές την εβδομάδα και για 6 μήνες τουλάχιστον), δημιουργούν έντονη δυσφορία και αίσθηση απώλειας ελέγχου στο άτομο και συνοδεύονται από πολύ γρήγορη κατανάλωση φαγητού.

Η ενοχή στις διατροφικές διαταραχές

Συνήθως, η εκδήλωση των επεισοδίων υπερφαγίας γίνεται όταν το άτομο είναι μόνο του στο σπίτι. Έτσι, απομονωμένο αποφεύγει την ντροπή που ακολουθεί τα επεισόδια.

Επίσης, η ΔΥ ως επί το πλείστον εμφανίζεται στα κορίτσια κατά την εφηβεία, συνδέεται με την κατάθλιψη, την χαμηλή αυτοεκτίμηση, την έκπτωση στην επαγγελματική και κοινωνική λειτουργικότητα, την τελειομανία και άλλα χαρακτηριστικά τα οποία διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση.

Συνολικά, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ο οποίος ξεκινά με την ενοχή για το σχήμα του σώματος ή για τον εαυτό, οδηγεί σε βλαπτικές τάσεις οι οποίες εκδηλώνονται με την υπερφαγία, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε ενοχή για το σώμα. Το άτομο προσπαθεί να γεμίσει το κενό που νιώθει με την πολυφαγία. Βλέπουμε παρόμοιο είδος εξαρτητικής σχέσης με τα άτομα που καπνίζουν ή είναι εθισμένα στο αλκοόλ.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το άτομο νιώθει πως ανακουφίζεται, όμως η σχέση του με το αντικείμενο εθισμού είναι διαστρεβλωμένη.

Αποκτήστε το βιβλίο Η καλύτερη δίαιτα του κόσμου από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr

Λόγοι που άτομα με διαταραχές πρόσληψης τροφής δε ζητούν βοήθεια

Γενικότερα, όλες οι Διαταραχές Πρόσληψης τροφής, όπως π.χ. η ανορεξία και η βουλιμία, εμφανίζουν ως μια από τις πολλές αιτίες εκδήλωσης το χαμηλό υποστηρικτικό δίκτυο είτε από την οικογένεια είτε από τους φίλους, ωστόσο η ΔΥ διαφέρει ως προς την αναζήτηση θεραπείας καθώς παρατηρούμε πως το 90% των περιπτώσεων με αυτή τη διαταραχή, δεν επιδιώκει ποτέ θεραπεία.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η ΔΥ δεν είναι ευρέως γνωστή, όπως η ανορεξία ή η βουλιμία, και πολλοί δε ζητούν καν τη βοήθεια ενός επαγγελματία θεωρώντας πως είναι κάτι μη προσδιοριζόμενο, κάτι σαν μια κακή συνήθεια που απαιτεί χρόνο και με τη βοήθεια μιας δίαιτας θα ξεπεραστεί.

Η υποτίμηση του προβλήματος, λοιπόν, είναι ένας από τους λόγους που τα άτομα με ΔΥ δε ζητούν βοήθεια.

Παράλληλα, με τις οικονομικές δυσκολίες που μπορεί να βιώνουν υπάρχει και η ντροπή για το πρόβλημα για όσους βέβαια έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα των επεισοδίων για την ψυχική τους υγεία. Αυτή η ντροπή να μην κατακριθούν από τον κοινωνικό τους περίγυρο ή να μην αποκαλύψουν το πρόβλημα της Υπερφαγίας δημιουργεί μια σωρεία προβλημάτων τα οποία καθυστερούν την θεραπεία και καθιστούν την ΔΥ μακροχρόνια με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την ψυχική και σωματική υγεία του ατόμου.

Τέλος, δεν αποτελεί έκπληξη η άποψη πολλών ατόμων που αρνούνται να επισκεφτούν τον ψυχολόγο γιατί «δε θεωρούν πως είναι ψυχικά άρρωστοι», διαιωνίζοντας έτσι το στίγμα που υπάρχει στον τομέα της ψυχικής υγείας. Η αλήθεια είναι, όμως, πως επειδή τα αίτια είναι ψυχογενή θα πρέπει η θεραπεία να συμπεριλαμβάνει απαραιτήτως τη βοήθεια ενός ψυχολόγου εκτός των άλλων επαγγελματιών.

Βλέπουμε από περιπτώσεις ατόμων με ΔΥ, πως ενώ έχουν ακολουθήσει δίαιτα διατροφολόγου, πολύ σύντομα υποτροπιάζουν και γυρίζουν στην αρχική κατάσταση απώλειας ελέγχου των επεισοδίων υπερφαγίας καθώς δεν έχουν μάθει να θέτουν όρια και να τιθασεύσουν τον εθισμό τους κάτι που ούτως ή άλλως προϋποθέτει την υποστήριξη ενός ψυχοθεραπευτή.

Ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση διατροφικών διαταραχών

Πιο συγκεκριμένα, το άτομο κατά την ψυχοθεραπεία παροτρύνεται στο να αναπτύξει φυσιολογικές διατροφικές συνήθειες και να σταματήσει να θεωρεί ως μόνη διέξοδο στα προβλήματα του άγχους, των ενοχών, της δυσφορίας, της θλίψης του το φαγητό. Πολύ σημαντικό κομμάτι είναι η διαδικασία κατά την οποία το άτομο χτίζει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, πιστεύει στις δυνατότητες του και ανακτά τη δύναμη που απαιτείται για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της δίαιτας.

Σε κάποιες περιπτώσεις, χορηγούνται και αντικαταθλιπτικά για τη μείωση του άγχους και των καταθλιπτικών συμπτωμάτων.

Πρόληψη διατροφικών διαταραχών

Σαφέστατα, η καλύτερη θεραπεία εστιάζεται στην παρέμβαση πριν την έναρξη της διαταραχής.

Αυτό συμπεριλαμβάνει πρώτον, την εκπαίδευση των παιδιών ώστε να μπορέσουν να κατανοήσουν τα συμπτώματα. Είναι πολύ σημαντικό να δοθεί η έμφαση στις μικρές ηλικίες ιδιαίτερα όταν μιλάμε για διαταραχές πρόσληψης τροφής καθώς τα συμπτώματα αυτών εμφανίζονται στα πρώτα σχολικά χρόνια ή/και στην εφηβεία.

Δεύτερον, θα πρέπει να μειωθεί η σημασία των κοινωνικοπολιτισμικών επιρροών που προβάλλουν το λεπτό σώμα ως το πιο επιθυμητό και να αμφισβητηθεί η αντικειμενοποίηση του γυναικείου φύλου.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως οι Διαταραχές Πρόσληψης τροφής εμφανίζονται συχνότερα στις εκβιομηχανισμένες κοινωνίες εκεί που η πολιτισμική πίεση για υιοθέτηση λεπτού σώματος και η τυφλή μύηση στα τηλεοπτικά πρότυπα είναι πιο έντονες.

Επιπροσθέτως, οι σχολικές συνεδρίες υπό την εποπτεία ενός ψυχολόγου πρέπει να έχουν διαδραστικό χαρακτήρα και να είναι συνεχείς. Όλα τα προγράμματα πρόληψης θα πρέπει να έχουν μακροχρόνια διάρκεια και να εστιάζουν στο πώς τα ίδια τα παιδιά θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν τα συμπτώματα. Κανείς δεν περιμένει τα προγράμματα να έχουν αποτέλεσμα αν δεν είναι συστηματικά και διαχρονικά.

Συνοψίζοντας, η θεραπεία σε κάθε ηλικιακό φάσμα θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη και συστηματική με γνώμονα πάντα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ατόμου με ΔΥ.

Βιβλιογραφία

Bring A.M., Davison G.C., Neale J.M., & Johnson S.L., (2010). Διαταραχές στην Πρόσληψη Τροφής. Στο Ε. Αυδή & Π. Ρούσση (Επιμ.), Ψυχοπαθολογία (σελ. 412- 451). Αθήνα: Gutenberg

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Άννα Κωνσταντά - Ψυχολόγος

Άννα Κωνσταντά: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Απόφοιτη του τμήματος ψυχολογίας ΑΠΘ με μεταπτυχιακές σπουδές στην εκπαιδευτική ψυχολογία και εξειδίκευση στην ψυχολογία παιδιών και εφήβων.