Παραθέτουμε τον κώδικα δεοντολογίας ψυχολόγων Κύπρου, όπως αυτός αναφέρεται στη σελίδα του Παγκύπριου Συλλόγου Ψυχοθεραπευτών.

Κώδικας δεοντολογίας Ψυχοθεραπευτών Κύπρου

Στον Κώδικα Δεοντολογίας που ακολουθεί:

  • Σύλλογος σημαίνει ο Παγκύπριος Σύλλογος Ψυχοθεραπευτών

  • Μητρώο σημαίνει το Μητρώο Εγγραφής Μελών του Συλλόγου, Μέλος σημαίνει σε μέλος του Συλλόγου,

  • ΕΑΡ σημαίνει τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο Ψυχοθεραπείας [European Association for Psychotherapy (ΕΑΡ),

  • ECP σημαίνει το Ευρωπαϊκό Πιστοποιητικό Ψυχοθεραπείας [European Certificate of Psychotherapy (ΕΑΡ)] που απονέμεται απο τον ΕΑΡ,

  • Παραλήπτης σημαίνει οποιονδήποτε (συμπεριλαμβανομένου άτομο, ομάδας, ζευγαριού, οικογένειας, εκπαιδευόμενου, εποπτευόμενου, φοιτητή, ή άλλου επαγγελματία) αποτείνεται σε Μέλος για επαγγελματικές υπηρεσίες του, ή λαμβάνει από το Μέλος επαγγελματικές ή θεραπευτικές υπηρεσίες του, που σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την εκπαίδευση του Μέλους. Η λέξη παραλήπτης συμπεριλαμβάνει επίσης άτομα που συμμετέχουν σε έρευνα που διεξάγει Μέλος.

Τα Μέλη του Παγκύπριου Συλλόγου Ψυχοθεραπευτών:

Σέβονται την αξιοπρέπεια και την αξία του ατόμου και υπερασπίζονται τη διατήρηση και την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Είναι αφοσιωμένα στην αναβάθμιση της γνώσης γύρω από την ανθρώπινη συμπεριφορά και την αντίληψη που έχουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους και τους άλλους καθώς και στην αξιοποίηση αυτής της γνώσης για την προαγωγή της ευημερίας των ανθρώπων.

Παράλληλα με την διεκδίκηση αυτών των σκοπών καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για τη διασφάλιση της ευημερίας των παραληπτών τους, των πλησίον των παραληπτών τους (όπου αυτό δεν αντικρούει τις ανάγκες των παραληπτών τους) και των οποιωνδήποτε συμμετεχόντων σε έρευνες που μπορεί να αποτελούν αντικείμενο μελέτης.

Σέβονται τα άλλα μέλη του επαγγέλματος τους και σχετικών επαγγελμάτων και καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, όπου αυτή δεν αντιβαίνει τα συμφέροντα των παραληπτών τους, για να παρέχουν πλήρη πληροφόρηση και αμοιβαίο σεβασμό.

Αξιοποιούν τις δεξιότητες τους μόνο για σκοπούς συνεπείς με αυτές τις αξίες και δεν επιτρέπουν την εις γνώση τους κατάχρηση από άλλους. Ενώ απαιτούν για τον εαυτό τους ελευθερία αναζήτησης και επικοινωνίας, τα Μέλη αποδέχονται την υπευθυνότητα που απαιτεί αυτή η ελευθερία: επάρκεια, αντικειμενικότητα στην εφαρμογή των δεξιοτήτων και επαγρύπνηση για τα συμφέροντα των παραληπτών, συναδέλφων, συμμετεχόντων σε έρευνα και μελών της κοινωνίας.

Δεοντολογικές αρχές ψυχοθεραπευτών

Για την επιδίωξη αυτών των ιδανικών τα Μέλη του Συλλόγου προσυπογράφουν σε λεπτομερείς δεοντολογικές αρχές στους ακόλουθους τομείς του Κώδικα Δεοντολογίας:

1. Υπευθυνότητα
2. Επάρκεια
3. Ηθικά και Νομικά Πρότυπα
4. Εμπιστευτικότητα
5. Ευημερία του παραλήπτη
6. Επαγγελματικές Σχέσεις
7. Δημόσιες Δηλώσεις
8. Τεχνικές Αξιολόγησης
9. Έρευνα.

Το Μέλος, με την αποδοχή του και εγγραφή του στο Μητρώο, δεσμεύεται ενόσω είναι Μέλος να προσφέρει τις επαγγελματικές του υπηρεσίες εντός των πλαισίων των κανονισμών του Κώδικα Δεοντολογίας του Συλλόγου όπως διατυπώνονται πιο κάτω.

Η παραίτηση του Μέλους ή η οποιαδήποτε διαγραφή του ή λήξη εγγραφής του από το Μητρώο δεν απαλλάσσει το Μέλος από τις ευθύνες του για παράπονα ή κατηγορίες που σχετίζονται με τη περίοδο εγγραφής τους στο Μητρώο.

Τα Μέλη δεσμεύονται να λογοδοτούν για τέτοια παράπονα ή κατηγορίες ακόμα και μετά την περίοδο εγγραφής τους στο Μητρώο και να συνεργάζονται πλήρως με τον Σύλλογο, και με οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό σώμα στο οποίο είτε είναι μέλη είτε συνεργάζονται, με το να ανταποκρίνονται άμεσα και ολοκληρωμένα στα αιτήματα και στις απαιτήσεις οποιοσδήποτε δεόντως αποτελούμενης ηθικής ή επαγγελματικής επιτροπής τέτοιων επαγγελματικών σωμάτων.

Τα Μέλη οφείλουν να πληροφορούν τους παραλήπτες για τις άνω δεσμεύσεις τους καθώς επίσης και για την οποιαδήποτε λήξη εγγραφής τους στο Μητρώο.

Ευθύνη ψυχοθεραπευτή

Κατά την παροχή υπηρεσιών, τα Μέλη του Συλλόγου διατηρούν τα υψηλότερα κριτήρια άσκησης του επαγγέλματος τους. Δέχονται την ευθύνη για τις συνέπειες των πράξεών τους και καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια διασφάλισης της κατάλληλης χρήσης των υπηρεσιών τους.

1. α: Ως επαγγελματίες, τα Μέλη οφείλουν να γνωρίζουν πως φέρουν μεγάλη κοινωνική ευθύνη, καθώς οι συστάσεις και επαγγελματικές τους πράξεις είναι πιθανό να επηρεάσουν τις ζωές των άλλων. Οφείλουν επίσης να επαγρυπνούν σε προσωπικές, κοινωνικές, οργανωτικές,οικονομικές, περιβαλλοντικές, πολιτιστικές ή πολιτικές καταστάσεις και πιέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κακή χρήση της επιρροής τους.

1. β: Τα Μέλη αποσαφηνίζουν εκ των προτέρων στους παραλήπτες τους όλα τα θέματα που θα μπορούσαν να αφορούν στη διαδικασία όπου από κοινού συμμετέχουν. Αποφεύγουν σχέσεις που μπορεί να περιορίσουν την αντικειμενικότητα τους ή να δημιουργήσουν μία σύγκρουση συμφερόντων.

1. γ: Τα Μέλη έχουν την ευθύνη της "προσπάθειας αποτροπής της διαστρέβλωσης, κακής χρήσης ή καταστολής των ευρημάτων τους από ινστιτούτα ή άλλα ιδρύματα των οποίων είναι υπάλληλοι ή στα οποία προσφέρουν υπηρεσίες.

1. δ: Ως μέλη εθνικών ή επί μέρους οργανισμών, τα Μέλη παραμένουν υπόλογοι ως άτομα στα υψηλότερα κριτήρια του επαγγέλματος τους.

1. ε: Ως δάσκαλοι ή εκπαιδευτές τα Μέλη έχουν ευθύνη να αναγνωρίζουν την πρωταρχική τους υποχρέωση να βοηθούν τους άλλους στην απόκτηση γνώσης και δεξιότητας, να διατηρούν υψηλά κριτήρια διδαχής και εκπαίδευσης παρουσιάζοντας πληροφορίες αντικειμενικά, με πληρότητα και ακρίβεια.

1. στ: Ως ερευνητές, τα Μέλη του Συλλόγου αποδέχονται την ευθύνη για την επιλογή των θεμάτων και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα και την υποβολή εκθέσεων. Σχεδιάζουν την έρευνα τους κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα τα ευρήματα τους να είναι παραπλανητικά.

Παρέχουν λεπτομερή συζήτηση των περιορισμών των δεδομένων τους, ειδικά όπου η εργασία τους άπτεται της κοινωνικής πολιτικής ή όπου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς βλάβη προσώπων ειδικών, ηλικιακών, φυλετικών, εθνικών, κοινωνικο-οικονομικών, θρησκευτικών ή άλλων κοινωνικών ομάδων. Στην σύνταξη εκθέσεων της εργασίας τους, ποτέ δεν αποκρύπτουν δεδομένα και αναγνωρίζουν την ύπαρξη εναλλακτικών υποθέσεων και εξηγήσεων των ευρημάτων τους.

Τα Μέλη δέχονται επιβράβευση μόνο για την εργασία την οποία έχουν πραγματοποιήσει. Αποσαφηνίζουν προκαταβολικά σε όλα τα αρμόδια πρόσωπα και υπηρεσίες τις προσδοκίες για μοίρασμα και εκμετάλλευση των ερευνητικών δεδομένων. Διατηρείται στο ελάχιστο ανάμειξη με το περιβάλλον, όπου συλλέγονται τα δεδομένα.

Επάρκεια ψυχοθεραπευτή

Η διατήρηση υψηλών κριτηρίων επάρκειας είναι μια ευθύνη που συμμερίζονται όλοι οι ψυχοθεραπευτές για το συμφέρον του κοινού και του ψυχοθεραπευτικού επαγγέλματος συνολικά.

Τα Μέλη του Συλλόγου οφείλουν να αναγνωρίζουν τα όρια της επάρκειάς τους και τους περιορισμούς των τεχνικών τους.

Παρέχουν μόνον εκείνες τις υπηρεσίες και τεχνικές για τις οποίες υπάρχει πιστοποίηση ότι τις διαθέτουν, μέσο εκπαίδευσης και εμπειρίας.

Στις περιοχές όπου σαφώς αναγνωρισμένα κριτήρια δεν υπάρχουν ακόμη, τα Μέλη λαμβάνουν τις αναγκαίες προφυλάξεις, για την προστασία του «εύ ζην» των παραληπτών τους. Παραμένουν ενήμεροι για τις πρόσφατες υγειονομικές, επιστημονικές και επαγγελματικές πληροφορίες, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες που παρέχουν.

2. α: Τα Μέλη οφείλουν να αντιπροσωπεύουν επακριβώς την επάρκεια, μόρφωση, εκπαίδευση και εμπειρία τους. Προβάλλουν ως αποδείξεις των μορφωτικών και επαγγελματικών εκπαιδευτικών τους προσόντων μόνον εκείνα τα πτυχία και προσόντα που αποκτήθηκαν από έγκυρους μορφωτικούς θεσμούς ή οργανισμούς.

Τα Μέλη εξασφαλίζουν πως πληρούν επαρκώς τα βασικά επαγγελματικά κριτήρια στις αναγνωρισμένες επιστημονικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, όπου αυτές υπάρχουν, και όπως εκτίθενται από τα επαγγελματικά κριτήρια του Συλλόγου. Σέβονται τις άλλες πηγές μόρφωσης, εκπαίδευσης και εμπειρίας που έχουν δεχθεί.

2. β. Κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους ως ψυχοθεραπευτές, ως δάσκαλοι και ως εκπαιδευτές, τα Μέλη οφείλουν να εκτελούν τα καθήκοντα τους βάσει προσεκτικής προετοιμασίας και ετοιμότητας, έτσι ώστε η πρακτική τους να είναι του υψηλότερου επιπέδου και η επικοινωνία να είναι ακριβής, επίκαιρη και σχετική.

2. γ. Τα Μέλη οφείλουν να αναγνωρίζουν την ανάγκη για συνεχιζόμενη εκπαίδευση και προσωπική ανάπτυξη και είναι ανοιχτοί σε νέες διαδικασίες και αλλαγές προσδοκιών και αξιών στη διάρκεια του χρόνου.

2. δ: Τα Μέλη οφείλουν να αναγνωρίζουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όπως αυτές που σχετίζονται με την ηλικία, το φύλο, το κοινωνικοοικονομικό και εθνικό πλαίσιο ή τις ιδιαίτερες ανάγκες εκείνων που θα μπορούσαν να είναι σε μειονεκτική θέση. Αποκτούν τέτοια εκπαίδευση και εμπειρία ώστε να εξασφαλίσουν επαρκή και κατάλληλη παροχή υπηρεσιών, όταν σχετίζονται με τα πιο πάνω άτομα.

2, ε: Τα Μέλη που είναι υπεύθυνα για τις αποφάσεις που αφορούν άτομα ή πολιτικές που βασίζονται σε αποτελέσματα δοκιμών, οφείλουν να έχουν γνώση των ψυχολογικών ή εκπαιδευτικών μετρήσεων, των προβλημάτων επικύρωσης και της δοκιμής της έρευνας.

2. στ: Τα Μέλη οφείλουν να αναγνωρίζουν ότι τα προσωπικά προβλήματα και οι συγκρούσεις μπορεί να παρεμβαίνουν στην επαγγελματική τους αποτελεσματικότητα εκ τούτου, απέχουν από την ανάληψη οποιοσδήποτε δραστηριότητας στην οποία τα προσωπικά τους προβλήματα είναι πιθανό να οδηγήσουν σε ανεπαρκή απόδοση ή σε πρόκληση βλάβης σε παραλήπτη, συνάδελφο, ή συμμετέχοντα σε έρευνα.

Εάν ασχολούνται με τέτοιου είδους δραστηριότητα, όταν αντιληφθούν τα προσωπικά τους προβλήματα, πρέπει να αναζητήσουν αρμόδια επαγγελματική βοήθεια για να καθοριστεί εάν θα πρέπει να αναστείλουν, να τερματίσουν ή να περιορίσουν το πεδίο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

2. ζ: Τα Μέλη που εισέρχονται σε νέα πεδία δραστηριοτήτων οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι έχουν ολοκληρώσει όλες τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές απαιτήσεις/κριτήρια που σχετίζονται με αυτό το είδος της δραστηριότητας, πριν από την άσκηση της δραστηριότητας, και ότι η δραστηριότητά τους σε αυτό το νέο πεδίο είναι του υψηλότερου δυνατού επιπέδου. Εξασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει αραίωση, σύγχυση ή σύγκρουση με οποιαδήποτε τρέχουσα δραστηριότητα.

Ηθικές και νομικές υποχρεώσεις ψυχοθεραπευτή

Οι αρχές που καθορίζουν την ηθική συμπεριφορά των Μελών του Συλλόγου αποτελούν προσωπική επιλογή τους, όπως ισχύει και για τους υπόλοιπους πολίτες, εκτός εάν αυτοί οι κανόνες και οι αρχές υπονομεύουν την εκπλήρωση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων ή μειώνουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην ψυχοθεραπεία και στους ψυχοθεραπευτές.

Όσον αφορά στη συμπεριφορά τους, τα Μέλη οφείλουν να δείχνουν ευαισθησία στους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες και στο πιθανό αντίκτυπο που θα είχε η συμμόρφωση ή η απόκλιση από αυτούς, στην αποτελεσματικότητα τους ως επαγγελματίες. Τα Μέλη οφείλουν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους το πιθανό αντίκτυπο της δημόσιας συμπεριφοράς τους στη δυνατότητα των συναδέλφων τους να ασκούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα.

3. α: Ως Μέλη του Συλλόγου, τα Μέλη συμμορφώνονται - κατά πρώτον - με πς αρχές του Συλλόγου και - κατά δεύτερον - με τις αρχές των επαγγελματικών σωμάτων στα οποία ανήκουν ως μέλη ή ινστιτούτων με τα οποία συνεργάζονται ή εκπαιδεύονται. Τα Μέλη τηρούν επίσης τούς ισχύοντες νόμους και τις κρατικές διατάξεις που τους αφορούν.

Διαβάστε επίσης στην Πύλη μας τον αναθεωρημένο Κώδικα δεοντολογίας ψυχολόγων στην Ελλάδα

Σε περίπτωση που ορισμένοι ευρωπαϊκοί, εθνικοί, περιφερειακοί κανόνες, αρχές και πρακτικές (δημόσιες ή ιδιωτικές) έρχονται σε σύγκρουση με τις αρχές και κατευθυντήριες γραμμές του Συλλόγου, τα Μέλη οφείλουν να δηλώσουν τη δέσμευση στις αρχές και κατευθυντήριες γραμμές του Συλλόγου και να προσπαθούν να βρίσκουν τρόπους επίλυσης της σύγκρουσης.

Ως επαγγελματίες, τα Μέλη δεσμεύονται να συμβάλλουν στη δημιουργία ή την αντικατάσταση νομικών ρυθμίσεων και διατάξεων ώστε να εξυπηρετείται καλύτερα το δημόσιο συμφέρον.

3. β: Ως εργαζόμενοι ή εργοδότες, τα Μέλη οφείλουν να μην εμπλέκονται ούτε να ανέχονται ανέχονται απάνθρωπες πρακτικές ή πρακτικές που οδηγούν σε παράνομες ή αδικαιολόγητες πράξεις. Μερικά μόνο παραδείγματα τέτοιων πρακτικών αποτελούν οι διακρίσεις βάσει φυλής, αναπηρίας, ηλικίας, φύλου, σεξουαλικής προτίμησης, θρησκείας ή εθνικότητας, τόσο στην κλινική πρακτική όσο και στην πρόσληψη, στην προαγωγή και στην εκπαίδευση.

3. γ: Ως επαγγελματίες, τα Μέλη αποφεύγουν οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να παραβιάσει ή να μειώσει τα ανθρώπινα, νομικά ή πολιτικά δικαιώματα των παραληπτών των ή άλλων ατόμων που μπορεί να επηρεαστούν.

3. δ: Ως θεραπευτές, κλινικοί εκπαιδευτές, ή ερευνητές, τα Μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους το ότι οι προσωπικές τους αξίες είναι δυνατό να επηρεάσουν την επικοινωνία με τους άλλους, καθώς και τη χρήση συγκεκριμένων τεχνικών, την επιλογή και παρουσίαση απόψεων ή υλικού, αλλά και τη φύση ή εφαρμογή μιας έρευνας.

Όταν ασχολούνται με θέματα που ίσως προσβάλλουν τα συναισθήματα ορισμένων μελών της κοινωνίας, τα Μέλη οφείλουν να αναγνωρίζουν και να σέβονται τις διαφορετικές πεποιθήσεις και τις ατομικές ευαισθησίες που οι παραλήπτες τους ή οι συμμετέχοντες σε μια έρευνα μπορεί να έχουν για τα θέματα αυτά.

Εμπιστευτικότητα - εχεμύθεια ψυχοθεραπευτή

Πρωταρχική υποχρέωση των Μελών του Συλλόγου είναι να σέβονται το απόρρητο όποιας πληροφορίας μαθαίνουν από παραλήπτες τους. Οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να αποκαλυφθεί σ' άλλους μόνο με την συναίνεση του παραλήπτη (ή των νομικά υπευθύνων για τον παραλήπτη).

Εξαίρεση αποτελεί η ύπαρξη συνθηκών από τις οποίες θα μπορούσε να υπάρξει κίνδυνος για τον ίδιο το παραλήπτη ή για άλλους.

Τα Μέλη οφείλουν να πληροφορούν τους παραλήπτες τους για τα νομικά όρια της εμπιστευτικότητας. Συναίνεση σε αποκάλυψη σε άλλους θα πρέπει κανονικά να αποκτηθεί γραπτώς από το παραλήπτη που τον αφορά.

4. α: Πληροφορία που αποκτήθηκε σε κλινική, εκπαιδευτική ή συμβουλευτική σχέση, ή σε σχέση αξιολόγησης και που αυτή αφορά παραλήπτες, υπαλλήλους ή άλλους συζητείται μόνο από πρόσωπα που τα αφορά άμεσα το θέμα και μόνο για επαγγελματικούς ή επιστημονικούς λόγους.

Οι γραπτές εκθέσεις και προφορικές αναφορές παρουσιάζουν μόνο τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούν στους σκοπούς της αξιολόγησης ή της παραπομπής. Η οποιαδήποτε ενέργεια οφείλει να διασφαλίζει την αποφυγή της παραβίασης της ιδιωτικότητας.

4. β: Τα Μέλη προκειμένου να παρουσιάσουν πληροφορίες με αναφορά σε προσωπικά θέματα, που τις απέκτησαν στα πλαίσια του επαγγελματικού τους ρόλου (σε γραπτά κείμενα, διαλέξεις ή άλλες δημόσιες παρουσιάσεις), ή αποκτούν τη σχετική συγκατάθεση από πριν ή διαφοροποιούν όλες τις πληροφορίες που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητα κάποιου.

4. γ: Τα Μέλη προνοούν για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας στην αρχειοθέτηση των στοιχείων ή στην όποια παρουσίασή τους.

4. δ: Όταν τα Μέλη εργάζονται με ανήλικους ή άλλους παραλήπτες που δεν είναι σε θέση να δώσουν με τη θέληση τους συνειδητή πληροφόρηση ή/και συναίνεση, τα Μέλη φροντίζουν να προστατέψουν τα συμφέροντα του προσώπου και συμβουλεύουν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα με την κατάλληλη επαγγελματική υπευθυνότητα.

Το καλώς έχειν του παραλήπτη

Τα Μέλη του Συλλόγου σέβονται την ακεραιότητα και προστατεύουν το «καλώς έχειν» των παραληπτών. Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ παραληπτών και οργανισμών στους οποίους εργάζονται τα Μέλη, οι τελευταίοι διευκρινίζουν σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη τη φύση και την κατεύθυνση των δεσμεύσεων και των υποχρεώσεών τους.

Τα Μέλη ενημερώνουν πλήρως τους παραλήπτες τη φύση και σκοπό των υπηρεσιών τους ή/και συνεργασίας τους και τους ενημερώνουν ότι έχουν ελευθερία επιλογής όσον αφορά τη συμμετοχή τους. Ο εξαναγκασμός των παραληπτών να συμμετέχουν ή να συνεχίσουν να λαμβάνουν υπηρεσίες είναι αντιδεοντολογικός.

5. α: Τα Μέλη οφείλουν να έχουν πάντοτε επίγνωση των δικών τους αναγκών, περιορισμών ή δυσκολιών, καθώς και της δυνητικής σχέσης ισχύος απέναντι σε παραλήπτες και πρώην παραλήπτες. Οφείλουν να μην εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη και την εξάρτηση των ατόμων αυτών προς δικό τους σεξουαλικό, συναισθηματικό, οικονομικό ή οποιοδήποτε άλλο προσωπικό τους όφελος.

Οι οποιεσδήποτε σεξουαλικές σχέσεις πράξεις και συμπεριφορές με παραλήπτες και πρώην παραλήπτες δεν επιτρέπονται.

5. β: Τα Μέλη οφείλουν να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να αποφεύγουν τους διπλούς ρόλους ή/και σχέσεις που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την κρίση τους ή να αυξήσουν τις πιθανότητες εκμετάλλευσης.

Μερικά μόνο παραδείγματα τέτοιων ρόλων είναι τα εξής: Ψυχοθεραπεία ή έρευνα, με υφιστάμενους εργοδοτούμενους, φοιτητές, εκπαιδευόμενους, εποπτευόμενους, στενούς φίλους, συγγενείς και άτομα με τα οποία έχουν ή είχαν στενές ή σεξουαλικές σχέσεις.

Εάν και όταν διπλοί ρόλοι είναι αναπόφευκτοι, παραδείγματος χάριν σε μικρές κοινωνίες, τα Μέλη έχουν την ευθύνη να διασαφηνίσουν και να χειριστούν την θεραπευτική σχέση εντός των κατάλληλων επαγγελματικών πλαισίων. Τα Μέλη οφείλουν να σκεφτούν προσεκτικά και επιφυλακτικά πριν προχωρήσουν σε σχέσεις με διπλούς ρόλους και να γνωρίζουν ότι σε περίπτωση παραπόνου κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους τους θα καλεστούν να λογοδοτήσουν.

5. γ: Μέλος που συμφωνεί να αναλάβει ένα παραλήπτη κατόπιν αιτήματος τρίτου προσώπου, θα πρέπει να διευκρινίζει προς όλους τη φύση των σχέσεων με καθένα από τα ενδιαφερόμενο μέλη.

5. δ: Όταν η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ενός οργανισμού σημαίνει την παραβίαση του παρόντος ή άλλου κώδικα δεοντολογίας, τα Μέλη οφείλουν να διευκρινίζουν τη φύση της σύγκρουσης αυτής μεταξύ των απαιτήσεων του οργανισμού και των αρχών του παρόντος ή άλλων κωδικών δεοντολογίας. Οφείλουν να ενημερώνουν τα εμπλεκόμενα μέρη για τις ηθικές τους υποχρεώσεις ως Μέλη του Συλλόγου και να πράττουν ανάλογα με αυτές.

5. ε: Τα Μέλη ενημερώνουν τους παραλήπτες για τις οικονομικές αμοιβές πριν από την έναρξη της συνεργασίας τους. Δεν δίνουν ούτε παίρνουν ποσοστά για παραπομπές παραληπτών. Τα Μέλη μπορούν να συνεισφέρουν ένα μέρος του συνόλου των υπηρεσιών που παρέχουν με ελάχιστη ή καθόλου αμοιβή.

5. στ: Τα Μέλη έχουν την ευθύνη να τερματίσουν την κλινική ή συμβουλευτική σχέση όταν διαφανεί ότι ο παραλήπτης δεν επωφελείται ή όταν ο παραλήπτης το ζητήσει. Προτείνουν δε να βοηθήσουν τον παραλήπτη να εντοπίσει εναλλακτικές πηγές βοήθειας.

Επαγγελματικές σχέσεις ψυχοθεραπευτή

Τα Μέλη του Συλλόγου οφείλουν να σέβονται τις ανάγκες, τις ιδιαίτερες γνώσεις και υποχρεώσεις των συναδέλφων τους ψυχοθεραπευτών, ψυχολόγων, ιατρών και άλλων επαγγελματιών. Σέβονται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ινστιτούτων ή οργανισμών με τους οποίους συνεργάζονται οι συνάδελφοι τους.

6. α: Τα Μέλη αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες ετταγγελματιών σε συναφείς χώρους. Χρησιμοποιούν με τον καλύτερο τρόπο όλες τις επαγγελματικές, τεχνικές και διοικητικές δυνατότητες που τους παρέχονται προς το συμφέρον όσων απευθύνονται σε αυτούς.

Η τυχόν έλλειψη επίσημης επαγγελματικής σχέσης με άλλους επαγγελματίες δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη τους να εξασφαλίζουν για τους παραλήπτες τους, τις καλύτερες δυνατές επαγγελματικές υπηρεσίες, ούτε τους απαλλάσσει από την υποχρέωση τους να εξασφαλίζουν την επιπρόσθετη ή εναλλακτικού τύπου βοήθεια με προνοητικότητα, φιλοπονία και διακριτικότητα.

6. β: Τα Μέλη οφείλουν να γνωρίζουν και να λαμβάνουν υπόψή τους τις παραδόσεις και τις πρακτικές των άλλων επαγγελματικών ομάδων και να συνεργάζονται με αυτές πλήρως. Εάν ένας παραλήπτης δέχεται παρόμοιες υπηρεσίες από άλλον επαγγελματία, τα Μέλη πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τη σχέση τους με τον επαγγελματία αυτό, και να προχωρήσουν με προσοχή και ευαισθησία στα θεραπευτικά θέματα, με κριτήριο την προστασία του παραλήπτη.

Τα Μέλη συζητούν με τους παραλήπτες τα θέματα που προκύπτουν ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος σύγχυσης και σύγκρουσης και προσπαθούν να έχουν διευκρινισμένες και συμφωνημένες σχέσεις με τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους επαγγελματίες, όσο αυτό είναι δυνατόν.

6. γ. Τα Μέλη που προσφέρουν εργασία ή εποπτεύουν άλλους επαγγελματίες ή εκπαιδευόμενους οφείλουν να διευκολύνουν την επαγγελματική εξέλιξη των ατόμων αυτών και να παίρνουν κατάλληλα μέτρα για την αξιολόγηση των ικανοτήτων των. Οφείλουν να προσφέρουν κατάλληλες εργασιακές συνθήκες, έγκαιρες αξιολογήσεις, εποικοδομητικές συμβουλές, και ευκαιρίες για απόκτηση περαιτέρω εμπειρίας.

6. δ: Τα Μέλη δεν πρέπει να εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές τους σχέσεις με συναδέλφους, υφιστάμενους και άλλα άτομα, με τα οποία συνεργάζονται, για σεξουαλικά ή άλλα οφέλη. Τα Μέλη δεν πρέπει να εμπλέκονται ή να ανέχονται οποιαδήποτε σεξουαλική παρενόχληση. Σεξουαλικές παρενοχλήσεις αποτελούν τα σχόλια, τα υπονοούμενα, ή η σωματική επαφή σεξουαλικού τύπου τα οποία είναι ανεπιθύμητα από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται.

6. ε: Όταν υποπέσει στην αντίληψη των Μελών κάποια δεοντολογική παραβίαση από άλλο επαγγελματία, και εφόσον είναι θεμιτό, επιχειρούν να διευθετήσουν το θέμα ανεπισήμως, θέτοντας το υπόψη του ατόμου αυτού. Εφόσον, η παραβίαση δεν είναι σοβαρή και φαίνεται να οφείλεται σε έλλειψη ευαισθησίας, γνώσης ή εμπειρίας μια τέτοια ανεπίσημη επίλυση είναι συνήθως η κατάλληλη.

Τέτοιες ανεπίσημες διορθωτικές προσπάθειες γίνονται με ευαισθησία και σεβασμό στο δικαίωμα της εμπιστευτικότητας. Εάν η παραβίαση δεν φαίνεται να μπορεί να διευθετηθεί με ανεπίσημους τρόπους ή είναι σοβαρή, τα Μέλη το θέτουν υπόψη των αρμόδιων ινστιτούτων, εταιρειών, επαγγελματικών συνδέσμων ή της αρμόδιας επιτροπής ηθικής και επαγγελματικής συμπεριφοράς.

6. στ: Το όνομα όσων έχουν συμβάλει σε μια δημοσίευση πρέπει να αναφέρεται ανάλογα με τη συμβολή τους σε αυτήν. Στην περίπτωση που πολλά άτομα έχουν μεγάλη επιστημονική συμβολή σε μία δημοσίευση, τότε θεωρούνται συγγραφείς από κοινού, ενώ πρώτο αναγράφεται το όνομα του συγγραφέα με τη μεγαλύτερη συμβολή. Μικρότερες επιστημονικές συμβολές, ή άλλες μη επιστημονικές αναγνωρίζονται με ειδική υποσημείωση ή σε μία αρχική δήλωση.

Βιβλιογραφική αναφορά γίνεται στις μη δημοσιευμένες καθώς και στις δημοσιευμένες εκείνες εργασίες που επηρέασαν άμεσα την έρευνα ή την συγγραφή. Τα Μέλη που συγκεντρώνουν και επιμελούνται υλικό άλλων προς δημοσίευση, δημοσιεύουν το υλικό με το όνομα των δημιουργών τους, ενώ οι ίδιοι εμφανίζονται ως επιμελητές. Όλοι οι συγγραφείς αναφέρονται ονομαστικά.

6. ξ. Όταν διεξάγουν έρευνα σε ινστιτούτα ή οργανισμούς, τα Μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν τη συγκατάθεση των φορέων αυτών. Οφείλουν να έχουν την επίγνωση των υποχρεώσεών τους προς τους μελλοντικούς ερευνητές και να εξασφαλίζουν ότι τα ινστιτούτα ή οι οργανισμοί που φιλοξενούν τέτοιες δραστηριότητες ενημερώνονται επαρκώς για την έρευνα και ότι αναγνωρίζεται η συμβολή τους με τον κατάλληλο
τρόπο.

Δημόσιες δηλώσεις ψυχοθεραπευτή

Οι δημόσιες δηλώσεις, ανακοινώσεις που αφορούν σε προσφερόμενες υπηρεσίες, διαφημίσεις και δραστηριότητες που προωθούν την εργασία Μελών έχουν στόχο πάντα να βοηθήσουν το κοινό να κρίνει και να κάνει επιλογές βάσει των πληροφοριών. Τα Μέλη παρουσιάζουν ακριβώς και με αντικειμενικά στοιχεία τα επαγγελματικά τους προσόντα, με ποιους οργανισμούς, συλλόγους ή ενώσεις επαγγελματικές ή επιστημονικές συνδέονται.

Σε δημόσιες δηλώσεις με πληροφορίες για τη ψυχοθεραπεία ή επαγγελματικές γνώμες ή πληροφορίες διαθεσιμότητας παροχής ορισμένων τεχνικών, προϊόντων, εκδόσεων και υπηρεσιών, τα Μέλη παρουσιάζουν ακριβώς και βασίζουν τις δηλώσεις τους σε γενικά αποδεκτά ευρήματα και τεχνικές με πλήρη αναγνώριση των ορίων και των αμφιβολιών που εμπεριέχονται σε τέτοιου είδους στοιχεία.

7.α: Σε ανακοίνωση ή διαφήμιση επαγγελματικών τους υπηρεσιών, τα Μέλη μπορούν να συμπεριλάβουν τις ακόλουθες πληροφορίες προκειμένου να περιγράφουν ποιος παρέχει τις υπηρεσίες και το είδος των υπηρεσιών:

Όνομα, τον υψηλότερο ψυχοθεραπευτικό τίτλο που έχει αποκτηθεί από Εθνικό, Ευρωπαϊκό η άλλο Επαγγελματικό Διαπιστευτικό Φορέα, ημερομηνία, απονομή του ECP, εγγραφή και ιδιότητα Μέλους σε οργανισμούς ψυχοθεραπείας και επαγγελματικά σχετικά ή συγγενικά σώματα, διεύθυνση, αριθμό, τηλέφωνο, ώρες γραφείου, περιληπτική λίστα του τύπου των ψυχοθεραπευτικών και άλλων προσφερομένων σχετικών υπηρεσιών, ξένες γλώσσες που επικοινωνεί ο θεραπευτής και την πολιτική που αφορά στις ασφαλίσεις ή αμοιβές που μπορούν να γίνουν από άλλα πρόσωπα.

Μπορούν να συμπεριληφθούν επιπρόσθετες σχετικές η σημαντικές για τον καταναλωτή πληροφορίες εάν αυτές δεν απαγορεύονται από άλλες παραγράφους του παρόντος κώδικα δεοντολογίας.

7.β: Σε ανακοινώσεις, διαφημίσεις ή δημοσιεύσεις παροχής ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών τα Μέλη δεν εκμεταλλεύονται την σχέση τους με άλλους οργανισμούς προκειμένου να παρουσιάσουν ψευδώς ότι ο οργανισμός εγκρίνει, προωθεί ή συμμετέχει στην εν λόγο εργασία. Πιο συγκεκριμένα τα Μέλη δέν δηλώνουν Ευρωπαϊκή ή εθνική εγγραφή ή σχέση με ινστιτούτα και συνδέσμους με τρόπο παραπλανητικό ως προς τα προσόντα τους και επαγγελματικές ικανότητες τους.

Οι δημόσιες δηλώσεις συμπεριλαμβάνουν, δίχως να περιορίζονται, δηλώσεις μέσω περιοδικών, βιβλίων, λιστών, καταλόγων, διαδικτύου, τηλεόρασης, ραδιοφώνου και κινηματογράφου και δεν περιέχουν:

(1) Ψευδείς, απατηλές, παραπλανητικές, αποπροσανατολιστικές ή αθέμιτες δηλώσεις.
(2) Λανθασμένη ερμηνεία γεγονότων ή δήλωση που μπορεί να εξαπατήσει ή να αποπροσανατολίσει ή παραπλανήσει επειδή αποκαλύπτει μέρος της αλήθειας.
(3) Δήλωση παραλήπτη με αναφορά στην ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών του Μέλους.
(4) Πρόθεση να δημιουργηθούν λανθασμένες ή άδικες προσδοκίες για τα αποτελέσματα.
(5) Δήλωση που αναφέρεται σε ασυνήθιστες, μοναδικές, πρωτότυπες ικανότητες.
(6) Δήλωση που έχει ως στόχο να εκμεταλλευτεί τους φόβους, τις αγωνίες και τα συναισθήματα πιθανής αποτυχίας του παραλήπτη εάν δε λάβει τις υπηρεσίες ή προκειμένου να συνεχιστεί η παροχή υπηρεσιών,
(7) Αναφορά στη συγκριτική υπεροχή των παρεχόμενων υπηρεσιών.
(8) Δήλωση άμεσης συνηγορίας παραλήπτη ή κατηγορίας παραληπτών.

7. γ: Τα Μέλη δεν διατίθενται ευνοϊκά υπέρ των εκπροσώπων του τύπου, ραδιοφώνου, τηλεόρασης ή άλλου μέσου επικοινωνίας, προκειμένου να έχουν ως αντάλλαγμα επαγγελματική προβολή στις ειδήσεις. Μία πληρωμένη παρουσίαση ή προβολή πρέπει να το αναφέρει εκτός αν φαίνεται από το περιεχόμενό της.

Οι διαφημίσεις μέσο ραδιοφώνου ή τηλεόρασης πρέπει να έχουν ηχογραφηθεί και εγκριθεί πριν την αναμετάδοση τους από το Μέλος. Αντίγραφο των διαφημίσεων και των αναμεταδόσεων τους μπορούν να τηρούνται σε αρχείο από το Μέλος.

7. δ: Σε ανακοινώσεις και διαφημίσεις κλινικών, εκπαιδευτών ή εκπαιδευτικών οργανισμών, που αφορούν ομάδες προσωπικής ανάπτυξης, συνεδρίες ομάδων ειδικών ενδιαφερόντων, σειρά μαθημάτων, πρέπει να δίνεται καθαρή δήλωση του σκοπού και καθαρή περιγραφή των εμπειριών και της εκπαίδευσης που θα δοθεί.

Η εκπαίδευση και η εμπειρία των μελών του προσωπικού πρέπει αν είναι κατάλληλα παρουσιασμένη, πριν την έναρξη της ομάδας, της εκπαίδευσης ή των υπηρεσιών. Επίσης, σαφής αναφορά πρέπει να γίνεται στη χρέωση και οποιεσδήποτε άλλες συμβατικές υποχρεώσεις πριν την έναρξη.

7. ε: Τα Μέλη συμμετέχουν στην προώθηση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, βιβλίων ή άλλων προϊόντων που στόχο έχουν την εμπορική πώληση, προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι ανακοινώσεις και διαφημίσεις παρουσιάζονται με επαγγελματικό, επιστημονικό, αποδεκτό ηθικά και λειτουργικά, πληροφοριακό τρόπο.

7. στ: Τα Μέλη δεν συμμετέχουν για προσωπικό κέρδος σε εμπορικές παρουσιάσεις που προτείνουν στο κοινό την αγορά, ή χρήση προϊόντων ή υπηρεσιών που προέρχονται από μία πηγή, όπου η συμμετοχή τους βασίζεται αποκλειστικά στην ταυτότητα τους ως ψυχοθεραπευτές.

7. ζ: Τα Μέλη παρουσιάζουν την επιστήμη και την τέχνη της ψυχοθεραπείας, προσφέρουν υπηρεσίες τους, προϊόντα και δημοσιεύσεις, έντιμα και με ακρίβεια. Αποφεύγουν λάθος παρουσιάσεις με εντυπωσιασμούς, υπερβολές ή επιπολαιότητες. Τα Μέλη του Συλλόγου κινούνται πάντα με γνώμονα την πρωταρχική υποχρέωση τους να βοηθήσουν το κοινό να διαμορφώσει κρίσεις, γνώμες ή επιλογές μέσα από την πληροφόρηση.

7. η: Ως δάσκαλοι ή/και εκπαιδευτές, τα Μέλη διασφαλίζουν πως οι δηλώσεις τους σε καταλόγους και σε περιγραφές προγραμμάτων είναι ακριβείς και όχι παραπλανητικές, ιδιαίτερα σε όρους ύλης που θα καλυφτεί, αξιολογικών κριτηρίων προόδου και της φύσης των εμπειριών του προγράμματος.

Ανακοινώσεις, φυλλάδια ή διαφημίσεις που περιγράφουν σεμινάρια, εργαστήρια ή άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να περιγράφουν με ακρίβεια το ακροατήριο για το οποίο προορίζεται το πρόγραμμα, όπως προϋποθέσεις εισδοχής, εκπαιδευτικούς στόχους καθώς και τη φύση της ύλης που θα καλυφτεί. Αυτές οι ανακοινώσεις θα πρέπει επίσης με ακρίβεια να αντιπροσωπεύουν τη μόρφωση, εκπαίδευση και εμπειρία των Μελών που παρουσιάζουν τα προγράμματα καθώς και τις αντίστοιχες χρεώσεις.

7. θ: Όταν οι ανακοινώσεις γίνονται με στόχο να προσελκύσουν κοινό σε κάποια έρευνα, στην οποία προσφέρονται κλινικές ή άλλες επαγγελματικές υπηρεσίες ως κίνητρα, πρέπει να αποσαφηνίζεται η φύση των υπηρεσιών καθώς επίσης και το κόστος και άλλων υποχρεώσεων που θα έχουν οι συμμέτεχόντες στην έρευνα.

7. ι: To Μέλος υποχρεώνεται να υποδεικνύει σε άλλους που αντιπροσωπεύουν τα επαγγελματικά προσόντα του Μέλους ή σχέσεις του Μέλους με οργανισμούς ή με προϊόντα και υπηρεσίες εκτός των αρχών του παρόντος δεοντολογικού κώδικα, τα λάθη τους.

7. κ: Ατομικές διαγνωστικές και θεραπευτικές υπηρεσίες προσφέρονται μόνο στα πλαίσια μιας επαγγελματικής ψυχοθεραπευτικής σχέσης. Όταν προσωπικές συμβουλές παρέχονται ως δημόσιες ομιλίες ή επιδείξεις, σε εφημερίδα, άρθρα, περιοδικά, ραδιόφωνο, προγράμματα τηλεόρασης, ταχυδρομείο ή αντίστοιχα μέσα, το Μέλος χρησιμοποιεί την πιο πρόσφατη σχετική γνώση και ασκεί την υψηλότερου επιπέδου επαγγελματική κρίση.

7. λ: Προϊόντα που περιγράφονται ή παρουσιάζονται μέσο δημοσίων διαλέξεων ή επιδείξεων, άρθρων σε εφημερίδες ή περιοδικά, ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων ή αναλογών μέσων, πρέπει να τηρούν τα ίδια αναγνωρισμένα κριτήρια που υπάρχουν για τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια μιας επαγγελματικής σχέσης.

Αξιολογήσεις

Στην ανάπτυξη, δημοσίευση και χρήση ψυχοθεραπευτικών ή ψυχολογικών τεχνικών αξιολόγησης, τα Μέλη προσπαθούν να προωθήσουν τα συμφέροντα και τη διασφάλιση του "εύ ζην" του παραλήπτη. Επίσης διασφαλίζουν τον παραλήπτη από την κακή χρήση των αποτελεσμάτων αξιολόγησης.

Σέβονται το δικαίωμα του παραλήπτη να γνωρίζει τα αποτελέσματα, τις ερμηνείες που έγιναν, τις βάσεις για τα συμπεράσματα και τις συστάσεις. Τα Μέλη όταν χρησιμοποιούν δοκιμασίες ή άλλες τεχνικές αξιολόγησης, κινούνται μέσα στα πλαίσια των νόμιμων εντολών. Προσπαθούν να εξασφαλιστεί η κατάλληλη χρήση των τεχνικών αξιολόγησης και από άλλους.

8. α: Χρησιμοποιώντας τεχνικές αξιολόγησης, τα Μέλη σέβονται το δικαίωμα των παραληπτών να έχουν πλήρεις εξηγήσεις για την φύση και το σκοπό των τεχνικών. Οι εξηγήσεις πρέπει να δίδονται σε λόγο και γλώσσα που οι παραλήπτες μπορούν να καταλάβουν, εκτός αν σαφώς η εξαίρεση από αυτό το δικαίωμα έχει συμφωνηθεί από πριν. Εάν οι εξηγήσεις δοθούν από άλλους, τα Μέλη διασφαλίζουν τις διαδικασίες για την επάρκεια των εξηγήσεων.

8. β: Τα Μέλη υπεύθυνοι για την ανάπτυξη και τη μέτρηση των ψυχολογικών δοκιμασιών και άλλων τεχνικών αξιολόγησης χρησιμοποιούν καθιερωμένες επιστημονικές διαδικασίες και ακολουθούν τις αναφερόμενες από τον ΕΑΡ, εθνικές, θεσμικές ή υπηρεσιακές διαδικασίες.

8. γ: Καταγράφοντας τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, οι ψυχοθεραπευτές παρουσιάζουν όποια επιφύλαξη υπάρχει και αφορά στην αξία ή την αξιοπιστία εξ' αιτίας των συνθηκών δοκιμασιών και άλλων τεχνικών αξιολόγησης ή την καταλληλότητα των κανόνων, για το πρόσωπο που αξιολογείται. Τα Μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων και οι ερμηνείες τους δε χρησιμοποιούνται εσφαλμένα από άλλους.

8. δ: Τα Μέλη αναγνωρίζουν πως τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων μπορεί να είναι άκαιρα και να μην αποδίδουν την πλήρη εικόνα του θεραπευόμενου. Προσπαθούν να αποφύγουν και να εμποδίσουν την εσφαλμένη χρήση άκαιρων και ελλιπών αξιολογήσεων.

8. ε: Τα Μέλη που προσφέρουν βαθμολόγηση και υπηρεσίες ερμηνείας, παρέχουν κατάλληλες αποδείξεις για την αξιοπιστία των προγραμμάτων και των διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για νά φτάσουν σε αυτές τις ερμηνείες. Η δημόσια αναφορά σε) ερμηνείες γίνεται στα πλαίσια συνεργασίας επαγγελματιών. Τα Μέλη προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφύγουν κακή χρήση πληροφοριών αξιολόγησης.

8, στ: Τα Μέλη δεν ενθαρρύνουν ή προωθούν τη χρήση ψυχοθεραπευτικών ή ψυχολογικών τεχνικών αξιολόγησης από άτομα που δεν είναι κατάλληλα εκπαιδευμένα ή άλλως μη εξειδικευμένα άτομα μέσα από τη διδασκαλία, τη χορηγία, ή την εποπτεία.

Δεοντολογία στην έρευνα

Η απόφαση της ανάληψης κάποιας έρευνας έγκειται σε μία κριτική απόφαση από το Μέλος του Συλλόγου, προκειμένου να συνεισφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ανθρώπινες επιστήμες και στο "εύ ζην". Έχοντας πάρει την απόφαση να διενεργήσει έρευνα, το Μέλος, εξετάζει εναλλακτικές κατευθύνσεις, όπου θα μπορούσαν να επενδυθούν οι ενέργειες και οι πόροι της έρευνας.

Στη βάση αυτής της θεώρησης το Μέλος διενεργεί την έρευνα με σεβασμό και ενδιαφέρον για την αξιοπρέπεια και το "καλώς έχειν" των ανθρώπων που συμμετέχουν, καθώς και με επίγνωση των κανονισμών και επαγγελματικών κριτηρίων που διέπουν τη διενέργεια της έρευνας, όπου συμμετέχουν άνθρωποι.

9. α: Στο σχεδιασμό μιας μελέτης, το Μέλος που διενεργεί την έρευνα (ο ερευνητής), έχει την ευθύνη να κάνει μία προσεκτική αξιολόγηση της δεοντολογικής της αποδοχής. Στο μέτρο που η συνεκτίμηση επιστημονικών και ανθρώπινων αξιών υπονοεί τη διακύβευση οποιοσδήποτε αρχής, ο ερευνητής έχει μία αντίστοιχη σοβαρή υποχρέωση να αναζητήσει ηθική συμβουλή και να τηρήσει αυστηρά μέτρα, προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματα των ανθρώπων που συμμετέχουν.

9. β: Η εκτίμηση του κατά πόσον ένας συμμετέχων σε μία σχεδιασμένη μελέτη θα είναι ένα "υποκείμενο σε κίνδυνο" ή ένα υποκείμενο σε "ελάχιστο κίνδυνο", σύμφωνα με αναγνωρισμένα κριτήρια, αποτελεί πρωταρχική ηθική υποχρέωση του ερευνητή.

9. γ: Ο ερευνητής πάντα διατηρεί την ευθύνη για τη διασφάλιση της ηθικής πρακτικής στην έρευνα. Ο ερευνητής είναι επίσης υπεύθυνος για την ηθική αντιμετώπιση των συμμετεχόντων στην έρευνα από συνεργάτες, βοηθούς, σπουδαστές και υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις.

9. δ: Εξαιρούμενης της έρευνας ελάχιστου κινδύνου, ο ερευνητής εξασφαλίζει μία σαφή και δίκαιη συμφωνία με τους συμμετέχοντες στην έρευνα, πριν την συμμετοχή τους, η οποία διευκρινίζει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα ενός εκάστου. Ο ερευνητής έχει την υποχρέωση να τηρήσει όλες τις υποσχέσεις και δεσμεύσεις σε αυτήν την συμφωνία.

Ο ερευνητής ενημερώνει τους συμμετέχοντες για όλες τις πλευρές της έρευνας, που λογικά θα αναμενόταν να επηρεάσουν την προθυμία για συμμετοχή και εξηγεί όλες τις άλλες πλευρές της έρευνας για τις οποίες έχουν απορίες οι συμμετέχοντες.

Αποτυχία για πλήρη ενημέρωση πριν τη συγκατάθεση απαιτεί επιπρόσθετα μέτρα για την προστασία του καλώς έχειν και της αξιοπρέπειας των συμμετεχόντων στην έρευνα. Έρευνες με παιδιά ή συμμετέχοντες που έχουν ελλείμματα τα οποία θα περιόριζαν την κατανόηση και /ή την επικοινωνία απαιτούν ειδικές διαδικασίες προστασίας.

9. ε: Μεθοδολογικές απαιτήσεις μιας μελέτης μπορεί να κάνουν να φαίνεται απαραίτητη η χρήση απόκρυψης ή εξαπάτησης.

Πριν τη διενέργεια μίας τέτοιας μελέτης, ο ερευνητής έχει ιδιαίτερη ευθύνη:

(1) Να καθορίσει αν η χρήση τέτοιων τεχνικών δικαιολογείται από την αναμενόμενη επιστημονική, εκπαιδευτική ή ενυπάρχουσα αξία,
(2) Να καθορίσει αν υπάρχουν εναλλακτικές διαθέσιμες διαδικασίες που δε χρησιμοποιούν απόκρυψη ή εξαπάτηση, και
(3) Να εξασφαλίσει ότι οι συμμετέχοντες θά ενημερωθούν ικανοποιητικά το ταχύτερο δυνατόν.

9. στ: Ο ερευνητής* σέβεται την ελευθερία του ατόμου να αρνηθεί να συμμετέχει ή να αποσυρθεί από την έρευνα σε οποιαδήποτε στιγμή. Η υποχρέωση της προστασίας της ελευθερίας απαιτεί προσεκτική σκέψη και φροντίδα όταν ο ερευνητής βρίσκεται σε θέση όπου ασκεί εξουσία ή επίδραση στο συμμετέχοντα.

Τέτοιες θέσεις εξουσίας συμπεριλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε, καταστάσεις όπου η συμμετοχή στην έρευνα απαιτείται ως μέρος της εργασιακής απασχόλησης ή όπου ο συμμετέχων είναι παραλήπτης ή υπάλληλος του ερευνητής.

Τα δικαιώματα του ατόμου υπερσκελίζουν και προεξάρχουν των αναγκών του ερευνητή να ολοκληρώσει την έρευνα.

9. ζ: Ο ερευνητής προστατεύει τον συμμετέχοντα από σωματική ή ψυχική δυσχέρεια, βλάβη και κίνδυνο που μπορεί να προκύψουν από τις ερευνητικές διαδικασίες. Εάν υπάρχει κίνδυνος για τέτοιες συνέπειες, ο ερευνητής πληροφορεί το συμμετέχοντα για το γεγονός.

Οι ερευνητικές διαδικασίες που πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρή ή μόνιμη βλάβη σε κάποιον συμμετέχοντα δε χρησιμοποιούνται εκτός εάν η μη χρησιμοποίησή τους θα εξέθετε τον συμμετέχοντα σε κίνδυνο για μεγαλύτερη βλάβη, ή εάν η έρευνα έχει μεγάλο δυνητικό όφελος και έχει πλήρως ενημερωθεί ο κάθε συμμετέχων προκειμένου να συναινέσει.

Ο συμμετέχων θα πρέπει να ενημερωθεί για διαδικασίες με τις οποίες μπορεί να έρθει σε επαφή με τον ερευνητή, εντός λογικού χρονικού διαστήματος, μετά από την έναρξη συμμετοχής του, εάν προκύψουν στρεσογόνες καταστάσεις πιθανότητα βλάβης ή σχετικές απορίες ή ανησυχίες. Συναίνεση που έχει ληφθεί από τον συμμετέχοντα δεν περιορίζει τα νομικά δικαιώματα του ούτε μειώνει τις νομικές ευθύνες του ‘ερευνητή’.

9. η: Αφού συγκεντρωθούν τα στοιχεία, ο ερευνητής παρέχει στον συμμετέχοντα πληροφορίες γύρω από τη φύση της μελέτης και προσπαθεί να αποσαφηνίσει τις όποιες παρανοήσεις μπορεί να έχουν προκύψει. Όπου επιστημονικές ή ανθρωπιστικές αξίες δικαιολογούν αναβολή ή παρακράτηση της πληροφόρησης, ο ερευνητής αναλαμβάνει ειδική ευθύνη να καταγράψει την έρευνα και να εξασφαλίσει πως δεν υπάρχουν επιβλαβείς συνέπειες για τον συμμετέχοντα.

9. θ: Όπου οι ερευνητικές διαδικασίες έχουν ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητες συνέπειες για τον συμμετέχοντα, ο ερευνητής έχει την ευθύνη να ανιχνεύσει και να απομακρύνει ή να διορθώσει αυτές τις συνέπειες, συμπεριλαμβανόμενων των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων.

9. ι: Οι πληροφορίες που αποκτώνται για κάποιον συμμετέχοντα κατά τη διάρκεια της πορείας μιας έρευνας είναι εμπιστευτικές εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία από την αρχή. Όταν υπάρχει πιθανότητα άλλοι να αποκτήσουν πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, αυτή η πιθανότητα, όπως και οι τρόποι για την προστασία της εχεμύθειας εξηγούνται στον συμμετέχοντα ως μέρος της διαδικασίας προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση.

Διαβάστε και τον αντίστοιχο Κώδικα Δεοντολογίας Ψυχολόγων Ελλάδος (τελευταία αναθεώρηση 2019).