Με τον όρο κίνητρα επίτευξης χαρακτηρίζουμε τους στόχους που έχει ένα άτομο στη ζωή του, οι οποίοι αφορούν την επιτυχία του σε συνθήκες όπου απαιτείται ποιότητα στην επίδοση. Τα υψηλά κίνητρα επίτευξης παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιτυχία ενός ατόμου στην κοινωνία. Παρότι μερικοί άνθρωποι φαίνεται να διάγουν τη ζωή τους βρίσκοντας τα πάντα «έτοιμα», οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν δυσκολίες και απογοητεύσεις.

Ανάγκη για επίτευξη

Εάν τις αφήσουν να τους επηράσουν αρνητικά, τότε είναι μάλλον απίθανο να ξεπεράσουν τα εμπόδια και να πραγματοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Εάν όμως παραμείνουν φιλόδοξοι, είναι πιθανό να επιμείνουν στις προσπάθειές τους και, συνεπώς, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να επιτύχουν τους προσωπικούς τους στόχους.

Παλαιότερα οι ψυχολογικές έρευνες που ασχολήθηκαν με τα κίνητρα επίτευξης υποστήριζαν ότι τα παιδιά διαθέτουν τέτοια κίνητρα σε διαφορετικό βαθμό. Τα κίνητρα αυτά θεωρούνταν ένα είδος εσωτερικού-έμφυτου χαρακτηριστικού. Με άλλα λόγια, υπήρχε η άποψη ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα κίνητρο επίτευξης για να καταφέρνουν αυτό που θέλουν. Το μετρούμενο κίνητρο ονομάστηκε ανάγκη για επίτευξη.

Οι παρατηρήσεις στην καθημερινή ζωή δείχνουν ότι τα παιδιά επιδιώκουν την επιτυχία τόσο σε ασήμαντες όσο και σε σημαντικές δραστηριότητες και καταβάλουν μεγάλες προσπάθειες για να πραγματοποιήσουν τους στόχους που θέτουν.

Άλλα παιδιά, ωστόσο, δεν φαίνονται να προσπαθούν και τόσο πολύ και, άρα, η ανάγκη τους να επιτύχουν φαίνεται να είναι μικρή.

Προέλευση του κινήτρου επίτευξης

Αρκετές έρευνες πάνω στα κίνητρα επίτευξης έδεξαν ότι τα παιδιά των οποίων οι γονείς έχουν υψηλές προσδοκίες επιτυγχάνουν περισσότερο από ό,τι τα παιδιά με γονείς που έχουν χαμηλές προσδοκίες αναφορικά με την πιθανή επιτυχία τους. Σε μια κλασική μελέτη αυτού του είδους, οι Rosen & Andrade (1959) ζήτησαν από παιδιά να φτιάξουν έναν πύργο από κύβους έχοντας τα μάτια τους καλυμμένα με ένα ύφασμα. Οι γονείς παρακολουθούσαν τα παιδιά τους και μπορούσαν να τους μιλούν.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά με υψηλά κίνητρα επίτευξης, τα οποία προσπαθούσαν και έθεταν συνεχώς νέους στόχους, είχαν γονείς που περίμεναν πολλά από αυτά και που τα ενθάρρυναν όσο εκείνα συνέχιζαν τη δραστηριότητα.

Ο Atkinson υποστήριξε ότι τα κίνητρα επίτευξης καθορίζονται από τρεις παράγοντες: τη δύναμη του κινήτρου του ατόμου για επιτυχία, την προσδοκία του ατόμου για επιτυχία και το εξωτερικό κίνητρο ή την αξία της επιτυχίας.

Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο. Η δύναμη του κινήτρου για επιτυχία εξαρτάται από τις προσδοκίες του παιδιού για επιτυχία και από το εξωτερικό κίνητρο για την επιτυχία ή την αποτυχία.

Ένα παιδί το οποίο δεν θεωρεί ότι είναι ικανό να επιτύχει σε μια δραστηριότητα, και δέχεται ελάχιστη ενθάρρυνση ή έπαινο από το εξωτερικό περιβάλον, δεν θα έχει υψηλά κίνητρα επίτευξης.

Υπάρχουν πολλά ερευνητικά δεδομένα τα οποία συσχετίζουν τις υψηλές προσδοκίες και τα υψηλά επίπεδα επίδοσης σε δραστηριότητες που προκαλούν το ενδιαφέρον του ατόμου. Φαίνεται ότι τα παιδιά επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό τόσο από τις προσδοκίες για επιτυχία που έχουν οι γονείς τους όσο και από τις προσωπικές τους προσδοκίες για επιτυχία.

Οι τρεις πηγές των υψηλών προσδοκιών

Σύμωνα με τους Dweck & Elliott (1993), Οι υψηλές προσδοκίες προέρχονται από τις ακόλουθες τρεις πηγές:

Μια ρεαλιστική ανάλυση των δραστηριοτήτων ή των δεξιοτήτων που εμπλέκονται στο σχεδιασμό της στρατηγικής που θα εφαρμόσει το άτομο. Χωρίς μια ρεαλιστική εκτίμηση της κατάστασης και των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την επίλυση του προβλήματος, είναι απίθανο να επιτύχει το άτομο σε οποιαδήποτε προσπάθεια.

Οι πεποιθήσεις για την αυτοαποτελεσματικότητα που οι άνθρωποι έχουν για τις προσωπικές τους ικανότητες. Αυτές επηρεάζουν άμεσα την έκταση της προσπάθειας που είναι έτοιμοι να καταβάλουν. Ο Bandura (1989) υποστήριξε ότι είναι καλύτερο οι άνθρωποι να έχουν ελαφρώς υψηλότερες προσδοκίες σχετικά με την αυτοαποτελεσματικότητά τους από ό,τι υποδεικνύουν οι υπάρχουσες ενδείξεις. Αυτό θα τους ενθαρρύνει να θέσουν υψηλούς στόχους, να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια και, κατά συνέπεια, να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους ακόμη περισσότερο.

Τα κριτήρια που έχει ένα άτομο για τη βέλτιστη απόδοση πρέπει να είναι ατομικά και όχι να καθορίζονται από άλλα εξωτερικά πρότυπα. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αφορούν τους προσωπικούς στόχους του ατόμου και να μην καθορίζονται ανάλογα με το τι πετυχαίνουν ή δεν πετυχαίνουν οι άλλοι άνθρωποι. Επιπλέον, τα κριτήρια πρέπει να είναι ελαστικά ώστε να προσαρμόζονται στις απιτήσεις της εκάστοτε συνθήκης. Η ολοκληρωτική επιτυχία σε κάθε περίσταση δεν είναι ρεαλιστική. Αν όμως το άτομο έχει στόχους μάθησης και διαπιστώσει ότι μια δραστηριότητα είναι διαφορετική από την προηγούμενη εμπειρία του, τότε μπορεί να τροποποιήσει ανάλογα τα κριτήριά του.

Σύγκρουση προσέγγισης αποφυγής

Ο Atkinson επιπλέον έδωσε έμφαση και σε άλλες πλευρές του εξωτερικού κινήτρου για την επιτυχία ή την αποτυχία. Βασίστηκε στην ιδέα ότι σε κάθε δραστηριότητα ενυπάρχει η σύγκρουση προσέγγισης-αποφυγής, και υποστήριξε ότι υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην επίτευξη της επιτυχίας, που είναι ένας θετικός στόχος τον οποίο το άτομο επιθυμεί να προσεγγίσει, και στην αποφυγή της αποτυχίας, που είναι ένα αρνητικό αποτέλεσμα το οποίο το άτομο θέλει να αποφύγει.

Μονολότι, επομένως, η επιτυχία είναι θελκτική, ο κίνδυνος της αποτυχίας ασκεί απωθητική δύναμη. Εάν το παιδί δεν εκτιμά εκτιμά ιδιαίτερα μια δραστηριότητα, ή θεωρεί απίθανο να επιτύχει το στόχο του, τότε η τάση για αποφυγή της αποτυχίας μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την προσπάθεια επίτευξης του στόχου.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Εισαγωγή στην ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr