Η θεωρία του ερεθίσματος και της απόκρισης διαμορφώθηκε κυρíως απó τoυς Clark L. Hull, John Dollard και Neal E. Miller, την ίδια περίπου εποχή που ο Skinner διατύπωνε τη θεωρία του για τη συντελεστική εξαρτημένη μάθηση. Επικρατεί εντούτοις η άποψη ότι η θεωρία των Hull και Miller έφτασε στο απόγειο της συστηματοποίησης και της ευρύτερης επιρροής της νωρίτερα από την προσέγγιση του Skinner. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι για αρκετό καιρό οι δύο προσεγγίσεις υπήρξαν ανταγωνιστικές μεταξύ τους, διατυπώνοντας δημόσια η καθεμία μια έντονη επιχειρηματολογία γύρω από τα «κενά» της άλλης προσέγγισης.

Clark L. Hull (1884-1952) και η συστηματική διαμόρφωση θεωρίας μάθησης

O Clark Hull γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, αλλά ήδη από τα παιδικά του χρόνια μετακόμισε μαζί με τη οικογένειά του σε μια φάρμα στο Michigan. Κατά τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων, ο Hull έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τα μαθηματικά και, όπως ο ίδιος αναφέρει, η μελέτη της γεωμετρίας υπήρξε ίσως, το πιο σημαντικό γεγονός της πνευματικής του ζωής.

Αργότερα, στο κολέγιο, ξεκίνησε τις σπουδές του στα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία, με σκοπό να εργαστεί ως μηχανικός σε μεταλλεία. Ωστόσο, στο δεύτερο έτος αρρώστησε από πολιομυελίτιδα και αναγκάστηκε να αλλάξει τα σχέδιά του και να σπουδάσει κάτι άλλο. To ενδιαφέρον του για τις θεωρητικές σπουδές και το σχεδιασμό αυτοματοποιημένων μηχανημάτων τον ώθησε να ασχοληθεί με την ψυχολογία και, τελικά, να σπουδάσει ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Michigan.

Αργότερα , κάνοντας τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του WisConsin, ο Hull ασχολήθηκε με τη διαμόρφωση μιας επιστημονικής θεωρίας σχετικά με τη μελέτη και την εξέταση των ταλέντων του κάθε ανθρώπου, κατόπιν εξέτασε συστηματικά το τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της ύπνωσης. Ο Watson, που ήταν ήδη πολύ δημοφιλής εκείνη την περίοδο, επηρέασε σημαντικά τη σκέψη του Hull, κυρίως λόγω της έμφασης που έδινε στην αντικειμενικότητα.

Το 1929, ο Hull πήγε στο Yale ως καθηγητής ψυχολογίας. Έχοντας μόλις διαβάσει το βιβλίο του Pavlον Εξαρτημένα Αντανακλαστικά (Conditioned Reflexes), άρχισε να διερευνά τη σχέση που υπήρχε μεταξύ των ερευνών του Pavloν και των πειραμάτων που εκείνο τον καιρό διενεργούνταν στην Αμερική. Τα επόμενα χρόνια, ο Hull προσπάθησε να συνδυάσει το ενδιαφέρον του για τα μαθηματικά, τη γεωμετρία, τη θεωρητική σκέψη και την κατασκευή μηχανημάτων με την ψυχολογία, την οποία αντιλαμβανόταν ως μια φυσική επιστήμη, όπως είναι για παράδειγμα η βιολογία. Το 1940, ο Hull έγραψε το Mathematico-Deductive Theory of Rote Learning και λίγο αργότερα, το βιβλίο του Οι Αρχές της Συμπεριφοράς (Principles of Behaviour, 1943).

Σε όλη του την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, ο Hull απέδιδε μεγάλη σημασία στη διαμόρφωση μιας συστηματικής θεωρίας της μάθησης, στην προσεκτική διεξαγωγή πειραμάτων και στη μελέτη της ανάπτυξης συνηθειών (habits) ανθρώπων. Όλα αυτά συνέτειναν ιδιαίτερα στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη μιας θεωρίας της μάθησης, τόσο μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής ψυχολογίας οσο και μέσα στο πεδίο έρευνας της προσωπικότητας.

John Dollard (1900-1980) και Neal E. Miller (1909-2002)

Ο John Dollard γεννήθηκε στο Wisconsin και πήρε το δίπλωμά του από το ομώνυμο πανεπιστήμιο το 1922. Το 1931, υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή στην κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο του Chicago. Στη συνέχεια δίδαξε κοινωνιολογία, ανθρωπολογία και ψυχολογία στο Yale. Μια ασυνήθιστη πτυχή της συμπεριφοριστικά προσανατολισμένης ακαδημαϊκής καριέρας του Dollard ήταν το γεγονός ότι εκπαιδεύτηκε στην ψυχανάλυση στο Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο του Βερολίνου. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ενδιαφέρον του για την Ψυχανάλυση, την κλινική πρακτική και τις κοινωνικές επιστήμες στο σύνολο τους παρέμεινε έντονο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Ο Neal E. Miller γεννήθηκε και αυτός στο Wisconsin, αλλά σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Washington και έκανε τη διατριβή του στο Yale, το 1935. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ήρθε σε επαφή με τους Hull και Dollard και εκπαιδεύτηκε, όπως και ο Dollard, στην ψυχανάλυση στο Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο της Βιέννης. Στα επόμενα 30 χρόνια, ο Miller δίδαξε στο Yale και κατάφερε να προσφέρει πολλά θεωρητικά και πειραματικά επιχειρήματα που αποσκοπούσαν στην επίρρωση της θεωρίας του Ερεθίσματος-Απόκρισης κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη μελέτη των κινήτρων και των εκμαθημένων συμπεριφορών. Επιπλέον, ο Miller διακρίθηκε για την έρευνά του στο χώρο της βιοανάδρασης και της μάθησης του εκούσιου ελέγχου των σωματικν λειτουργιών, όπως για παράδειγμα του καρδιακού ρυθμού και της πίεσης του αίματος.

Τα βιβλία τη συνεργασίας  Dollard και Μiller

Το 1951, εκλέχθηκε πρόεδρος του Αμερικανικου Ψυχολογικού Συνδέσμου. Η συνεργασία των Dollard και Μiller κατέληξε στην έκδοση
τριών πολύ σημαντικών βιβλίων. Το πρώτο βιβλίο είχε τον τίτλο Αποστέρηση και Επιθετικότητα (Frustration and Aggression 1939), κύριος στόχος του οποίου ήταν η συγκρότηση μιας επιστημονικής θεωρίας γύρω από την επιθετική συμπεριφορά. Η θεωρία τους βασιζόταν στην υπόθεση ότι η επιθετικότητα είναι μια αντίδραση στην αποστέρηση, δηλαδή μια απόκριση του ατόμου στη μη ικανοποίηση βασικών αναγκών και επιθυμιών του.

Στη συνέχεια, οι Μiller και Dollard έγραψαν το Κονωνική Μάθηση και Μίμηση (Social Learning and Imitation, 1941),με το οποίο προσπαθούσαν να εφαρμόσουν στην πράξη το θεωρητικό μοντέλο του Hull σε δύο πεδία έρευνας: στη μελέτη της προσωπικότητας και στην κοινωνική ψυχολογία.

Τέλος, στο τρίτο βιβλίο τους, με τίτλο Προσωπικότητα και Ψυχοθεραπεία (Personality and Psychotherapy, 1950), oι Dollard kai Miller κάνουν μια απόπειρα να συνδυάσουν σταδιακά τα ευρήματα της θεωρίας της μάθησης, έτσι όπως εκφράστηκαν από τον Pavlov, με τα συμπεράσματα της ψυχανάλυσης, έτσι όπως διατυπώνονται από τον ίδιο τον Freud.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η προσπάθειά τους συνίσταται στην εφαρμογή των βασικών αρχών της μάθησης στα εξής σημεία: πρώτον, σε πολύπλοκες λειτουργίες της προσωπικότητας.Δεύτερον, στα νευρωτικά φαινόμενα και, τρίτον, στον τρόπο με τον οποίο εδραινεται και λειτουργεί μια ψυχοθεραπευτική σχέση. Είναι εμφανές ότι με τους Dollard και Miller καταβάλλεται μια συντονισμένη προσπάθεια να στραφεί η προσοχή των συμπεριφοριστν στα κλνικά φαινόμενα και να ξεφύγει από τον αποστειρωμένο χώρο του πειραματικού εργαστηρίου .

Θεωρία προσωπικότητας

Δομή της προσωπικότητας

Όπως και στην προσέγγιση του Skinner, έτσι και στη θεωρία του ερεθίσματος και της απόκρισης η κύρια και δομική έννοια για την κατανόηση της προσωπικότητας είναι αυτή της αντίδρασης ή απόκρισης (response).

Ενώ όμως ο Skinner δεν ενδιαφέρεται ούτε για το ερέθισμα που προκαλεί την απόκριση του οργανισμού αλλά ούτε και για το συσχετισμό αναμεσά τους, η θεωρία ερεθίσματος-απόκρισης υποστηρίζει ότι το ερέθισμα συνδέεται με την απόκριση -και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε να επιτυγχάνεται η δημιουργία σταθερών δεσμών μεταξύ των δύο. Σύμφωνα με τον Hull, αυτός ο σταθερός δεσμός στη σχέση ερεθίσματος-απόκρισης ονομάζεται συνήθεια ή εξάρτηση (habit).

Ταυτόχρονα, ο Hull υποστηρίζει ότι η δόμηση ολόκληρης της προσωπικότητας είναι αποτέλεσμα της εκμάθησης διαφόρων συνηθειών, δηλαδή αποτέλεσμα της δημιουργίας σταθερών δεσμών μεταξύ ενός ερεθίσματος και μίας απόκρισης, έτσι όπως τα μαθαίνει το κάθε υποκείμενο και ο κάθε ζωντανός οργανισμός.

Μια άλλη δομική έννοια της προσέγγισης του Hull και των συνεργατών του είναι η έννοια του κινήτρου ή, αλλιώς, του κινητήριου ερεθίσματος (drive) . Γενικά, ένα ερέθισμα ορίζεται ως κινητήριο όταν είναι αρκετά ισχυρό ώστε να ενεργοποιήσει μία συγκεκριμένη συμπεριφορά . Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με το μοντέλο του Ηull, τα διάφορα κίνητρα είναι ακριβώς αυτά που κάνουν το κάθε υποκείμενο να αντιδρά και να αποκρίνεται στο περιβάλλον. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι γίνεται μια διάκριση μεταξύ των έμφυτων πρωτογενών κινήτρων και των εκμαθημένων δευτερογενών κινήτρων.

Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι τα πρωτογενή κίνητρα, όπως είναι για παράδειγμα ο πόνος και η πείνα, σχετίζονται με φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού. Αντίθετα, τα δευτερογενή κίνητρα είναι εκείνα τα οποία αποκτώνται μέσα από τις διαδικασίες μάθησης και σχετίζονται με την ικανοποίηση των πρωτογενών κινήτρων. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Hull, το άγχος και ο φόβος είναι πολύ σημαντικά εκμαθημένα κίνητρα.

Δυναμική της προσωπικότητας.

Σύμφωνα με το μοντέλο του Hull, δίνεται μεγάλη έμφαση στα πρωτογενή και δευτερογενή κίνητρα όσον αφορά την περιγραφή και ερμηνεία των δυναμικών διαδικασιών της προσωπικότητας. Έτσι, η μάθηση συντελείται όταν οι αντιδράσεις-αποκρίσεις επιβραβεύονται, ενώ ταυτόχρονα οδηγούν σε μια αποδυνάμωση του κινήτρου.

Με αυτή την έννοια, στο μοντέλο μάθησης που ανέπυξε ο Hull και το οποίο ονομάζεται οργανική μάθηση (instrumental learning), αποδίδεται μεγάλη σημασία στις μαθημένες αντιδράσεις που αποσκοπούν στην αποδυνάμωση ενός κινήτρου (π.χ. επιβράβευση, αποφυγή του πόνου κ.λπ.). Πρέπει να σημειωθεί ότι με τον όρο «οργανική μάθηση» εννοείται εκείνος ο πειραματικός χειρισμός όπου η ενίσχυση ενδυνάμωση λαμβάνει χώρα μόνο όταν το υποκείμενο εκδηλώσει τη σωστή αντίδραση-από κριση, και όχι όπως συμβαίνει στην κλασική
εξαρτημένη μάθηση, όπου το μη εξαρτημένο ερέθισμα παρουσιάζεται άσχετα από την εμφάνιση της εξαρτημένης αντίδρασης.

Κλασικό πείραμα της οργανικής μάθησης

Έτσι, στο κλασικό πείραμα της οργανικής μάθησης, οι πειραματιστές χειρίζονται την ένταση ενός κινήτρου και το μέγεθος της επιβράβευσης, με τέτοιο τρόπο στε να παρατηρηθούν εμφανή αποτελέσματα στη μάθηση. Για παράδειγμα, αν ένας πειραματιστής θέλει να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο ένα ποντίκι μαθαίνει ένα λαβύρινθο, θα πρέπει να χειριστεί τη μεταβλητή του χρόνου, δηλαδή το πόσες ώρες στερεί από τον ποντικό το φαγητό του (κίνητρο της πείνας), καθώς επίσης και τη μεταβλητή της ποσότητας του φαγητού που θα του δοθεί αν κάνει μία σωστή αντίδραση μέσα στο λαβύρινθο κατ' αυτό τον τρόπο ο πειραματιστής θα μπορέσει μετά να προσδιορίσει τα συγκεκριμένα αποτελέσματα που θα έχει ο χειρισμός του για την εκμάθηση του λαβυρίνθου από τον ποντικό.

Έτσι, οι οργανικές αντιδράσεις-αποκρίσεις του ποντικού, δηλαδή οι σωστές κινήσεις του μέσα στο λαβύρινθο, ενδυναμώνονται από τη μείωση της έντασης του κινήτρου της πείνας.

Μια άλλη εκδοχή του πειραματικού χειρισμού της οργανικής μάθησης είναι η ακόλουθη: ένας ποντικός τοποθετείται μέσα σε ένα κουτί που χωρίζεται με μια πόρτα σε δύο τμήματα, ένα λευκό και ένα μαύρο. Στην αρχή του πειράματος, ο πειραματιστής χορηγεί στο ποντίκι που βρίσκεται στο λευκό τμήμα ένα ηλεκτρικό σοκ και κατόπιν του επιτρέπει να ξεφύγει πηγαίνοντας στο μαύρο τμήμα. Με αυτό τον τρόπο αρχίζει να δημιουργείται μια σχέση εξάρτησης μεταξύ του λευκού τμήματος και της αντίδρασης φόβου που παρουσίασε ο ποντικός.

Στη συνέχεια διεξάγεται ένα πείραμα για να μελετηθεί κατά πόσον ο φόβος του λευκού τμήματος μπορεί να οδηγήσει στην εκμάθηση μιας νέας αντίδρασης: επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία, με τη διαφορά ότι, προκειμένου να δραπετεύσει στο μαύρο τμήμα, ο ποντικός θα πρέπει να γυρίσει έναν τροχό που βρίσκεται στο λευκό τμήμα. Μετά από έναν αριθμό δοκιμών, ο ποντικός αρχίζει να γυρίζει τον τροχό με αρκετή ταχύτητα. Η ερμηνεία που δίνεται είναι ότι ο ποντικός ανέπτυξε ένα κίνητρο φόβου, το οποίο σχετίζεται άμεσα με το λευκό τμήμα.

Δηλαδή το συγκεκριμένο κίνητρο λειτουργεί με τρόπο που να ενεργοποιεί τον ποντικό (γύρισμα του τροχού) και, συγχρόνως, να επιβραβεύει την αντίδρασή του (διαφυγή),όπως ακριβώς συνέβη και στο προηγούμενο πείραμα με το κίνητρο της πείνας και την εκμάθηση του λαβυρίνθου. Βλέπουμε δηλαδή ότι η απόδραση από το λευκό στο μαύρο τμήμα προϋποθέτει την εκμάθηση μιας νέας αντίδρασης απόκρισης, που είναι το γύρισμα του τροχού. Συνεπώς, η οργανική μάθηση έγκειται σε αυτή την ανάγκη απόδρασης και στην παράλληλη μείωση της έντασης του κινήτρου του φόβου.

Ανάπτυξη και εξέλιξη της προσωπικότητας.

Γενικά, η θεωρία του ερεθίσματος και της απόκρισης ερμηνεύει την ανάπτυξη και εξέλιξη της προσωπικότητας μέσα από το σύνολο των εκμαθημένων συνηθειών (habits), οι οποίες σχετίζονται μεταξύ τους είτε μέσα από μια ιεραρχική διάταξη είτε με βάση το βαθμό σπουδαιότητάς τους. Ακόμη, η προσέγγιση των Miller και Dollard για την κοινωνική μάθηση ερμηνεύει την εξέλιξη της προσωπικότητας αποδίδοντας μεγάλη σημασία στο ρόλο της μίμησης (imitation). Σύμφωνα με τους Μiller και Dollard, η διαδικασία της μίμησης βασίζεται στη θετική ενίσχυση μιας εναρμονισμένης συμπεριφοράς.

Για παράδειγμα, ένα μικρό αγόρι μπορεί να ακούσει τον πατέρα του που επιστρέφει στο σπίτι, να τρέξει να τον υποδεχτεί, και τότε ο πατέρας του να του δώσει μια σοκολάτα. Η μικρή κόρη της οικογένειας, όταν θα δει τον αδελφό της να τρέχει προς το πατέρα, μπορεί να τρέξει κι αυτή, και έτσι να πάρει κι εκείνη σοκολάτα ως αποτέλεσμα της εναρμόνισης της συμπεριφοράς της με αυτή του αδελφού της. Στη συνέχεια, στα πλαίσια του φαινομένου της γενίκευσης (generalization), το μικρό κορίτσι ενδέχεται να μιμηθεί και άλλες συμπεριφορές του αδερφού της.

Οι Dollard και Miller, σε μια πειραματική ανάλυση παρόμοιας συνθήκης, ακολούθησαν την εξής διαδικασία: από ένα σύνολο ποντικών χαρακτήρισαν έναν «αρχηγό», στον οποίο και έμαθαν ξεχωριστά να χρησιμοποιεί μια στέκα προκειμένου να παίρνει το φαγητό του μέσα στο λαβύρινθο. Κατόπιν, οι πειραματιστές επιβράβευσαν τα ποντίκια που ακολουθούσαν την πορεία του αρχηγούν μέσα στο λαβύρινθο, δηλαδή εκείνα που μιμούνταν τη διαδρομή του «αρχηγού» . Παρατηρήθηκε ότι τα ποντίκια δεν χρησιμοποιούσαν ανεξάρτητα από τον αρχηγό τις διαθέσιμες στέκες αντίθετα, η θετική ενίσχυση που έπαιρναν όταν ακολουθούσαν τον αρχηγό- φαίνεται ότι γενικεύθηκε και στις υπόλοιπες αντιδράσεις τους, κι έτσι όλα χρησιμοποιούσαν τη στέκα του «αρχηγού».

Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι άλλες προεκτάσεις που δόθηκαν για τη θεωρία του Hull σε σχέση με την ανάπτυξη και την εξέλιξη της προσωπικότητας επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στη σημασία που έχει η ανταμοιβή μέσα στα πλαίσια των πρακτικών ανατροφής που ακολουθούν οι γονείς για τα παιδιά τους. Για παράδειγμα, σε μια έρευνα παρατηρήθηκε ότι το πρόγραμμα ανατροφής που είναι πιο πιθανό να οδηγήσει σε αυξημένη συνειδητοποίηση των παιδιν σχετικά με τα δικαιματα και τις υποχρεώσεις τους ήταν εκείνο στο οποίο η μητέρα είναι γενικά τρυφερή και δείχνει αγάπη στα παιδιά της, αλλά συγχρόνως χρησιμοποιεί, ως μέθοδο ελέγχου, τη συνεχή απειλή άρσης της στοργής της.

Γενικά, όσον αφορά τις παιδαγωγικές της θέσεις, η θεωρία του ερεθίσματος και της απόκρισης δίνει έμφαση στην εκμάθηση συγκεκριμένων χαρακτηριστικν της προσωπικότητας μέσα από τα παιδαγωγικά σχήματα της γονείκής επιβράβευσης και τιμωρίας, καθώς επίσης και της επιβράβευσης και τιμωρίας από άλλα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντος.

Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Γρηγόρη Ποταμιάνου «Θεωρίες Προσωπικότητας και Κλινική Πρακτική», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Συγγραφή Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr