Κοινωνικογνωστική θεωρία

Η κοινωνικογνωστική θεωρία (social-cognitive theory), γνωστή και ως κοινωνική θεωρία της μάθησης (social learning theory), αποτελεί ουσιαστικά μια σημαντική θεωρητική μετεξέλιξη όλων των προηγούμενων συμπεριφοριστικών θεωριών της μάθησης. Ωστόσο, αν και οι θεωρητικές της καταβολές εντοπίζονται στις θεωρίες των Pavlov, Watson, Skinner και στους Hull, Miller και Dollard, με την πάροδο του χρόνου η κοινωνικογνωστική θεωρία διαφοροποιήθηκε σημαντικά σε σχέση με όλη την προηγούμενη συμπεριφοριστική παράδοση.

Bandura και Mischel οι κύριοι εκφραστές της κοινωνικογνωστικής θεωρίας

Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρία αυτή, της οποίας κύριοι εκφραστές είναι οι ψυχολόγοι Albert Bandura και Walter Mischel, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία, όπως φαίνεται και από την ονομασία της, στις κοινωνικές καταβολές της συμπεριφοράς, καθώς και στη σπουδαιότητα των γνωστικών λειτουργιών για όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις -από τα κίνητρα της κάθε συμπεριφοράς μέχρι τις συναισθηματικές αντιδράσεις των ανθρώπων. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις μεθοδολογικές αρχές, η κοινωνικογνωστική θεωρία έχει πολύ συχνά υιοθετήσει μια έντονα κριτική στάση τόσο απέναντι στις κλασικές συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις, όσο και απέναντι στις διάφορες ψυχαναλυτικές θεωρίες και τις θεωρίες των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας (trait theories).

Η κριτική του Bandura στους ψυχαναλυτές

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, το 1986, ο Bandura άσκησε έντονη κριτική στους ψυχαναλυτές, οι οποίοι, σύμφωνα με την άποψή του, εστιάζουν μονόπλευρα το ενδιαφέρον τους στο ρόλο των ενορμήσεων και στις ασυνείδητες διεργασίες, οι οποίες δεν μπορούν να μελετηθούν συστηματικά. Επίσης, στην προσπάθειά τους να προχωρήσουν πέρα από την πασίγνωστη πλέον διαμάχη σχετικά με τους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας, οι Bandura και Mischel υποστήριξαν ότι πάντοτε, σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ του οργανισμού και του περιβάλλοντος.

Συμπεριφορισμός και ανθρωπιστική προσέγγιση σε μια ψυχολογική θεωρία

Είναι ακόμη χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η κοινωνικογνωστική θεωρία φιλοδοξεί να διασκεδάσει στην πράξη την αντίληψη ότι δεν μπορούν να συνυπάρξουν σε μία και μόνο ψυχολογική θεωρία ο συμπεριφορισμός και μια «ανθρωπιστική» προσέγγιση για την ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι, οι Bandura και Mischel, όπως και οι υποστηρικτές τους, διατείνονται ότι είναι συμπεριφοριστές σε ό,τι αφορά το συστηματικό τρόπο με τον οποίο μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ταυτόχρονα, χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους ως συνεχιστές της ανθρωπιστικής παράδοσης στην ψυχολογία σε ότι αφορά την αντίληψή τους ότι όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα δυναμικό ικανοτήτων που τους επιτρέπει να επηρεάζουν το πεπρωμένο τους και να εξελίσσονται πέρα από τους βιολογικούς περιορισμούς που τους επιβάλλονται.

Κοινωνικογνωστική θεωρία και παραδοσιακές θεωρίες μάθησης

Στην κοινωνικογνωστική θεωρία, επιπλέον, σημειώνεται μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με αυτό που υποστήριζαν οι παραδοσιακές θεωρίες της μάθησης (κλασική εξαρτημένη, συντελεστική εξαρτημένη, θεωρία ερεθίσματος- απόκρισης): η κοινωνικογνωστική θεωρία δεν αποδέχεται τη σπουδαιότητα των ανταμοιβών και των επιβραβεύσεων και υποστηρίζει ότι η μάθηση μπορεί να συντελεστεί και χωρίς την παρουσία αυτών των μεταβλητών.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, αυτή τη στιγμή, η κοινωνικογνωστική θεωρία είναι η περισσότερο διαδεδομένη στην αγγλόφωνη τουλάχιστον πανεπιστημιακή κοινότητα και έχει πολλούς ένθερμους υποστηρικτές, που αυξάνονται διαρκώς, ανάμεσα στους επαγγελματίες της Ψυχικής υγείας.

Θεωρία προσωπικότητας της κοινωνικογνωστικής προσέγγισης

Δομή της προσωπικότητας.

Η ανάλυση της δομής της προσωπικότητας στην κοινωνικογνωστική θεωρία εστιάζεται κυρίως στη μελέτη των γνωστικών λειτουργιών των υποκειμένων με βάση τρεις δομικές έννοιες: ικανότητες δεξιότητες (competencies-skills), σκοποί (goals) και «ο εαυτός» (the self). Η κοινωνικογνωστική θεωρία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις ικανότητες και τις δεξιότητες (οι δύο έννοιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εναλλακτικά) που ο κάθε άνθρωπος διαθέτει στο δυναμικό του.

Αυτοί οι δύο όροι, μέσα στα πλαίσια της κοινωνικογνωστικής θεωρίας, αφορούν κυρίως τις γνωστικές ικανότητες του υποκειμένου να λύνει και να χειρίζεται κατάλληλα τα προβλήματα της καθημερινής ζωής, αλλά και να αφιερώνεται με επιτυχία στην πραγματοποίηση ενός σκοπού. Σε αντίθεση με τις θεωρίες που μελετούν τη σημασία των σταθερών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, η κοινωνικογνωστική  θεωρία μελετά ουσιαστικά την αντανάκλαση της προσωπικότητας στην καθημερινή συμπεριφορά μέσα από τις δεξιότητες και τις ικανότητες του κάθε ανθρώπου, έτσι όπως αυτές εκδηλώνονται στις πράξεις του.

Αυτές οι ικανότητες, σύμφωνα με τον Bandura και τον Mischel συμπεριλαμβάνουν τόσο τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τη ζωή του στο σύνολό της, την κοσμοθεωρία του κατά κάποιον τρόπο, όσο και τις ειδικές δεξιότητες της συμπεριφοράς του. Επίσης, μεγάλης σπουδαιότητας είναι η παρατήρηση των δύο θεωρητικών ότι οι άνθρωποι συχνά εκδηλώνουν τέτοιες ικανότητες σε συγκεκριμένες περιστάσεις αλλά και σε διαφορετικούς τομείς της ζωής τους, υπό την έννοια ότι ένα άτομο μπορεί να είναι ικανό σε κάποιο τομέα της ζωής του και να μην είναι ικανό σε κάποιον άλλο.

Με αυτό τον τρόπο σημειώνεται άλλη μια τομή σε σχέση με όλες τις θεωρίες των σταθερών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, αφού η κοινωνικογνωστική προσέγγιση αντιλαμβάνεται το υποκείμενο όχι ως φορέα μιας στατικής προσωπικότητας, αλλά ως έναν φορέα ικανοτήτων οι οποίες είναι διαρκώς μεταβαλλόμενες και εν δυνάμει εκδηλώσιμες ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις όπου βρίσκεται το άτομο, και των οποίων το σύνολο συνθέτει την προσωπικότητα του ατόμου.

Η σημασία του σκοπού στην κοινωνικογνωστική προσέγγιση

Η έννοια του σκοπού (goal) σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ανθρώπων να προνοούν για το μέλλον τους και να αυτο-ενεργοποιούνται δίνοντας οι ίδιοι κίνητρα στους εαυτούς τους. Οι θεωρητικοί της κοινωνικογνωστικής προσέγγισης υποστηρίζουν ότι λόγω των σκοπών που θέτουμε είμαστε σε θέση να βάζουμε προτεραιότητες και να επιλέγουμε μεταξύ διαφόρων καταστάσεων, να οργανώνουμε μακροπρόθεσμα τη συμπεριφορά μας και να μην επηρεαζόμαστε στιγμιαία.

Γενικά, όμως, το σύνολο των στόχων που θέτουμε δεν είναι στατικό και αμετάβλητο, αλλά υπόκειται κι αυτό σε δυναμικές διαδικασίες και αλλάζει ανάλογα με το τι είναι για εμάς πιο σημαντικό τη δεδομένη χρονική περίοδο, ποιες είναι οι δυνατότητες που μας προσφέρει το περιβάλλον και ποιες είναι τη δεδομένη στιγμή οι προσωπικές μας ικανότητες.

Η έννοια του εαυτού και της αυτοαντίληψης στην κοινωνικογνωστική προσέγγιση

Η κοινωνικογνωστική θεωρία αντιλαμβάνεται την έννοια του «εαυτού» (self) κυρίως λειτουργικά. Ουσιαστικά, το άτομο δεν έχει μια συγκεκριμένη δομή η οποία αποκαλείται εαυτός η αναφορά σχετίζεται με λειτουργίες του εαυτού. οι οποίες είναι μέρος του ατόμου. Με βάση αυτή την αντίληψη του «εαυτού», οι θεωρητικοί της κοινωνικογνωστικής προσέγγισης ασκούν έντονη κριτική σε παλαιότερες προσεγγίσεις της έννοιας, κατηγορώντας τις ότι ήταν πολύ γενικές και αόριστες.

Η κοινωνικογνωστική προσέγγιση, αντί να υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαθέτουν μια συγκροτημένη εικόνα για τον εαυτό τους (self-concept), διατυπώνει την άποψη ότι οι άνθρωποι διαχειρίζονται πολλές και διαφορετικές εικόνες για τον εαυτό τους (self-conceptions) οι οποίες δεν συνθέτουν ένα συμπαγές σύνολο, καθώς και ότι υπάρχουν πολλές δυναμικές διαδικασίες ελέγχου του εαυτού (self-control processes) οι οποίες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη χρονική στιγμή ή την περίσταση.

Πιο συγκεκριμένα, στη σκέψη του Bandura, κεντρικής σημασίας είναι η άποψη ότι αυτό που τελικά συνθέτει την αυτοαντίληψη ενός ατόμου είναι η ικανότητα εκτίμησης/αξιολόγησης του εαυτού του, η αποτελεσματικότητά του και η ικανότητά του να χειρίζεται δύσκολες καταστάσεις.

Έτσι, η διαδικασία εκτίμησης/αξιολόγησης αναφέρεται στις κρίσεις που το άτομο μπορεί να κάνει σε μια δεδομένη στιγμή για την αποτελεσματικότητα των πράξεων του σε σχέση με ένα δύσκολο πρόβλημα το οποίο καλείται να επιλύσει. Σύμφωνα με τον Bandura, το άτομο με βάση τη διαδικασία αυτή παίρνει τις τελικές του αποφάσεις για τις ενέργειες στις οποίες θα προβεί, για το πόσο θα αφιερωθεί σε αυτές και για το ποια θα είναι η συναισθηματική του εμπλοκή κατά τη διάρκεια αντιμετώπισης μιας κατάστασης.

Ως εκ τούτου, το άτομο καταλήγει τελικά να σκέφτεται, να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο, ανάλογα με το αν αισθάνεται σίγουρο για τις ικανότητές του μπροστά σε μια δεδομένη κατάσταση ή αν, αντίθετα, νιώθει ανασφάλεια και ανικανότηττα. Συμπερασματικά, η αντίληψη που έχει ο καθένας για τις ικανότητές του επηρεάζει τον τρόπο σκέψης, τα κίνητρα που δίνει στον εαυτό του, την απόδοσή του κατά το πέρασμα στην πράξη, καθώς και το πώς επενδύει τα συναισθήματά του σε μια συγκεκριμένη ενέργεια.

Δυναμική της προσωπικότητας

Η κοινωνικογνωστική θεωρία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε δύο κύριες διαδικασίες, οι οποίες δεν αναφέρονται σε άλλες θεωρίες προσωπικότητας: τη μάθηση μέσω της παρατήρησης (observational learning) και την αυτορύθμιση ή ρύθμιση του εαυτού (self-regulation). Η έννοια της μάθησης μέσω της παρατήρησης σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ατόμων να μαθαίνουν πολύπλοκες συμπεριφορές παρατηρώντας τους άλλους συνανθρώπους τους. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία της μάθησης, απαραίτητη είναι η ύπαρξη ενός προσώπου το οποίο λειτουργεί ως πρότυπο (model) για ένα άλλο άτομο το οποίο παρατηρεί τη συμπεριφορά του.

Αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν διάφορους τύπους συμπεριφοράς μέσα από την παρατήρηση κάποιων προτύπων που εκδηλώνουν τις προς μάθηση συμπεριφορές, όπως, για παράδειγμα, ένα παιδί μαθαίνει να μιλά παρατηρώντας τους γονείς του και άλλους ανθρώπους να μιλούν. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι διάφορες συμπεριφορές που τελικά υιοθετούνται μέσα από την παρατήρηση των προτύπων αναφέρονται συχνά κάτω από τις έννοιες της μίμησης (mitation) και της ταύτισης (identification).

Ωστόσο, η κοινωνικογνωστική θεωρία προβαίνει σε ένα διαχωρισμό και υποστηρίζει ότι η μάθηση μέσω της παρατήρησης των προτύπων δεν είναι ούτε μίμηση ούτε ταύτιση γιατί η μεν μίμηση υποδηλώνει μια δίχως νοητική επεξεργασία μιμητική αντίδραση, η δε ταύτιση συνεπάγεται ότι το ταυτιζόμενο υποκείμενο υιοθετεί, συνήθως, ένα ολόκληρο και οργανωμένο σύστημα συμπεριφοράς.

Αντίθετα, η μάθηση μέσω της παρατήρησης θεωρείται ότι είναι κάτι περισσότερο από την απλή μίμηση και κάτι λιγότερο συγκεχυμένο από την ταύτιση. Επιπρόσθετα, οι δύο αυτές έννοιες απορρίπτονται από την κοινωνικογνωστική θεωρία, γιατί η μίμηση έχει συνδεθεί με τη θεωρία του ερεθίσματος και της απόκρισης, ενώ η ταύτιση με την ψυχαναλυτική θεωρία.

Θεωρία της μάθησης μέσω της παρατήρησης προτύπων

Σε ό,τι αφορά τη θεωρία της μάθησης μέσω της παρατήρησης προτύπων, ο Bandura επιχειρεί να κάνει εμφανή, τόσο θεωρητικά όσο και πειραματικά, τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της υιοθέτησης- απόκτησης (acquisition) μιας συμπεριφοράς και της εκδήλωσής της (performance). Έτσι, υποστηρίζει ότι είναι δυνατό ένα άτομο να έχει μάθει μια νέα πολύπλοκη συμπεριφορά, να την έχει ουσιαστικά αποκτήσει χωρίς τη συνδρομή ενισχυτών, αλλά η εκδήλωση αυτής της νεοαποκτηθείσας συμπεριφοράς εξαρτάται αποκλειστικά από το ρόλο των αμοιβών και των τιμωριών που δέχεται το άτομο γι αυτήν.

Επίσης, αυτή η διάκριση υποδηλώνει, όπως φάνηκε και πειραματικά, ότι το υποκείμενο που παρατηρεί μια συμπεριφορά προς μάθηση επηρεάζεται, γνωστικά ή/και συναισθηματικά, και από τις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά αυτή πάνω στο ίδιο το πρότυπο που την πρωτοεκδήλωσε. Ειδικότερα, η πρόταση που κάνει σε αυτό το σημείο ο Bandura και οι υποστηρικτές του είναι ότι τα παιδιά μαθαίνουν συγκεκριμένες συναισθηματικές αντιδράσεις, στο βαθμό στον οποίο συμπάσχουν με το πρότυπο, όταν κατ' εντολή παρατηρούν τη συμπεριφορά του προτύπου.

Επίσης, ειδικά για ορισμένες συναισθηματικές αντιδράσεις όπως είναι ο φόβος και η χαρά, φάνηκε ότι μπορούν να γίνουν αντικείμενο μάθησης από τα παιδιά, ακόμη κι όταν αυτά υποχρεώνονται να παρακολουθήσουν τις συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Αυτή η διαδικασία, κατά την οποία η παρακολούθηση της συμπεριφοράς του προτύπου γίνεται κατ' εντολή, έχει καταδειχθεί μέσα από πειράματα που έγιναν τόσο με ανθρώπους όσο και με ζώα. Παρ' όλα αυτά, όσο κι αν από τα παραπάνω φαίνεται ότι η μάθηση μέσω της παρατήρησης είναι μια πολύ ισχυρή διαδικασία, δεν θα πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή λαμβάνει χώρα αυτόματα, ή ότι, νομοτελειακά, το κάθε άτομο είναι δεσμευμένο να ακολουθεί τα βήματα εκείνων των ανθρώπων του περιβάλλοντός του οι οποίοι λειτουργούν ως μοντέλα.

Η αυτορύθμιση του εαυτού μας (self-regulation)

Άμεσα συνδεδεμένη με τη διαδικασία της μάθησης μέσω της παρατήρησης είναι και η έννοια που επεξεργάζεται η κοινωνικογνωστική θεωρία σχετικά με την αυτορύθμιση του εαυτού μας (self-regulation). Έτσι, μαζί με τις συγκεκριμένες γνωστικές και συναισθηματικές αντιδράσεις, ο Bandura και οι συνεχιστές του υποστηρίζουν ότι ο καθένας μπορεί να μάθει και κάποιους γενικούς κανόνες που θα ακολουθεί στη ζωή του.

Εσωτερικοί κανόνες και αυτοενίσχυση

Για παράδειγμα, μέσα από την παρατήρηση των προτύπων αλλά και από τις προσωπικές τους εμπειρίες, οι άνθρωποι διαμορφώνουν τους δικούς τους εσωτερικούς κανόνες (internal standards), οι οποίοι τους βοηθούν να αξιολογούν τόσο  τη δική τους συμπεριφορα όσο και εκείνη των άλλων. Επιπλέον, η χρησιμότητα αυτών των εσωτερικών κανόνων αφορά και τους σκοπούς που οι άνθρωποι θέτουν αλλά και τις αναμενόμενες ενθαρρυντικές αντιδράσεις και θετικές αξιολογήσεις των πράξεων στις οποίες προβαίνουν τόσο οι ίδιοι όσο και οι γύρω τους.

Αυτή η διαδικασία, η οποία ονομάζεται αυτο-ενίσχυση (self-reinforcement), έχει μεγάλη σημασία όταν, για παράδειγμα, ένα άτομο είναι υποχρεωμένο να συνεχίσει να συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο για μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, ενώ συγχρόνως απουσιάζουν εκείνα τα εξωγενή ερεθίσματα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ενισχυτές της συμπεριφοράς του. Έτσι, μέσα από αυτή την εσωτερική διαλεκτική παραγωγή αντιδράσεων, που σκοπό έχουν την αυτο-αξιολόγησή του (όπως είναι, για παράδειγμα ο έπαινος και οι ενοχές), ο κάθε άνθρωπος έχει την ικανότητα να ανταμείβει τον εαυτό του όταν αγγίζει ή ξεπερνά τους εσωτερικούς του κανόνες ή, αντίθετα, να τον τιμωρεί όταν τους αγνοεί και δεν συμμορφώνεται προς αυτούς.

Επίσης, σύμφωνα με την κοινωνικογνωστική θεωρία, η συμπεριφορά των ανθρώπων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και από τις προσδοκίες και τις προβλέψιμες συνέπειες που αυτή έχει. Έτσι, μέσα από τη γνωστική επεξεργασία που υφίστανται σημαντικές μας πράξεις, είμαστε ικανοί να σκεφτούμε τις συνέπειες που θα έχει κάποια συγκεκριμένη πράξη μας, καθώς και να προβλέψουμε τις πιθανές ανταμοιβές ή τιμωρίες που θα έχουμε στο μέλλον. Γενικά, λοιπόν, φαίνεται ότι η ικανότητα αυτορύθμισης του εαυτού μας, η διαμόρφωση δηλαδή των δικών μας εσωτερικών κανόνων, και η δυνατότητα πρόβλεψης των συνεπειών της οποιασδήποτε πράξης μας είναι οι αναγκαίες συνθήκες που μας επιτρέπουν να θέτουμε και να επιτυγχάνουμε μακροπρόθεσμους στόχους.

Ανάπτυξη και εξέλιξη της προσωπικότητας

Σε σχέση με την ανάπτυξη και την εξέλιξη της προσωπικότητας, η κοινωνικογνωστική θεωρία υπογραμμίζει με έμφαση το ρόλο που διαδραματίζει η εξέλιξη των γνωστικών ικανοτήτων των υποκειμένων, η φύση των προσδοκιών τους και οι σκοποί που θέτουν σε συνάρτηση με τους προσωπικούς τους εσωτερικούς κανόνες καθώς και η αντίληψη που έχουν για τις ικανότητες του εαυτού τους, με την προϋπόθεση ότι όλα αυτά τα στοιχεία διαμορφώνονται μέσα από την παρατήρηση των μοντέλων και μέσα από τις άμεσες εμπειρίες τους. Η μεγάλη, όμως, συνεισφορά της κοινωνικογνωστικής θεωρίας αναφορικά με αυτή την προβληματική της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας σχετίζεται, κυρίως, με την πρακτική εφαρμογή της σε διάφορα πολύ σημαντικά πεδία έρευνας όπως είναι, για παράδειγμα, η μελέτη της επιθετικότητας.

Όσον αφορά την επιθετική συμπεριφορά, η κοινωνικογνωστική θεωρία προσπαθεί να περιγράψει και να εξηγήσει με ποιον τρόπο αναπτύσσονται επιθετικές μορφές συμπεριφοράς, τι είναι αυτό που προκαλεί την εκδήλωσή τους, καθώς και ποιος είναι ο μηχανισμός που ευθύνεται για τη συντήρηση αυτής της συμπεριφοράς για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όπως είναι αναμενόμενο, ο Bandura υποστηρίζει ότι αυτά τα επιθετικά σχήματα συμπεριφοράς μαθαίνονται μέσα από την παρατήρηση επιθετικών προτύπων αλλά και μέσα από άμεσες εμπειρίες.

Τα επιθετικά πρότυπα σύμφωνα με τον Bandura

Όσον αφορά τα πρότυπα, ο Bandura αναφέρει ότι αυτά εστιάζονται, κατά κύριο λόγο, στα εξής σημεία: στην ενδεχόμενη βία που προβάλλουν τα οικογενειακά πρότυπα στην ένταξη σε μια κοινωνική ομάδα (π.χ. νεαρών φιλάθλων μιας ομάδας) και στην παρατήρηση της ομαδικής συμπεριφοράς, καθώς και στην παρατήρηση προτύπων έτσι όπως αυτά προβάλλονται απο τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, όπως η τηλεόραση. Επίσης, σε ότι αφορά την ενεργοποίηση μιας  επιθετικής συμπεριφοράς, η κοινωνικογνωστική προσέγγιση θεωρεί ότι τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να προκληθούν είτε μέσα από τη βίωση κάποιων οδυνηρν ερεθισμάτων είτε μέσα από τις προσδοκίες επιβράβευσης μιας επιθετικής συμπεριφοράς είτε, τέλος, με τη συμβολή και των δύο αυτών παραγόντων.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το να βιώσει ένα άτομο τέτοια οδυνηρά γεγονότα δεν συνεπάγεται νομοτελειακά ότι θα εκδηλώσει μια επιθετική συμπεριφορά. Αντίθετα, και σε αυτό το σημείο φαίνεται μια ακόμη σημαντική διαφορά μεταξύ των κλασικών θεωριών της μάθησης και της κοινωνικογνωστικής θεωρίας, ο Bandura υποστηρίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη στη συμπεριφορά ενός ατόμου εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα ερμηνεύσει τα ερεθίσματα και τις συνθήκες του περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη του και τις προσδοκίες που θα έχει από την εκδήλωση της επιθετικότητάς του.

Δηλαδή, η άποψη του Bandura καταγράφεται ως διαφορετική στο βαθμό που δεν δέχεται (όπως η ψυχανάλυση) την εκδήλωση της επιθετικότητας ως αυτοματοποιημένη εκδήλωση κάποιου ενστίκτου, αλλά ούτε και την άποψη των κλασικών θεωριών της μάθησης σύμφωνα με τις οποίες η επιθετικότητα εκλαμβάνεται ως αντίδραση σε διάφορα απο στερητικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Τέλος, για τη συνέχιση ή τη διακοπή μιας επιθετικής συμπεριφοράς ευθύνονται αποκλειστικά οι συνέπειες που το υποκείμενο υφίσταται.

Όπως όλες οι συμπεριφορές, έτσι και οι επιθετικές καθορίζονται από τις συνέπειες, οι οποίες είναι τριών ειδών: άμεσα εξωγενείς, συνέπειες που τις υφίστανται άλλοι τους οποίουε το άτομο παρατηρεί και, τέλος, συνέπειες που ουσιαστικά παράγονται και προέρχονται από τον εαυτό του. Έτσι, μια επιθετική συμπεριφορά μπορεί να πάψει να εκδηλώνεται είτε λόγω της εμφανούς απειλής κάποιων εξωγενών τιμωριών είτε μέσα από την παραδειγματική τιμωρία κάποιου τρίτου προσώπου είτε λόγω της προσωπικής καταδίκης του εαυτού μας (μέθοδος που είναι γνωστή ως «έλεγχος μέσα από το φόβο και τις ενοχές» - control through fear and guilt).

Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Γρηγόρη Ποταμιάνου «Θεωρίες Προσωπικότητας και Κλινική Πρακτική», Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα

Συγγραφή Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr

google news iconΗ Πύλη Ψυχολογίας είναι εγκεκριμένος εκδότης (Publisher) στην υπηρεσία Google News. Ακολουθήστε μας για να έχετε πρόσβαση σε όλη την αρθρογραφία καθώς και άμεση ενημέρωση για έρευνες ψυχολογίας και θέματα που αφορούν την επικαιρότητα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας: Πύλη Ψυχολογίας - Google News

Όλα τα περιεχόμενα της Πύλης Ψυχολογίας - Psychology.gr προστατεύονται από την DMCA. Η αναδημοσίευση περιεχομένου είναι αποδεκτή, μόνο εφόσον τηρούνται όλοι ανεξαιρέτως οι παρακάτω κανόνες. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση η Πύλη Ψυχολογίας θα προχωράει σε καταγγελία DMCA, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Διαβάστε προσεκτικά το σχετικό πλαίσιο: ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ DMCA.com Protection Status

Εγγραφή στο Newsletter

Απεχθανόμαστε το Spam! Στην 1η λίστα, θα λαμβάνετε emails από την Πύλη Ψυχολογίας για επιλεγμένα άρθρα ψυχολογίας. Στη 2η λίστα, θα λαμβάνετε προτάσεις βιβλίων ψυχολογίας. Στην 3η λίστα, κάντε εγγραφή μόνο αν είστε επαγγελματίας ψυχικής υγείας.

0
Shares