Συχνά παρατηρείται δυσκολία διάκρισης ανάμεσα σε ένα ζωηρό τυπικά αναπτυσσόμενο παιδί και σε ένα παιδί με ΔΕΠ-Υ. Η δυσκολία αυτή είναι μεγαλύτερη στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, εφόσον η αυξημένη κινητική δραστηριότητα, η παρορμητική συμπεριφορά και η περιορισμένη διάρκεια συγκέντρωσης θεωρούνται φυσιολογικά αναπτυξιακά χαρακτηριστικά αυτής της ηλικίας.

Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνες, μεμονωμένες μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες ταξινομούνται ως συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ στο DSM-IV, παρατηρείται στο 40% των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Ωστόσο, η συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σύγκριση με τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά.

Όσον αφορά την ικανότητα ελέγχου των κινήσεων, το ζωηρό παιδί συχνά ελέγχει την κινητικότητά του σε περιστάσεις που απαιτούνται, όπως η σχολική τάξη, ενώ κινείται με βάση κάποιο σχέδιο και οι ενέργειες του είναι προσανατολισμένες προς την επίτευξη κάποιου στόχου. Αντίθετα, ένα παιδί με ΔΕΠ-Υ δυσκολεύεται πολύ να παραμείνει ήσυχο και οι κινήσεις του συχνά δεν έχουν συγκεκριμένο στόχο. Ακόμα κι αν καταφέρει να περιορίσει την κινητικότητά του δεν μπορεί να μείνει ήσυχο και συγκεντρωμένο για την επίτευξη ενός στόχου. Επίσης, όταν ένα παιδί με ΔΕΠ-Υ είναι καθισμένο, τις περισσότερες φορές κουνά τα χέρια ή τα πόδια του ή στριφογυρίζει στην καρέκλα του.

Ορισμένες φορές το παιδί με ΔΕΠ-Υ μπορεί να μείνει ήσυχο αν έχει υψηλό κίνητρο για να το κάνει. Πρέπει όμως να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια, ενώ όταν το χρονικό διάστημα της ακινησίας τελειώνει, εκδηλώνει ασυνήθιστη ένταση στη συμπεριφορά του. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ αντιμετωπίζουν και προβλήματα με τη λεπτή και την αδρή κινητικότητα.

Μια άλλη διαφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ από τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά είναι ότι τα πρώτα έχουν μειωμένη ανοχή στη ματαίωση και εκδηλώνουν ιδιαίτερα έντονα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία είναι δυσανάλογα με την αιτία που τα προκάλεσε, διαρκούν περισσότερο και υποχωρούν πιο δύσκολα.

Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί το γεγονός ότι τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν διαταραχές στον ύπνο. Στο γενικό πληθυσμό περίπου 17% από τα παιδιά σχολικής ηλικίας έχουν διαταραχές ύπνου. Σύμφωνα με αναφορές γονέων, περίπου 56% από τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ έχουν προβλήματα στον ύπνο τους. Οι διαταραχές του ύπνου στα παιδιά με ΔΕΠ-Υ αφορούν την αϋπνία, τη δυσκολία να σηκωθούν το πρωί και τη μείωση της συνολικής ποιότητας του ύπνου. Ερευνητές έχουν βρει ότι 66% των παιδιών με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν διαταραχή περιοδικών κινήσεων των άκρων ή/και σύνδρομο ανήσυχων κάτω άκρων σε σύγκριση με μόνο 5% των συνομηλίκων τους χωρίς ΔΕΠ-Υ αλλά με διαταραχές ύπνου.

Επιπλέον, ερευνητές έχουν βρει ότι άλλες διαταραχές του ύπνου, όπως η διαταραχή της αναπνοής κατά τον ύπνο, εμφανίζονται στο ένα τρίτο των παιδιών με ΔΕΠ-Υ.  Μια άλλη μελέτη που συνέκρινε παιδιά με ΔΕΠ-Υ και τα αδέλφια τους χωρίς ΔΕΠ-Υ βρήκαν ότι τα πρώτα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να έχουν μία ή περισσότερες διαταραχές του ύπνου, σε σύγκριση με τα αδέλφια τους. Τέλος, έχει διαπιστωθεί αυξημένη υπνηλία των παιδιών με ΔΕΠ-Υ κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αντίθετα, τα ζωηρά τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά δεν παρουσιάζουν ανάλογη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια του ύπνου.

 

Διαβάστε ακόμη το άρθρο της Α.Μ. Ποπρέλκα: ΔΕΠ-Υ: Αιτιοπαθογένεια της Διαταραχής και Συμπτώματα 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αικατερίνη-Μαρία Ποπρέλκα

poprelka aikateriniΨυχολόγος, απόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει μετεκπαιδευτεί στην Έγκαιρη Παρέμβαση στη Ψύχωση και έχει παρακολουθήσει το Εισαγωγικό Σεμινάριο στη Ψυχανάλυση στο Ινστιτούτο Κλασικής Ψυχανάλυσης.  Eργάζεται εθελοντικά ως ψυχολόγος στη ψυχιατρική κλινική του Γενικού Πανεπιστημιακού Αττικού Νοσοκομείου.