Οι εξαρτήσεις συμπεριλαμβάνουν ένα εύρος παθήσεων που αφορούν σε εξάρτηση από ουσίες ή από συμπεριφορές και αποτελούν παθήσεις, με τις οποίες ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι στην ψυχιατρική πράξη.

Στο στάδιο της εξάρτησης, η ουσία ή η συμπεριφορά καθορίζουν πλέον το σύνολο των ενεργειών και των συμπεριφορών του οργανισμού (Παπαγεωργίου, 2009; Kolb & Whishaw, 2011;Sadock&Sadock, 2015). Σχετικά με την αιτιολογία των εξαρτήσεων έχουν διατυπωθεί εξαιτίας αυτού διάφορες θεωρίες, στην προσπάθεια των ειδικών ψυχικής υγείας να κατανοήσουν την αυτοκαταστροφική αυτή συμπεριφορά, την εμμονή του μυαλού αλλά και να βοηθήσουν έτσι πιο αποτελεσματικά τους ασθενείς κατά τη θεραπεία τους.

Σύμφωνα με το Γάλλο ψυχίατρο Claude Olievenstein, το πρόβλημα της εξάρητησης βασίζεται σε τρεις άξονες:
α) στη δομή της προσωπικότητας του ατόμου,
β) στο αντικείμενο της εξάρτησης
γ) στο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο γίνεται η γνωριμία του ατόμου με το αντικείμενο της εξάρτησης.

Η ψυχαναλυτική θεωρία

Με βάση την ψυχοδυναμική θεωρία, η χρήση αποδίδεται σε ελλείμματα της παιδικής ηλικίας, που προέκυψαν από πρώιμες παιδικές εμπειρίες και δημιούργησαν ενδοψυχικά προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά κινητοποιούνται μετέπειτα, στην εφηβική ή ενήλικη ζωή και υπό τις κατάλληλες περιβαλλοντικές προϋποθέσεις και αναζητούν λύση, η οποία και επιδιώκεται μέσω της ουσίας.

Η βασική θεωρία έγκειται στη δόμηση ενός ασθενούς ΕΓΩ κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης της προσωπικότητας.

Κατά το στοματικό στάδιο, το βρέφος αντλεί ικανοποίηση από το θηλασμό, το δάγκωμα και την κατάποση. Ορισμένα άτομα επιδεικνύουν μία αδυναμία ενηλικίωσης, ως αποτέλεσμα καθήλωσης της ανάπτυξης της προσωπικότητας π.χ. στο στοματικό στάδιο. Οι πηγές ευχαρίστησης του σταδίου αυτού ενδέχεται να αναζητηθούν σε μεγαλύτερη ηλικία μέσω στοματικών συνηθειών, σε περίπτωση που έχουν μείνει ανικανοποίητες από τη βρεφική ηλικία (Χριστοπούλου, 2008; Brennan, 2009).

Στην πρώιμη παιδική ηλικία, το βρέφος αναπτύσσει δεσμούς προσκόλλησης με τη μητέρα ή γενικά τον κύριο φροντιστή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία της προσκόλλησης του Βρετανού ψυχαναλυτή John Bowlby, το αναπτυσσόμενο βρέφος χρησιμοποιεί την προσκόλληση με τη μητέρα του ως το ασφαλές σημείο εκκίνησης για εξερεύνηση του κόσμου.

Η θεωρία του Bowlby αναφέρει ότι ο τρόπος με τον οποίο τα πρόσωπα κύριας φροντίδας αποκρίνονται στις ανάγκες των βρεφών εσωτερικεύεται και απολήγει σε αναπαραστάσεις σχετικά με τον τρόπο που ο εαυτός σχετίζεται με τον άλλο.

Η ελλειμματική ή τραυματική σχέση μητέρας βρέφους παίζει σημαντικό ρόλο στη θεωρία αυτή. Εάν η μητέρα δεν παρείχε την απαιτούμενη φροντίδα στο παιδί, προσφέροντάς του ανακούφιση από την εσωτερική ένταση, θα δημιουργήσει κάτι σαν εσωτερικό έλλειμμα.

Αν στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του παιδιού δεν έχει εγκατασταθεί ένας υγιής ασφαλής δεσμός ανάμεσα στο παιδί και στο φροντιστή, ενδέχεται το άτομο να τείνει να υιοθετήσει εξαρτητικές συμπεριφορές για να αποκτήσει μια αίσθηση ασφάλειας. Αυτό εκδηλώνεται μετέπειτα σαν εσωτερικευμένο άγχος, το οποίο το άτομο καλείται να ανακουφίσει.

Από την άλλη, και μία εξαρτητική σχέση με τους πρωταρχικούς φροντιστές μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα το άτομο στην ενήλικη ζωή να αναζητήσει αργότερα την κατάσταση απόλυτης προστασίας σε κάποια άλλη μορφή εξάρτησης.

Ο Bowlby θεωρούσε την εξάρτηση στις σχέσεις ως ένδειξη παλινδρόμησης, ενώ το δεσμό μια φυσική λειτουργία που παραμένει παρούσα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού και συμβάλλει στην αίσθηση της ασφάλειας του παιδιού που με τη σειρά της επιτρέπει την ανεξαρτητοποίησή του.

Η προσκόλληση στους γονείς και ιδιαίτερα η εξάρτηση από τη μητέρα δημιουργεί έντονες πιέσεις στο άτομο, όταν καλείται να αναλάβει ρόλους ενηλίκου.

Ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής ο Donald Winnicott υποστήριξε ότι το βρέφος προκειμένου να αποκτήσει σταδιακά μια αντίληψη ύπαρξης και συνοχής του Εγώ, χρειάζεται να απολαύσει πλήρως την πρόνοια και τη φροντίδα του περιβάλλοντός του (holding).

Η μητρική φροντίδα σχετίζεται με τη δυνατότητα της μητέρας να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του παιδιού της και να ανταποκρίνεται ανάλογα. Όμως προκειμένου το παιδί να μπορέσει να αναπτυχθεί και να περάσει σταδιακά από την πλήρη εξάρτηση στην ανεξαρτησία, θα πρέπει η μητέρα να αφήσει το χώρο στο παιδί της να δομήσει το Εγώ του, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτηση του παιδιού από τη φροντίδα της μητέρας.

Αν η μητέρα συνεχίζει να καλύπτει ή και να υπερκαλύπτει τις ανάγκες του παιδιού της, εκείνο θα θεωρεί ότι όλες του οι επιθυμίες πρέπει να ικανοποιούνται άμεσα και θα συνεχίσει να εξαρτάται από κάθε αντικείμενο και θα αναπτύξει ίσως σχέσεις εξάρτησης με αυτό. Το άτομο μπορεί να αναπτύξει εξαρτητικές συμπεριφορές ως διέξοδο στην προσωπική του δυσφορία που προκύπτει ενδεχομένως από τη ματαίωση των επιθυμιών του.

Σύμφωνα με το Sigmund Freud, ο άνθρωπος προσπαθεί να κατακτήσει την κατάσταση ηρεμίας μέσα από την ηδονή, την ικανοποίηση δηλαδή των ενστικτωδών ενορμήσεων, και τη μείωση της έντασης (Cervone & Pervin, 2013). Ο Freud μάλιστα τόνισε ότι αναζητάμε τη μεγαλύτερη δυνατή ευχαρίστηση με το μικρότερο δυνατό πόνο.

Έτσι, τα άτομα με ανεπαρκή αυτό-ηρεμιστική ικανότητα, καταφεύγουν συχνά σε ουσίες για να μειώσουν το οδυνηρό άγχος που κουβαλούν από παιδιά και να επιτύχουν μια κατάσταση εσωτερικής ομοιόστασης (Cervone&Pervin, 2013; Χριστοπούλου, 2008; Brennan, 2009). Αδυνατούν όμως πολύ συχνά να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες και στις σχέσεις, δεδομένου ότι εκείνες δεν είναι δυνατόν να στερούνται δυσάρεστων καταστάσεων. Επιλέγει έτσι να αντικαταστήσει διάφορες μορφές συνδιαλλαγής με την κοινωνία, μέσω της χρήσης.

Ο χρήστης αναπτύσσει μια ναρκισσιστική στάση, καθώς ικανοποιεί τις ανάγκες του χωρίς την παρουσία και την ανάγκη άλλων ατόμων, εξωτερικεύοντας την ανάγκη του για παντοδυναμία μέσα από την ουσία, ως εξιδανικευμένο πλέον αντικείμενο. Το αντικείμενο της εξάρτησης λειτουργεί ουσιαστικά ως υποκατάστατο, καθώς το άτομο αντικαθιστά με την ουσία το ανεκπλήρωτο συναίσθημα φροντίδας της παιδικής του ηλικίας.

Οι διάφορες εξαρτητικές συμπεριφορές υποδεικνύουν συνήθως την αποτυχία των διεργασιών της εφηβείας και την ελλιπή επεξεργασία της υποβόσκουσας ψυχικής διαμάχης. Ο έφηβος υιοθετώντας εξαρτητικές συμπεριφορές έχει ως στόχο να αναδιοργανώσει την προσωπικότητά του γύρω από την εξαρτητική συμπεριφορά, η οποία του προσφέρει ένα υποκατάστατο αντικειμένου που του επιτρέπει να διατηρήσει το αίσθημα της ταυτότητάς του.

Η συμπεριφορική θεωρία

Η συμπεριφορική προσέγγιση δίνει έμφαση στη μάθηση, περιγράφοντάς την ως μία διαδικασία αλλαγής στη συμπεριφορά του ατόμου, η οποία προκύπτει από τα εξωτερικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Εξαιτίας αυτού εστιάζει στις ιδιότητες της ουσίας που δύνανται να επιφέρουν αλλαγή στη συμπεριφορά του ατόμου.

Ο οργανισμός ανταποκρίνεται στο ερέθισμα που δέχεται, προσαρμόζοντας τις ενέργειές του (Ράπτης & Ράπτη, 2013). Η μάθηση προκύπτει όταν μία συμπεριφορά τεθεί υπό τον έλεγχο της ενίσχυσης από το περιβάλλον (Brennan, 2009). Η ενίσχυση είναι είτε θετική είτε αρνητική και μπορεί αντίστοιχα να επέλθει είτε με την εισαγωγή ενός ευχάριστου ερεθίσματος είτε με την απομάκρυνση ενός δυσάρεστου ερεθίσματος.

Στην περίπτωση των εξαρτήσεων, η χρήση γίνεται με στόχο τη βελτίωση της ψυχικής κατάστασης ή/ και τη μείωση των οδυνηρών συναισθημάτων, οι οποίες στη συνέχεια λειτουργούν ως ενίσχυση και οδηγούν το άτομο στην παρατεταμένη χρήση ουσιών (Χριστοπούλου, 2008; Kolb&Whishaw, 2011; Βοσνιάδου, 2001).

Ο Ivan Pavlov από την άλλη διατύπωσε τη θεωρία της κλασσικής εξαρτημένης μάθησης, κατά την οποία ένα ουδέτερο ερέθισμα μπορεί να προκαλέσει μία συγκεκριμένη αντίδραση, αν συνδεθεί με ένα άλλο, ανεξάρτητο ερέθισμα. Έτσι και με τις ουσίες, εξωτερικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος που σχετίζονται με τη χρήση, όπως π.χ. η συμβολοποίηση της χρήσης σαν πράξη “μαγκιάς” ή “μίμησης”, μπορούν να προκαλέσουν ανάλογες αντιδράσεις,

Η θεωρία της επικοινωνίας

Η θεωρία της επικοινωνίας εστιάζει στην αλληλεπίδραση του ατόμου και της κοινωνίας και αντιμετωπίζει την εξάρτηση ως αποτέλεσμα της επικοινωνίας αυτής.

Η διαδικασία της επικοινωνίας αποτελεί μια διαδικασία μετάδοσης και αποκωδικοποίησης πληροφοριών μεταξύ πομπού και δέκτη. Η μετάδοση αυτή εμπεριέχει πάντα την αλληλεπίδραση μεταξύ των δυο πλευρών. Το μήνυμα δύναται να επιδράσει στη συμπεριφορά αυτού που το λαμβάνει (Watzlawick, 1986; Σακαλάκη, 1994).

Στην περίπτωση της χρήσης, φαίνεται ότι οι ουσίες, ως μήνυμα, παίρνουν τη μορφή της συνταγής της επιτυχίας, της εύκολης λύσης στα προβλήματα ή του υψηλού κοινωνικού status, προωθούμενες και από ταινίες, τραγούδια, διαφημίσεις και κοινωνικά πρότυπα (Παπαγεωργίου, 2009).

Η συμβολοποίηση της ουσίας αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα κίνητρα γνωριμίας μαζί της. Σε έρευνα που έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες, φάνηκε ότι οι ταινίες που προβάλλουν το κάπνισμα έχουν μεγάλη επίδραση στους εφήβους τόσο ως προς την αύξηση της επιθυμία όσο και ως προς την έναρξη του καπνίσματος (Willsetal., 2008). Αν σκεφτούμε το παράδειγμα της κατανάλωσης αλκοόλ, η αλληλεπίδραση και η επιρροή αυτή γίνεται πιο κατανοητή.

Η χρήση της εξαρτησιογόνου ουσίας ως μέσο επικοινωνίας γίνεται συνήθως, γιατί το εξαρτημένο άτομο δεν έχει αναπτύξει επαρκείς μεθόδους επικοινωνίας στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Η ουσία αποτελεί ένα της ανάδειξης της αυτό-εικόνας βάσει των κοινωνικών προτύπων. Παράλληλα, η κοινή γλώσσα ή συμπεριφορά των χρηστών ενισχύουν το δέσιμο των χρηστών- μελών της ομάδας.

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, άτομα με ανεπαρκείς ικανότητες κοινωνικοποίησης είναι ιδιαίτερα ευάλωτα ως προς το ενδεχόμενο ταύτισης με τους επικοινωνιακούς κανόνες χρήσης μίας ουσίας, με σκοπό πάντα την ένταξη σε μία ομάδα, παρέα, στην κοινωνία και γενικά σε ένα σύνολο. Ουσιαστικά μοιάζει να προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του μέσω της χρήσης.

Επιβαρυντικοί παράγοντες πέραν των ψυχοθεραπευτικών θεωριών

Ασχέτως της ψυχοθεραπευτικής θεωρίας υπό το πρίσμα της οποίας θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε την αιτιοπαθογένεια των εξαρτήσεων, υπάρχουν ορισμένοι σαφώς επιβαρυντικοί παράγοντες:

  • Αυξημένος δείκτης άγχους, ως επακόλουθο του τρόπου ζωής.
  • Οι προσωπικές αδυναμίες, με επακόλουθο την αυξημένη ανάγκη απόκτησης σιγουριάς και δύναμης.
  • Η λανθασμένη διαπαιδαγώγηση, με άξονα είτε την υπερβολική προστασία είτε την τέλεια εγκατάλειψη.
  • Ελλιπής ικανοποίηση των βασικών αναγκών, που αφορούν στις φυσικές (διατροφή, ένδυση, διανομή), ψυχικές (αποδοχή, αυτοεκτίμηση) και πνευματικές επιθυμίες.
  • Απομόνωση, έλλειψη κοινωνικών δεσμών.
  • Επιθετικότητα.
  • Καταθλιπτικά στοιχεία.

Συνολικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι δε χρειάζεται να μεταφράσουμε την αιτία της χρήσης βάσει μιας και μόνης θεωρίας απ’ αυτές που αναλύσαμε. Αντίθετα, αν θεωρήσουμε ότι ένα άτομο οδηγείται στη χρήση λόγω πολλών παραγόντων, όπως τα ελλείμματα του παρελθόντος που ψάχνουν διέξοδο, η φύση της εθιστικής ουσίας αλλά και η ανάγκη αποδοχής και ενσωμάτωσης στο σύνολο, θα οδηγηθούμε σε ένα συνδυασμό των τριών θεωριών και σε μία πιο σφαιρική ερμηνεία του θέματος.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

1. Sadock, B. & Sadock, V. (2015). Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής. Αθήνα: Λίτσας.
2, Χριστοπούλου, Ά. (2008). Εισαγωγή στην ψυχοπαθολογία του ενήλικα. Αθήνα: Τόπος.
3. Wills, T. A., Sargent, J. D., Stoolmiller, M., Gibbons, F. X., &Gerrard, M. (2008). Movie smoking exposure and smoking onset: A longitudinal study of mediation processes in a representative sample of U.S. adolescents. Psychology of Addictive Behaviors, 22(2), 269-277.
4. Homes J. John Bowlby and the attachment theory. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.
5. Ποταμιάνος Γ. Θεωρίες προσωπικότητας και κλινική πρακτική. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002.
6. Winnicott D. Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό περιβάλλον, μελέτες για τη θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα, 2003.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Βαϊζίδου Χριστίνα - Ψυχίατρος

Βαϊζίδου Χριστίνα: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχοφαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση για όλο το φάσμα των ψυχιατρικών παθήσεων ενηλίκων.Το θεραπευτικό πλάνο διαμορφώνεται εξατομικευμένα αναλόγως των αναγκών του ασθενούς.