Οι Joseph και συνεργάτες (1995) δεν επικεντρώθηκαν μόνο στις γνωστικές διεργασίες που εμπλέκονται στη διαταραχή μετά από τραυματικό στρες, αλλά διερεύνησαν και ένα ευρύτερο σύνολο παραγόντων που επηρεάζουν την ανάπτυξη και την πορεία της διαταραχής.

Παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη διαταραχής μετατραυματικούς στρες

Οι παράγοντες αυτοί ήταν:

Ερεθίσματα του γεγονότος: Πρόκειται για εικονικές αναπαραστάσεις του γεγονότος που βρίσκονται στην άμεση μνήμη.

Γνωσίες του γεγονότος: Είναι οι μνήμες που αποτελούν τη βάση για το φαινόμενο της επαναβίωσης ή τις παρεισφρέουσες μνήμες -οι καταστασιακά προσβάσιμες μνήμες του Brewin.

Εκτιμήσεις και επανεκτιμήσεις: Οι σκέψεις του ατόμου για το γεγονός -οι λεκτικά προσβάσιμες μνήμες του Brewin. Αφορούν την ερμηνεία των πληροφοριών που σχετίζονται με το γεγονός και βασίζονται στις παλαιότερες αναπαραστάσεις και εμπειρίες. Μπορεί να λάβουν είτε τη μορφή αυτόματων σχημάτων, τα οποία συνδέονται με έντονες συναισθηματικές καταστάσεις πυροδοτούμενες από ερεθίσματα σχετικά με το τραυματικό γεγονός, είτε τη μορφή περισσότερο συνειδητών προσπαθειών προσεκτικής εξέτασης και ίσως επανεκτίμησης της σημασίας του γεγονότος.

Οι κύριες εκτιμήσεις που επηρεάζουν το αποτέλεσμα είναι αυτές που σχετίζονται με την ενοχή, τον έλεγχο και την αυτοτιμωρία.

Απόπειρες αντιμετώπισης: Οι επαναβιώσεις και οι συναισθηματικά φορτισμένες μνήμες του γεγονότος μπορεί να καταλήξουν σε προσπάθειες αντιμετώπισής του με σκοπό την ελαχιστοποίηση της συναισθηματικής δυσφορίας. Οι προσπάθειες αυτές συνήθως παίνουν τη μορφή αποφυγής προσώπων και πραγμάτων που θυμίζουν το γεγονός, αναμνήσεων ή συναισθημάτων και ενεργειών παρόμοιων με εκείνες που σχετίζονται με το συμβάν. Οι στρατηγικές αντιμετώπισης μπορεί επίσης να αφορούν προσπάθειες αναστολής ανεπιθύμητων αναμνήσεων.

Προσωπικότητα: Ο παράγοντας αυτός επηρεάζει το είδος των γνωσιών και των συναισθημάτων που βιώνει το άτομο κατά τη διάρκεια του τραυματικού γεγονότος, τις εκτιμήσεις που κάνει αργότερα γι' αυτό και τις συνακόλουθες στρατηγικές αντιμετώπισης. Η προσωπικότητα συνεπώς ασκεί σημαντική επίδραση στην εμφάνιση ή μη της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες, καθώς και στην πορεία της.

Κοινωνική στήριξη: Πρόκειται για έναν σημαντικό διαμεσολαβητικό παράγοντα της αντίδρασης του ατόμου στο τραυματικό γεγονός. Η συζήτηση του γεγονότος με άλλους ανθρώπους βοηθά το άτομο να δώσει σε αυτό νέο νόημα και του παρέχει υποστήριξη επιτρέποντάς του την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων.

Τα τραυματικά γεγονότα ως άμεσες γνωσίες

Σύμφωνα με τους Joseph και συνεργάτες (1995), τα τραυματικά γεγονότα καταλήγουν σε άμεσες γνωσίες, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν ακραία συναισθηματική διέγερση. Η διέγερση παρεμποδίζει την άμεση επεξεργασία αυτών των γνωσιών. Αυτό έχει ως συνέπεια να παραμένουν σε συγκεκριμένα μνημονικά δίκτυα, λόγω της προσωπικής τους σημασίας και της δυσκολίας αποθήκευσής τους στη γενική μνήμη, όπως περιγράφηκε από τον Horowitz.

Οι γνωσίες αυτές αντιστοιχούν σε εκείνες του Brewin και αφορούν μνήμες που δεν είναι διαθέσιμες στη συνειδητή επίγνωση καθώς και μνήμες στις οποίες το άτομο μπορεί να έχει ηθελημένη πρόσβαση.

Αυτές αποτελούν τη βάση των φαινομένων επαναβίωσης και επηρεάζονται από τη φύση του τραυματικού γεγονότος, τις πυρηνικές υποθέσεις και πεποιθήσεις του ατόμου για τον κόσμο, τα στοιχεία της κατάστασης που έγιναν αντιληπτά ως περισσότερο απειλητικά, καθώς και την προσωπικότητα του ατόμου.

Οι εκτιμήσεις του ατόμου για το τραυματικό γεγονός

Οι εκτιμήσεις που κάνει το άτομο τη στιγμή που συμβαίνει το γεγονός θα επηρεάσουν τον αντίκτυπο που αυτό θα έχει πάνω του. Κάποια ερεθίσματα μπορεί να κριθούν ως απειλητικά και επικίνδυνα από όλα τα άτομα. Κάποια άλλα ίσως να μη θεωρηθούν τόσο απειλητικά. Επίδραση μπορεί επίσης να ασκήσει η πιθανή επανεκτίμηση της κατάστασης που προβλέπει περισσότερο ή λιγότερο απειλητική έκβαση.

Αν ένα άτομο αναλογιστεί τα γεγονότα και υπό το πρίσμα ψύχραιμης εξέτασης διαπιστώσει ότι είναι λιγότερο απειλητικά από όσο του είχαν φανεί τη στιγμή που συνέβαιναν, τότε μπορεί να βιώσει λιγότερα συμπτώματα και η διαταραχή του να διαρκέσει λιγότερο από ό,τι αν η επανεκτίμηση δεν οδηγούσε σε μείωση της απειλής ή σε αύξηση των επιπέδων της απειλής που βίωσε.

Οι βασικές αιτιακές αποδόσεις αναφορικά με το γεγονός, είτε γίνουν τη στιγμή που συμβαίνει είτε αργότερα, θα επηρεάσουν με τη σειρά τους την ανάπτυξη της διαταραχής: πρόκειται για την ιδέα ότι το άτομο θα μπορούσε να έχει τον έλεγχο της κατάστασης αλλά απέτυχε να τον αναλάβει («Θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι για να το σταματήσω αλλά δε το έκανα»), η οποία συνδέεται με το συναίσθημα της ντροπής και της ενοχής.

Ο ρόλος της ντροπής και του θυμού στο τραύμα

Σε μια μελέτη αυτών των διεργασιών σε θύματα βίαιων εγκλημάτων βρέθηκε ότι η ντροπή και ο θυμός αποτελούσαν βασικούς προβλεπτικούς παράγοντες των επιπέδων του τραύματος έναν μήνα μετά το συμβάν, ενώ η ντροπή προέβλεπε την ύπαρξη συμπτωμάτων έξι μήνες μετά το γεγονός.

Παρόμοια ευρήματα έχουν αναφερθεί μετά από ποικίλα τραυματικά γεγονότα, όπως σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση. Μαζί με το αίσθημα της απώλειας των πυρηνικών πεποιθήσεων και αξιών, τη δυσπιστία, την αποξένωση από τους άλλους και μια αίσθηση μόνιμης βλάβης, αυτές οι αντιδράσεις συνιστούν τις λεγόμενες εμπειρίες ψυχικού θανάτου, που οι Ebert & Dyck (2004) όρισαν ως κεντρικό χαρακτηριστικό της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες.

Οι εκτιμήσεις που κάνει το άτομο μπορεί επίσης να επηρεάσουν τις στρατηγικές αντιμετώπισής του. Τα έντονα αισθήματα ενοχής μπορεί να συνδέονται με παρεισφρέουσες σκέψεις και εικόνες. Η ντροπή μπορεί να εγείρει προσπάθειες αποφυγής και άρνησης -οι οποίες με τη σειρά τους είναι δυνατόν να καταλήξουν σε μια παράδοξη αύξηση των συμπτωμάτων.

Οι πεποιθήσεις του ατόμου ότι είναι ανίκανο να αντιμετωπίσει τα έντονα συναισθήματα μπορεί επίσης να οδηγήσουν στην αποφυγή δυνητικά στρεσογόνων καταστάσεων και να μην επιτρέψουν στο άτομο να μάθει ότι στην πραγματικότητα μπορεί να ανταπεξέλθει σε τέτοια συναισθήματα.

Η καλή κοινωνική υποστήριξη σε τραυματικά βιώματα

Η καλή κοινωνική υποστήριξη περιορίζει γενικά τα συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες, ίσως επειδή εν μέρει ευνοεί την επεξεργασία και θετική επανεκτίμηση των γνωσιών που σχετίζονται με το γεγονός.

Σε μια μελέτη αυτού του φαινομένου, οι Andrews και συνεργάτες μέτρησαν τα επίπεδα της διαθέσιμης θετικής υποστήριξης και των αρνητικών αντιδράσεων από τους άλλους σε θύματα βίαιων εγκλημάτων, άνδρες και γυναίκες.

Οι γυναίκες ανέφεραν σημαντικά περισσότερες αρνητικές αντιδράσεις από την οικογένεια και τους φίλους τους, οι οποίες συνέβαλαν στα υψηλότερα επίπεδα των συμπτωμάτων της διαταραχής έξι μήνες μετά το γεγονός.

Τέλος, τα είδη των εκτιμήσεων και των προσπαθειών αντιμετώπισης μπορεί να καθοδηγούνται από μεταβλητές της προσωπικότητας του ατόμου. Δύο δομές προσωπικότητας φαίνεται να συνδέονται ιδιαίτερα με την εμφάνιση της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες. Το αρνητικό συναίσθημα ή ο νευρωτισμός έχει βρεθεί από μελέτες ότι συντιστά προβλεπτικό παράγοντα για την ανάπτυξη συμπτωμάτων της διαταραχής, ίσως επειδή είναι ενδεικτικό της τάσης του ατόμου να αξιολογεί τα γεγονότα ως αρνητικά και απειλητικά, και να εμμένει σε αυτά.

Αλεξιθυμία και τραυματικό στρες

Μελέτες έχουν επιπλέον βρει μια σύνδεση μεταξύ συμπτωμάτων αποφυγής και συναισθηματικού μουδιάσματος της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες με την αλεξιθυμία.

Η αλεξιθυμία χαρακτηρίζεται από παύση των συναισθηματικών βιωμάτων και της επίγνωσής τους, καθώς και από περιορισμένη φαντασία και τάση επικέντρωσης στα απτά και απλά ερεθίσματα (ειδικά στα σωματικά συμπτώματα των συναισθηματικών αντιδράσεων).

Αυτό μπορεί να παρεμποδίσει την επεξεργασία των συναισθηματικών εμπειριών ώστε να απαρτιωθούν γενικά σχήματα και να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης επαναλαμβανόμενων αναμνήσεων του τραυματικού γεγονότος.

Μετατραυματική ωρίμανση

Το αποτέλεσμα των τραυματικών γεγονότων ή ακόμη και η βίωση της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες δεν έχουν εντελώς αρνητικό χαρακτήρα. Οι Calhoun & Tedeschi (1999) αναγνώρισαν ένα θετικό αποτέλεσμα, που ονόμασαν μετατραυματική ωρίμανση.

Πρόκειται για μια σειρά αλλαγές, στις οποίες περιλαμβάνονται οι βελτιωμένες σχέσεις, οι νέες προοπτικές στη ζωή του ατόμου, η μεγαλύτερη εκτίμηση της ζωής, το εντονότερο αίσθημα προσωπικής δύναμης και η πνευματική ανάπτυξη.

Οι άνθρωποι που βιώνουν μετατραυματική ωρίμανση αναφέρουν συχνά αυξημένη επίγνωση των δυνατοτήτων τους για επιβίωση και για αντιμετώπιση οποιασδήποτε κατάστασης.

Διαπιστώνουν επίσης ότι αισθάνονται πιο άνετα με την οικειότητα και νιώθουν μεγαλύτερη συμπόνια για άλλους που περνούν δύσκολες καταστάσεις. Συχνά αναφέρουν ότι αρχίζουν να εκτιμούν περισσότερο τα μικρά πράγματα της ζωής και παράλληλα διαπιστώνουν σημαντικές αλλαγές στις θρησκευτικές, πνευματικές και υπαρξιακές τους πεποιθήσεις. Υπό το φως της τραυματικής τους εμπειρίας δεν αποκλείεται επίσης να αλλάξουν τους στόχους της ζωής τους.

Οι περισσότερες έρευνες ψυχοπαθολογίας καθώς και οι παρεμβάσεις σε σχέση με τα τραυματικά θέματα στρέφουν την προσοχή τους στην παθολογία. Μήπως όμως θα έπρεπε να επικεντρωθούν περισσότερο στην κατανόηση και στη διαφώτιση της θετικής ανάπτυξης του ατόμου;

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο του Paul Bennett Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr