Ήταν κάποτε παλιά, πολύ παλιά, τότε που οι άνθρωποι δε μετρούσανε τα χρόνια και τις μέρες όπως τις γνωρίζουμε τώρα, έξω απο τον χρόνο που μας φυλακίζει σήμερα, ένας μεγάλος γλύπτης μοναδικός στο είδος του.

Κι αυτό, γιατί, αυτά που έφτιαχνε με ένα πραγματικά θείο ταλέντο, ήταν τόσο πρωτότυπα και έδειχναν τόσο αληθινά, που τον έκαναν ξακουστό και διάσημο για την ιδιαίτερη και ξεχωριστή ομορφιά τους θαμπώνοντας το μάτι και τη σκέψη με την εκφραστικότητα που είχανε...

Ήταν τόσο ιδιαίτερα, που όσοι είχαν στην κατοχή τους κάποιο έργο του, αυτό έμοιαζε να στολίζει όποιο μέρος βρισκότανε και φώτιζε το χώρο με τη λάμψη του, κάνοντας περήφανους όσους ήταν τυχεροί και τα είχαν. Ένας υπέροχος κόσμος έβγαινε μέσα από τη γλυπτική του και τον έκαναν να δείχνει σαν να έχει μαγικές ιδιότητες, καθώς, πραγματικά, ήταν σαν να έβαζε μια ανώτερη τεχνική ορατή σε όλα τα έργα που έκανε...

Αυτός ο εξαίρετος δημιουργός, λοιπόν, αποφάσισε κάποια χρονική στιγμή, ανικανοποίητος από την έως τότε απόδοση του, με μια ρομαντική και παραμυθένια ιδέα που του ήλθε, να φτιάξει κάτι πιο ξεχωριστό απ' ότι είχε μέχρι τότε κάνει... Να φτιάξει κάτι αληθινά αιώνιο, όσο κι αν δεν ήξερε πως θα γίνει κάτι τέτοιο.

Καθώς ένοιωθε το πέρασμα του χρόνου, θέλησε να δώσει κάτι πιο μεγάλο με την τέχνη του, να ασχοληθεί με την κατασκευή ενός νέου και ξεχωριστού έργου, με εντελώς πρωτότυπες παραστάσεις μορφών και υπάρξεων. Με έναν ιδιαίτερο σκοπό, ενστικτωδώς θα έλεγε κανείς, άγνωστο και σ' αυτόν ακόμη, που έβγαινε μέσα από το ίδιο του το είναι, κυριολεκτικά.

Έμεινε πολλές μέρες μόνος του παίζοντας ένα φλάουτο που είχε φτιάξει ο ίδιος και είχε μάθει να παίζει από μικρός και τον ευχαριστούσε πολύ, που τώρα όμως, του χρησίμευε σαν έμπνευση για να οραματιστεί το νέο τρόπο που ήθελε να δουλέψει.

Δοκίμασε πολλές φόρμουλες και ιδέες για να βρει την αλλαγή, το ξεχωριστό που θα έβαζε στη νέα έκφραση της ψυχής του.

Κι όντως, σε κάποια χρονική στιγμή, καθώς έπαιζε τη μουσική του χαμένος στη μελωδία της, ξαφνικά, σταμάτησε σαν να αισθάνθηκε τι αναζητούσε: Βρήκε τι ποθούσε να φτιάξει. Ήθελε να δημιουργήσει έναν πήλινο κόσμο μεγάλου και πλουσίου εύρους, για να αποκαλύψει την εσωτερική του ευρύτητα με μια αυτόνομη λειτουργικότητα που να είχε μια αληθινή υπόσταση και ψυχή - όσο μπορούσε αυτο να γίνει - τέτοια ώστε να συντροφεύει το είναι του και τη μοναξιά που ένοιωθε όπως κάθε πραγματικά μεγάλο ταλέντο.

Μια έκλαμψη έκφρασης ζητούσε γεμάτη από θέρμη καλλιτεχνικής υπόστασης να καθρεφτίσει τη μεγάλη ανάγκη του εαυτού του να αφήσει κάτι στην αιωνιότητα, όπως είπαμε.

Αυτό έγινε το όνειρο του, η μεγάλη ιδέα που τον έκανε να αισθάνεται νέος, αναζωογονημένος και φρέσκος, ικανός να κάνει ένα τέτοιο τόλμημα...

Ό,τι τώρα άγγιζε την φαντασία του, αχνό ακόμη, τον συνάρπαζε, τον έκανε να αισθάνεται ζωντανός και συνειδητός. Κι αυτό θέλησε να εξωτερικεύσει, αυτό ήθελε να κάνει, να αποτυπώσει στα έργα-ψυχής, όπως τα ονόμαζε, όλη την ομορφιά που απέμενε αδήλωτη στο είναι του και ένοιωθε την ανάγκη να φανερώσει...

Κλείστηκε, τότε, στο εργαστήριο του και άρχισε να φτιάχνει ένα μεγάλο αριθμό από αγάλματα ανθρώπων, με μια μεγάλη ποικιλία διαστάσεων, μορφών μοναδικών.

Ανθρώπινα αγάλματα με μια ποικιλία έκφρασης, για να δημιουργήσει ένα σύνολο υπάρξεων, αλληλένδετα και αρμονικά μεταξύ τους, σε μια πρωτόγνωρη αποτύπωση ιδεών, ελπίδας και ιδανικών, με μια φλόγινη πρόθεση στην κορύφωση του δημιουργικού του ταλέντου...

Μορφές κάθε λογής, με σχήματα μοναδικά, που πάνω από όλα, θα είχανε μια προσωπικότητα ξεχωριστή το καθένα, όμως συμπληρωματικά μεταξύ τους σαν μια γιγάντια έκφραση του ενός...

Ήταν γι αυτόν ένα έργο χωρίς χρόνο, όπου δεν υπολόγιζε ούτε ώρες, ούτε κόπο και υλικά που έβαζε σε αυτά, ενώ με έναν δικό του τρόπο έβαλε μέσα τους ακόμη και κομμάτια από τον ίδιο τον εαυτό, σκέψεις και επιθυμίες του, για να τα αφήσει παρακαταθήκη δική του, να μείνουν αιώνια ως αθάνατα όντα, έτσι ώστε ο χρόνος να μην μπορεί να τα νικήσει...

Όπως είπαμε, εξάλλου, ο χρόνος δεν υπήρχε τότε, ούτε σε αυτό του το έργο, και δε μετρούσε αν ήταν μέρα ή νύχτα. Δούλευε εκστασιασμένος και απορροφημένος στη νέα του δημιουργία, ώστε έπαψε κάποια στιγμή να νοιώθει ακόμη και εκείνον τον ίδιο τον χωροχρόνο.

Δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο, απομονώθηκε τόσο που ούτε ο υπηρέτης που τον φρόντιζε κάποιες φορές δεν τον έβλεπε πια. Σαν τελείωσε κάποτε, έμεινε να θαυμάζει αποκαμωμένος από την υπερπροσπάθεια που είχε κάνει, την ιδιαίτερη αυτή έκθεση έκφρασής του, ένα σύνολο των επιθυμιών της ψυχής του..

Στο εργαστήρι του -που ήταν αρκετά μεγάλο- ο χώρος μεγάλωσε πιο πολύ, θαρρείς, με το πλήθος των δημιουργημάτων του, άλλαξε και έδειχνε σαν ένα παραμυθένιο σύμπαν, από τον πλούτο των ιδεών, τη μοναδικότητα του καθενός, την ομορφιά που είχαν, ενώ ήταν τόσα που γέμισαν το χώρο που είχε κι ήταν αρκετά μεγάλος, κυριολεκτικά!

Κουρασμένος όπως αισθάνθηκε τότε, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο του εργαστηρίου του για λίγο κι άνοιξε να μπει αέρας καθαρός, ενώ στη συνέχεια βγήκε να δει έξω την φύση από τη βεράντα του, να μυρίσει την άνοιξη που ερχότανε.

Όταν όμως, γύρισε μέσα, λίγα λεπτά αργότερα, είδε με μια οδυνηρή έκπληξη, ότι ο αέρας που φυσούσε τόσο πολύ, σαν ζηλιάρης εραστής, προβοκάτορας ενός εγωιστή ανέμου, γκρέμισε και σκόρπισε όλα του τα νέα δημιουργήματα και τα έκανε κομμάτια, λυσσομανώντας στο εργαστήρι, σαν πνεύμα κακίας και ενός σκοτεινού μίσους, που έφερε το χάος...

Όλα όσα είχε μόλις τελειώσει, η νέα του δουλειά, τα δημιουργήματα του ήταν σπασμένα, πεσμένα και ατάκτως διασκορπισμένα στο πάτωμα, σε άπειρα ατελή κομματάκια, τμήματα ασύνδετα πια το κάθε ένα, σε ένα τεράστιο πάζλ ασχημάτιστων μορφών που δύσκολα αναγνώριζες τι ήταν και από τι είχαν προέλθει...

Έμοιαζαν σαν ένας σωρός σκουπιδιών.

Στάθηκε για λίγο σοκαρισμένος από τη ζημιά που είχε γίνει και κοιτούσε την καταστροφή, μην πιστεύοντας στο κακό που έβλεπαν τα μάτια του... Καταλάβε, με λύπη, ότι δεν θα μπορούσε να βρει την δύναμη, δεν θα μπορούσε να τα ξαναφτιάξει από την αρχή όλα αυτά τα μοναδικά γι αυτόν έργα και έμεινε θλιμένος, να τα κοιτάζει.

Το μυαλό του, βέβαια, δε μπορούσε να δεχτεί αυτό που είχε γίνει και το μόνο που τον ενδιέφερε, ήταν πως θα μπορούσε, με κάποιο τρόπο, να επαναφέρει στη ζωή αυτά τα πολύτιμα γι αυτόν έργα που είχαν τόση σημασία, για τον δικό του ορισμό της αιωνιότητας και αποτελούσανε την απόλυτη και ύστατη έκφρασή του...

Η στενοχώρια του, όμως, δεν κράτησε πολύ. Αντλώντας δύναμη με παράξενο τρόπο από την ψυχή του, οδηγήθηκε σε μια μυστικιστική κορύφωση του μεγάλου του ταλέντου, κι αποφάσισε ότι αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να φυσήξει, άλλη μια φορά, στον όγκο μπρός του, που ήταν πριν τα έργα του, και να δώσει σε αυτά την πνοή του, όση του απέμεινε μέσα του και να τους δώσει ξανά τη ζωή, ελπίζοντας έτσι ότι μόνα τους, συνειδητά απο την πληρότητα τους, θα ξαναενωνότανε και θα αποκτούσανε τη μορφή και υπόσταση που είχαν πριν την καταστροφή.

Πήρε, λοιπόν και πάλι το φλάουτο που είχε για να ηρεμεί την ψυχή του τις ώρες που αναπαυότανε και άρχισε να παίζει, περνώντας μέσα από αυτό όλη την αρχική του ιδέα για τα έργα-γλυπτά που είχε κατασκευάσει, δίνοντας όλο του το είναι, όλο το υπόλοιπο της ψυχής του σ' αυτή τη νέα μελωδία που έβγαινε και ένοιωθε να τον πλημυρίζει...

Φυσούσε με πάθος μοναδικό, βγάζοντας μέσα από την αρμονία και τη μελωδία του οργάνου μια διαφορετική εκφραστικότητα, ήχους που δεν είχε ξαναβγάλει, που δεν είχαν ξανακουστεί από το όργανο του...

Η πνοή του απόκτησε μια δυναμική που ποτέ πριν δεν είχε δώσει, ποτέ πριν δεν είχε αισθανθεί, καθώς μέσα του το είναι του απέκτησε μια μεγαλύτερη υπόσταση, μια μεγαλύτερη ύπαρξη, όπως γίνεται όταν κάποιος ξεπερνάει τον εαυτό του -σε σχέση με ό,τι ο ίδιος γνώριζε-, αφού χωρούσε μέσα του τόσες υπάρξεις, όλες αυτές των δημιουργημάτων του.

Εκτός από τη μουσική του ικανότητα, προστέθηκε εδώ και η γλυπτική του διάσταση, η τέχνη που τον έκανε γνωστό σε όλους, σαν μαγική βοήθεια στην επιθυμία του, πιστεύοντας ότι την χρειαζότανε κι αυτή, όσο παράλογο κι αν ακουγότανε.

Έδειχνε να ξεπερνάει κατά πολύ τον ίδιο του τον εαυτό, μπαίνοντας σε μια βαθειά και μεγαλύτερη από ποτέ έκσταση ενός άπειρου όντος.

Ένοιωθε σαν να φεύγει από την προηγούμενη ύπαρξή του και να γίνεται ένα πνεύμα ανώτερο, μεγαλώνοντας τη διάσταση της ίδιας του της μουσικής, κάνοντάς τη ρευστή, λειτουργική και πηγαία, θεϊκή σχεδόν, με μια πλαστικότητα που ξεπερνούσε ό,τι μέχρι τότε είχε κάνει...

Μετά από ώρες που έπαιζε το φλάουτό του, χωρίς να μετράει και πάλι το χρόνο, αποκαμωμένος, έγειρε να κοιμηθεί.

Στα όνειρά του συνέχιζε να παίζει το φλάουτό του και εκεί μπόρεσε να δει το έργο του πριν την καταστροφή, ολοκληρωμένο και ζωντανό, τόσο άφθαρτο και αδάμαστο, που η χαρά που αισθανότανε μέσα στον ύπνο του τον έκανε να μην θέλει να ξυπνήσει...Ο χρόνος χάθηκε άλλη μια φορά, από το είναι αυτού του μεγάλου ποιητή και βυθίστηκε σε ένα πολύ βαθύ ύπνο.

Δεν υπήρχε τίποτα που να μετράει γι αυτόν, τίποτα ικανό να τον ξυπνήσει...

Ο υπηρέτης του, πήγε την άλλη μέρα στο σπίτι του, όπως είχαν κανονίσει, να τον επισκεφτεί και να του προσφέρει τις υπηρεσίες του. Όταν τον βρήκε να κοιμάται γαλήνιος και με ένα χαμόγελο στα χείλη του, αναπαυμένος στην ονειρική του κατάσταση, δεν απόρησε, πίστεψε ότι ήταν απλά κουρασμένος και τον άφησε να κοιμάται...Έριξε μόνο μια ματιά στο εργαστήριο, να δει αν χρειαζότανε κάποια καθαριότητα, κάποιο συμμάζεμα εργαλείων, υλικών, και τότε είδε έκπληκτος τα νέα του έργα, εκείνο τον υπέροχο μικρό κόσμο που είχε φτιάξει, να στέκεται εκεί μπροστά του ολοζώντανος!

Μόνο που τώρα, όχι απλά ήταν ολόκληρος -κι όχι κομμάτια όπως ξέραμε- αλλά ήταν ολόκληρος και είχε πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις από ό,τι τον είχε κάνει ο γλύπτης!

Όλα τα δημιουργήματα φαντάζανε πιο εκθαμβωτικά στα μάτια του υπηρέτη, αληθινά εξαίσια!

Παρόλο που είχε συνηθίσει την ομορφιά στα έργα του καλλιτέχνη αυτού, τώρα έβλεπε κάτι πρωτοφανές! Έμεινε τόσο θαμπωμένος, από ό,τι ήτανε μπροστά του, που για κάποια λεπτά, έμοιαζε άγαλμα κι ο ίδιος, από την έκπληξη του.

Η λογική του δεν μπορούσε να δεχτεί αυτό που έβλεπε: Τα δημιουργήματα, η νέα δουλειά του γλύπτη, τα αγάλματα αυτά, με τα πολύχρωμα σχέδια, την ξεχωριστή τους υπόσταση, είχαν αποκτήσει ζωή, κινούνταν στο χώρο και συνέθεταν μια υπέροχη εικόνα, ενός μοναδικού συνόλου παραμυθένιων όντων που δε μπορούσε αυτός, ή όπως πίστευε και κανένας άλλος να φανταστεί ότι μπορούσε να γίνει...

Τα έργα ήταν ζωντανά και απίστευτα αληθινά! Μιλούσανε, γελούσανε, γυρνούσανε στο δωμάτιο και ζούσαν μια ζωή αιθέρια, παραδεισένια θα έλεγες, που όμοια της δεν υπήρχε!

Ένας μικρόκοσμος ολόκληρος ήταν εκεί μπροστά του και έδειχνε μοναδικός και απίστευτος, ζωντανός και θαυμάσιος... Είδε όμως, ότι ο δημιουργός τους δεν ξυπνούσε, κοιμότανε βαθειά και πάλι δεν θέλησε να τον ξυπνήσει. Κι αυτός, ο δημιουργός τους, τα έβλεπε ζωντανά κι αυτός, αλλά μόνο στο όνειρο του...

Βγήκε, λοιπόν, τρέχοντας από το εργαστήριο και το σπίτι του γλύπτη, συνεπαρμένος από ό,τι είχε δει και άρχισε να διαλαλεί και να μιλάει σε όποιον συναντούσε για το απίστευτο έργο του γλύπτη. Έλεγε σε όποιον έβρισκε μπροστά του το μεγάλο θαύμα που είχε αντικρύσει, στους γείτονες, τους περαστικούς, τους άλλους γλύπτες και καλλιτέχνες, τους αξιωματούχους, τους κυβερνήτες της πόλης...

Τους καλούσε να πάνε να δούνε και να θαυμάσουνε, να δούνε κι αυτοί το υπέροχο σύνολο, αυτό το αξεπέραστο δημιούργημα που ο κύριός του είχε φτιάξει! Τους καλούσε να γίνουν μάρτυρες όλοι αυτού του απίστευτου επιτεύγματος που κανένας άλλος ποτέ δεν είχε καταφέρει. Κανείς ποτέ δεν είχε πετύχει πριν να δώσει ζωή στο έργο του, να το κάνει να υπάρχει όχι μόνο ακίνητο και περιορισμένο στη μορφή που είχαν ως αγάλματα, αλλά, σε μια φανταστική ζωντανή αλληλεπίδραση μεταξύ τους, σε μια δική τους αληθινή ύπαρξη. Κι αυτό βέβαια, ενώ ο μοναδικός αυτός γλύπτης, όπως είπαμε, κοιμότανε..

Πήγανε, όντως, πολλοί, αφού ήξεραν την ικανότητα του μεγάλου καλλιτέχνη, να δούνε αυτά τα πρωτότυπα έργα του, ενώ ο γλύπτης ήταν εκεί, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, στον ύπνο του, χωρίς να ξυπνάει όσες ώρες κι να περνούσανε... Όλοι εντυπωσιαστήκανε πολύ και θαυμάσανε ακόμη περισσότερο το μεγάλο γλύπτη...

Το μυαλό όμως, όλων αυτών που μπήκανε στο εργαστήριο δεν άργησε να γίνει πονηρό κι αρχίσανε να σκέφτονται πώς θα κλέψουμε κομμάτια από αυτό το υπέροχο έργο, αφού βλέπανε ότι ο καλλιτέχνης κοιμότανε βαθειά και δεν έδειχνε να ξυπνάει...

Η απληστία τους, τους έκανε να ψάχνουν να βρούνε τρόπο, ώστε να πάρουνε κάποια από αυτά τα μοναδικά κι εξαίσια δημιουργήματα, αν ήταν δυνατόν, όσο ο γλύπτης κοιμότανε. Φύγανε, ωστόσο, όλοι και υπολόγιζαν κάποια στιγμή, την επομενη μέρα, να πάνε κρυφά πάλι στο εργαστήρι και να κλέψουνε ό,τι μπορούσανε...

Τα ζωντανά όμως πλάσματα του γλύπτη, με ένα θαυμαστό τρόπο, ακούσανε και διαβάσανε στις ψυχές τους, τις εγωιστικές επιθυμίες των ανθρώπων και με φρίκη καταλάβανε, ότι θέλανε να τα κλέψουνε και στην ουσία να τους χωρίσουν από την απόλυτη ενωμένη μοναδικότητα τους, να τους κάνουν κτήματά τους για να τα επιδεικνύουνε στους άλλους, σαν πολύτιμο έκθεμα που θα είχαν, παράνομα βέβαια, στην κατοχή τους...

Η θλίψη και ο πανικός ήλθε στις ψυχές των δημιουργημάτων αυτών του γλύπτη και άρχισε να τα γεμίζει με φόβο για το τι θα συνέβαινε στη μοναδικότητα τους, όσο και για το αύριο τους... Όπως νύχτωνε, εκείνη την ημέρα, όλα μαζί μείνανε αποφασισμένα να σκεφτούνε τη λύση που θα τα έσωζε και πώς θα μπορουσανε να αποφύγουνε τη νέα συμφορά, που έμοιαζε να έρχεται από την πρόθεση των άλλων να τα αρπάξουνε και έτσι να τα χωρίσουνε...

Μέσα τους ήταν συνειδητοποιημένα, ξέρανε καλά, ότι μόνο ενωμένα θα μπορούσανε να υπάρχουν όπως τα έφτιαξε ο γλύπτης, σε μια ανυπέρβλητη ολότητα, και ότι χωρισμένα, θα ήταν ακρωτηριασμένα, λειψά και με τον πόνο της μερικότητας για πάντα μέσα τους...

Μόνο όλα μαζί υπήρχανε σαν ένα τέλειο σύνολο. Ό,τι άλλο θα ήταν λιγότερο και χωρίς την ψυχή που πότιζε το είναι τους.

Αποφασίσανε, λοιπόν, ότι μόνο με ένα τρόπο θα γλυτώνανε την νέα τους διάσπαση: Μόνο αν ξυπνούσανε τον δημιουργό τους, αν τον φέρνανε πάλι πίσω, στον κόσμο της εγρήγορσης, θα μπορούσανε να γλυτώσουνε από το να χαθεί η συνολική τους ύπαρξη και να μείνουνε ενωμένα, όπως τα έφτιαξε ο πλάστης τους κι όπως ήτανε η πραγματική τους φύση...

Αρχίσανε, λοιπόν να ψάχνουνε τον τρόπο να ξυπνήσουνε τον δημιουργό τους, προσπαθούσανε να δούνε τι θα ήταν αυτό που θα τον επανέφερε στη ζωή από τον λήθαργο που έμοιαζε να είχε πέσει...Μετά απο ώρα πολύ, καταλάβανε ότι το φλάουτο, το όργανο που είχε μάθει από παιδί ο δημιουργός τους, αυτό που έπαιζε πριν, όταν ξαναενωθήκανε, αφού ένωσε κι έφερε αυτά στην αρχική τους μορφή, αυτό θα μπορούσε να ξυπνήσει και αυτόν!

Πώς να μάθουνε όμως, ένα όργανο που δεν ξέρανε; Η σκέψη αυτή τους απογοήτευσε για λίγο και αποθαρύνθηκαν.

Γρήγορα όμως, θυμηθήκανε ότι μέσα τους υπήρχε ο ίδιος ο δημιουργός τους, μέσα τους υπήρχε η ικανότητα του δημιουργού τους, ως μνήμη, κομμάτι του ήτανε στο κάτω κάτω, άρα μπορούσανε να φυσήξουνε, να παίξουνε το φλάουτο του! Και αυτό το φλάουτο ήξερε μόνο αυτόν τον δημιουργό για να παίζει μουσική, οπότε, γιατί να μην υπάκουε και σ αυτούς που ήταν κομμάτι του ποιητού τους;

Πήρανε λοιπόν την απόφαση να κάνουν τη μεγάλη αυτή προσπάθεια, ακόμη και αν σ' αυτή την απόπειρα κινδυνεύανε να χάσουνε την ίδια τους την υπόσταση, αυτή τη θαυμαστή, αν χρειαζότανε, προκειμένου να ξαναχαρίσουν στον δημιουργό τους την ψυχή, που αυτός είχε μοιράσει σε αυτούς και ζούσε μέσα τους, και έτσι αυτός θα φρόντιζε, πάλι, να ήταν όλοι ένα και να είναι μαζί με το δημιουργό τους, που μόνο αυτός τους έβλεπε έτσι όπως είχε οραματιστεί και τους είχε φτιάξει...

Ξέρανε πως αλλιώς δεν θα μπορέσουνε να παραμείνουν ενωμένοι, το μέλλον που είχαν δεν θα υπήρχε. Έτσι έπρεπε να γίνει... ο ποιητής τους να αναστηθεί!

Σταθήκανε λοιπόν, όλα μαζί σε μια μεγάλη χορωδία κι ένας μουσικός από τη μεγάλη τους ομάδα ξεκίνησε να παίζει το φλάουτο... Στην αρχή ήταν κάπως δύσκολο, άγνωστο γι αυτούς... Αλλά ο πόθος τους να είναι μαζί ήταν μεγαλύτερος, δεν τα πείραζε αν δεν μπορούσαν να κινηθούνε πια, να είναι ζωντανά και ξαναγίνονταν απλά έργα, φτάνει που θα ήτανε όλοι μαζί σαν ένα όπως τους είχε φτιάξει ο γλύπτης... σαν ένα, έτσι όπως ήξεραν μόνο να υπάρχουν!

Καθώς ο μουσικός τους άρχισε να παίζει το φλάουτο κι οι ίδιοι να το συνοδεύουνε μελωδικά με τις φωνές τους, ένοιωσαν να βγαίνει από μέσα τους αυτό το πρωτόγνωρο αίσθημα, όπως πιο πριν όταν ο γλύπτης τα δημιουργούσε και ένιωσε ότι κάτι μεγάλο γινότανε. Άρχισαν να νοιώθουν μέσα τους μια δύναμη να τους γεμίζει με πληρότητα και να τους διευρύνει. Κατάλαβαν τότε, ότι έμπαιναν σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, όπου όλα θα ήταν αλλιώτικα μετά, άγνωστα και αβέβαια, αλλά, είχαν ξεκινήσει το ταξίδι, δεν υπήρχε γυρισμός.

Ήρθαν στο νού τους, η ύπαρξη και η ολοκλήρωση τους, μέσα από το όλον τους, η ζωή που είχαν κερδίσει και που τώρα, κινδύνευε να χαθεί, αλλά το ξέρανε ότι το οφείλανε στο σύνολο τους και στον δημιουργό τους αυτό το ταξίδι. Περνούσανε αυτή την άγνωστη πόρτα προς ένα αύριο που δεν ξέρανε, αλλά σίγουρα θα ήταν καλύτερο από αυτό που οι υποψήφιοι κλέφτες τους θα τους έδιναν.

Βλέπανε ήδη, το πήλινο σώμα τους να ξεφλουδίζεται, σιγά σιγά, από την υπερπροσπάθεια, κάτι άλλο ρόδιζε από μέσα,  βαθιά στο είναι τους, αυτή η νέα δύναμη τους ελευθέρωνε και δεν θέλανε να σταματήσουνε αυτή την ενεργητική τους απόπειρα...

Νοιώθανε τα σώματα τους να γίνονται μαλακά, φοβήθηκαν ότι θα λιώσουν...Ότι αντί να σπάσουν, όπως πιο πριν, τώρα μπορεί να γίνονταν πολύ ρευστά και να χανόταν με αυτό τον τρόπο πάλι η ύπαρξή τους.

Συνεχίζανε όμως, να τραγουδάνε όλοι μαζί την υπέροχη μελωδία που έβγαινε, πραγματικά, μέσα από την ψυχή τους, παρασυρμένοι από αυτό που ζούσανε. Το δωμάτιο γέμισε από την παχύρευστη αυτή μουσική και θόλωσε ο αέρας.

Το παράξενο ήρθε να πάρει την θέση του σ' αυτό που συνέβαινε... Και μαζί με την θέληση να μείνουνε ενωμένοι, τους γέμισε μέσα τους και η ευγνωμοσύνη προς το δημιουργό τους για το μεγάλο δώρο που τους έκανε, να ζούνε και να συνειδητοποιούνε την ομορφιά της συνύπαρξής τους σε ένα τέτοιο αρμονικό και όμορφο σύνολο. Ένοιωσαν, πιο πολύ τώρα, τι 'ηταν αυτό που είχε φτιάξει με αυτούς ο δημιουργός τους.

Αυτό τους έδωσε μεγαλύτερη δύναμη και διπλασιάστηκε η ενέργεια που ένοιωθαν για να πετύχουν το σκοπό τους, μεγάλωσε και η δύναμη της μελωδιάς τους. Γίνανε πιο συνειδητοί και πιο ολοκληρωμένοι στην προσπάθεια τους, πιο ενεργοί και απέκτησαν ικανότητες που πρώτα απλά ενυπήρχαν στη δομή που τους είχε δώσει ο δημιουργός τους. Δεν ήταν πια οι ίδιοι όπως πριν, ήταν κάτι άλλο, το καταλαβαίνανε...

Και το απίθανο έγινε... ένα άλλο θαύμα ήρθε να γίνει στο εργαστήρι του γλύπτη. Πετύχανε αυτό που έμοιαζε αδύνατο, με τον κόπο που έγινε ιδρώτας πηχτός στα κορμιά τους: Ο γλύπτης των υπάρξεων τους άρχισε να δείχνει σημάδια ότι ξυπνούσε!

Το σώμα του σάλευε, μουδιασμένο ακόμη από τον βαθύ ύπνο και την πρότινη ακαμψία, αλλά κινιότανε. Έδειχνε να ζωντανεύει! Κάποια στιγμή, άνοιξε τα μάτια του και ανακάθισε στο κρεβάτι του. Σηκώθηκε και για λίγο δεν είπε τίποτα, ούτε κοίταξε πουθενά, εκτός από μπροστά του. Κι όταν κινήθηκε, η σκέψη του ήταν ξεκάθαρη, αυτό που έκανε ήταν να στραφεί προς αυτούς, να τους κοιτάξει και να χαμογελάσει, για πρώτη φορά μετά από το βαθύ ύπνο που είχε πέσει και έβλπε για πρώτη φορά ότι αυτά ήταν ζωντανά...

Η σιωπή και η ακινησία. Δεν ήξεραν τι θα συμβεί, έμοιαζαν δεμένα στο άγνωστο μέλλον. Δεν άλλαξε όμως η απόφαση τους: Καλύτερα εκεί, σε όποια μορφή, παρά διασπασμένα και σε χέρια άλλων...Τότε, ο δημιουργός και ποιητής τους, τους μίλησε και τους είπε: Σήμερα γεννηθήκαμε όλοι μαζί ξανά! Σήμερα, μπορώ να πω ότι ολοκληρώθηκε το έργο που έκανα με σας!

Η δύναμή σας με έφερε πάλι εδώ, εγώ δεν ήθελα να γυρίσω, εσείς με ξυπνήσατε! Με ό,τι κάνατε, με τη μελωδία και τη θέλησή σας, με δικαιώσατε, τώρα νοιώθω περισσότερο ότι έκανα το μεγαλύτερο έργο μου με σας, αφού και εσείς βοηθήσατε στην τελική μορφή σας, δίνοντας στους εαυτούς σας τη δική σας ψυχή!

Κι αυτή ήταν μια μεγάλη αλήθεια...

Γιατί, με το που θελήσανε να επιστρέψουνε ό,τι τους είχε δώσει ο δημιουργός τους, με την ανιδιοτέλεια που δείξανε, απέκτησαν τη δική τους ψυχή, γεννήθηκε αυτή μέσα τους, στο χώρο του κενού που δημιουργήθηκε, όπως εκπορεύσανε το κομμάτι που τους είχε χαρίσει ο δημιουργός τους και πήρε εκεί τη θέση της, η ατομική ψυχή του καθενός!

Έκαναν κάτι πραγματικά απίστευτο, γύρισαν στο δημιουργό τους αυτό που ήταν η ζωή τους, την ψυχή του, αποδεικνύοντας μια μεγάλη ικανότητα, και αυτό ήταν που τους έδωσε τη δική τους υπόσταση, εσωτερικά ακέραια, αυτό ήταν που έκανε μέσα τους την εσωτερική τους γέννηση...

Η χαρά του γλύπτη και των πλασμάτων του ήταν απερίγραπτη, έλαμπαν μέσα κι έξω τους... Το εργαστήρι έγινε ένα μεγάλο σύννεφο, που περίκλεισε το σύνολο του γλύπτη και των πλασμάτων... Κι όλοι, γλύπτης και δημιουργήματα, ξέρανε τι έπρεπε να γίνει...

Η ιστορία, στη συνέχεια, όπως μαθεύτηκε, είναι λίγο μπερδεμένη, γιατί κανείς δεν ξέρει με σιγουριά τι πραγματικά συνέβη. Κανείς δεν ήξερε την αλήθεια, αφού δεν ήταν κανείς εκεί μαζί τους, ούτε τους είδε κανείς να φεύγουν. Κανείς δεν ήξερε τι είπανε, τι αποφασίσανε, τι κάνανε...

Απλά χαθήκανε από τον κόσμο εκείνο, από την πόλη που έμενε ο γλύπτης. Γι αυτό, ο υπηρέτης και όσοι πήγανε εκεί την άλλη μέρα, εκτός απο το μυστήριο που ήταν γι αυτούς η εξαφάνιση του γλύπτη και των νέων, θαυμαστών έργων του, μόνο εικασίες μπορούσανε να κάνουνε για το τι έγινε...

Το μόνο που υποθέσανε, ήταν οτι ο μεγάλος αυτός γλύπτης, έφυγε από την πόλη εκείνη, παίρνοντας μαζί του το μεγάλο του έργο, άγνωστο για που και γιατί και κανείς τους δεν έμαθε ποτέ τίποτα άλλο γι αυτόν. Δεν ακούσανε τίποτα ξανά..

Σιγά σιγά ο ποιητής και το έργο του έγιναν μια αβέβαιη ανάμνηση στην πόλη. Δεν θυμότανε πολλά κανείς για να πει.

Κάποιοι, όμως που ταξιδεύανε έξω απο την πόλη τους, είπανε ότι κάποιες φορές, στο μεγάλο δάσος που βρισκότανε εκεί κοντά, ακούγανε μια παράξενη μουσική που θύμιζε το φλάουτο του γλύπτη της ιστορίας μας, και πολλές φορές έβλεπαν φωτεινά σημάδια στον ουρανό και στη γη που έμοιαζαν με τα πλάσματα του μεγάλου έργου του δημιουργού γλύπτη.

Είπαν ότι ο γλύπτης και το έργο του είχανε πάει σε μια άλλη διάσταση και ζούσανε εκεί αιώνια και αθάνατα, αφού είχανε φτάσει σ' αυτή την κορύφωση και σ' αυτή την αλήθεια.

Ακούγονταν απίστευτες ιστορίες και μύθοι, βέβαια, που κάποιοι λέγανε ότι ήταν παραμύθια, παραμύθια που λέγανε στα παιδιά, αλλά και μεταξύ τους, κάποιες νύχτες και φορές, όταν θυμόντουσαν την ιστορία αυτή και αναζητούσαν εξηγήσεις.

Αυτά όμως, ήταν μόνο υποθέσεις, προσπάθειες της λογικής απλών ανθρώπων να δώσουν μια συνέχεια στην ιστορία που λέγαμε, χωρίς να μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί όλες αυτές τις υποθέσεις ως πραγματικές, έτσι αλλόκοτες και περίεργες που ήταν.

Ποιος, άραγε, θα μπορούσε να πει ότι είχανε κάποια σχέση με την αλήθεια;

Ποιος θα πίστευε ότι είχανε κάποια βάση τα παραμύθια αυτά κι ότι μπορεί ένας άνθρωπος κι ένα έργο να ζήσουνε μια άλλη πραγματικότητα, πέρα από τον χρόνο και τον χώρο της φθοράς;

Ή μήπως το καταφέρανε και έτσι ήταν;

Αν κάποτε περάσετε κι εσείς από το δάσος αυτό... έξω από τις πόλεις των ανθρώπων, ίσως μπορέσετε να μας πείτε, αν είναι έτσι...

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΝΟΥΤΣΙΟΥ ΤΟΛΙΑ

aggeliki noutsiouΣυστημική ψυχολογία, Θετική Ψυχολογία, Ιατρική Ψυχολογία, Γνωστική Ομοιοπαθητική.