Ένα παιδί μπορεί να στερηθεί την ευκαιρία να διαμορφώσει σχέσεις προσκόλλησης όταν εισαχθεί και ανατραφεί σε ιδρυματικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο πολλά και διαφορετικά άτομα είναι επιφορτισμένα με τη φροντίδα.

Προσκολλήσεις στην παιδική ηλικία

Παρότι οι έρευνες έχουν δώσει έμφαση στις προσκολλήσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, υπάρχουν και κάποιες μελέτες οι οποίες έχουν εξετάσει τις επιπτώσεις της ανατροφής των παιδιών σε ιδρύματα και το είδος των προσκολλήσεων που αναπτύσσονται σε αυτές τις περιπτώσεις.

Οι Tizard και Hodges (1978) μελέτησαν παιδιά άγαμων μητέρων τα οποία είχαν εισαχθεί σε ιδρύματα πριν την ηλικία των τεσσάρων μηνών. Μονολότι τα ιδρύματα αυτά ήταν καλά οργανωμένα, το σύστημα ήταν σχεδιασμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα παιδιά να μην προσκολλώνται περισσότερο από ό,τι έπρεπε σε κάποιο από τα μέλη του προσωπικού.

Η μετακίνηση του προσωπικού σε αυτά τα ιδρύματα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ένα παιδί που παρέμενε σε ένα ίδρυμα για τέσσερα χρόνια, για παράδειγμα, ήταν δυνατόν να έχει έως και πενήντα άτομα που το φρόντιζαν όλο αυτό το διάστημα.

Έρευνα για τα είδη προσκόλλησης παιδιών σε ιδρύματα

Οι Tizard και Hodges παρακολούθησαν τα παιδιά και μελέτησαν την ανάπτυξη και την προσαρμογή τους μέχρι το όγδοο έτος της ζωής τους. Τα παιδιά εξετάστηκαν τρεις φορές: όταν ήταν βρέφη, όταν ήταν τεσσάρων και όταν ήταν οκτώ ετών. Ήταν χωρισμένα σε τέσσερις ομάδες.

Η πρώτη ομάδα περιλάμβανε παιδιά που είχαν παραμείνει στο ίδρυμα καθ' όλο το χρονικό διάστημα της μελέτης. Η δεύτερη ομάδα αποτελείτο από παιδιά που έμειναν αρχικά στο ίδρυμα και στη συνέχεια υιοθετήθηκαν.

Η τρίτη ομάδα ήταν παιδιά από τα ιδρύματα που είχαν επιστρέψει στις φυσικές τους μητέρες. Οι ερευνητές συμπεριέλαβαν μια τέταρτη ομάδα ελέγχου με παιδιά από ''φυσιολογικές'' οικογένειες με ανάλογο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Οι ομάδες γενικά ήταν παρόμοιες ως προς την ηλικία και την κοινωνικο-οικονομική τους κατάσταση, με τη διαφορά ότι οι γονείς των υιοθετημένων παιδιών ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία και ανήκαν κυρίως στη μεσαία τάξη συγκριτικά με τους γονείς των παιδιών από τις άλλες ομάδες.

Συμπεριφορές παιδιών υιοθετημένων και μη

Η παρατήρηση των παιδιών στην ηλικία των τεσσάρων ετών παρέσχε στις ερευνήτριες μια σειρά ενδείξεων από τις εμπειρίες των παιδιών στα ιδρύματα. Τα παιδιά που είχαν εισαχθεί σε ίδρυμα και στη συνέχεια είχαν υιοθετηθεί ήταν υπερβολικά φιλικά και δεν έκαναν καμία διάκριση απέναντι στους ξένους.

Τα παιδιά που εξακολουθούσαν να μένουν στα ιδρύματα αναζητούσαν πολύ την προσοχή των άλλων και, κυριολεκτικά γαντζώνονταν στους ενηλίκους.

Οι σχέσεις τους με τους συνομηλίκους ήταν διαταραγμένες, συχνά λογομαχούσαν και φιλονικούσαν με τα άλλα παιδιά. Παρά το γεγονός ότι κρέμονταν από τους ενηλίκους, τα παιδιά αυτά έδειξαν μόνον κάποιες επιφανειακές προσκολλήσεις με τα πρόσωπα που τα φρόντιζαν.

Από τα 26 παιδιά του δείγματος, δύο δεν έδειξαν καμία ιδαίτερη προτίμηση σε κάποιο από τα πρόσωπα που τα φρόντιζαν, ενώ πολλά από αυτά που εκδήλωναν κάποια προτίμηση δεν έδειξαν δυσφορία όταν το ξεχωριστό αυτό πρόσωπο έλειπε σε άδεια ή αποχωρούσε. Από τα 26 παιδιά, τα δυο δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για κανέναν.

Παιδιά που ζούσαν με τις φυσικές μητέρες τους μετά το ίδρυμα

Όταν οι Tizard και Hodges μελέτησαν τα ίδια παιδιά στην ηλικία των οκτώ ετών, διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που είχαν φύγει από το ίδρυμα και ζούσαν με τις φυσικές τους μητέρες είχαν αρκετές δυσκολίες.

Τα δυο τρίτα του δείγματος είχαν δεχθεί βοήθεια από κάποιον ειδικό για προβλήματα συμπεριφοράς, σε αντίθεση με το υπόλοιπο ένα τρίτο, με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου και με λιγότερο από το ένα δέκατο της ομάδας των υιοθετημένων παιδιών.

Τα παιδιά αυτά ήταν λιγότερο δεμένα με τις μητέρες τους, ενώ και οι μητέρες ανέφεραν ότι δεν έτρεφαν βαθιά συναισθήματα γι' αυτά.

Περίπου οι μισές από τις φυσικές μητέρες και περίπου ο μισός αριθμός των ανθρώπων που φρόντιζαν τα παιδιά στα ιδρύματα ανέφεραν ότι έπαιζαν με τα παιδιά στα ιδρύματα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Η διαφορά σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες ήταν μεγάλη: το 90% των γονέων που είχαν υιοθετήσει τα παιδιά και το 72% των γονέων που ανήκαν στην εργατική τάξη δήλωσαν ότι έπαιζαν με τα παιδιά τους κατά τη διάρκεια της εβδομάδας.

Προβλήματα συμπεριφοράς

Σύμφωνα με τους δασκάλους των παιδιών, όλα τα παιδιά είχαν φύγει από τα ιδρύματα, ακόμα και τα υιοθετημένα, παρουσίαζαν περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς από ό,τι εκείνα της ομάδας ελέγχου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δασκάλων, όμως, τα παιδιά που είχαν επιστρέψει στις φυσικές τους μητέρες έδειχναν τις πιο σοβαρές διαταραγμένες συμπεριφορές.

Ωστόσο, ήταν πιθανό οι δάσκαλοι να γνώριζαν τις προσωπικές ιστορίες των παιδιών και κατά συνέπεια, να επηρεάστηκαν εξαιτίας του φαινομένου της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Επιπτώσεις διαταραγμένων σχέσεων στην οικογένεια

Υπάρχουν επίσης μερικές ενδείξεις ότι οι διαταραγμένες σχέσεις στην οικογένεια κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας είναι δυνατόν να επηρεάσουν την αλληλεπίδραση των γονέων με τα παιδιά τους, και αυτό με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει τις προσκολλήσεις που αναπτύσσουν τα παιδιά.

Σε μια μελέτη των Frommer & O' Shea (1973) βρέθηκε ότι οι μητέρες που είχαν ανατραφεί σε οικογένειες στις οποίες επικρατούσε μεγάλη ένταση και διαταραγμένες σχέσεις ήταν συχνά βίαιες ή ασταθείς στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους. Ωστόσο, ο Rutter σε μια μελέτη του διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που είχαν ανατραφεί σε ιδρύματα, που παντρεύτηκαν σταθερούς συζύγους και είχαν ικανοποιητικούς γάμους, ήταν καλύτερες στο γονεϊκό τους ρόλο.

Θεωρείται απίθανο να υπάρχει μια απλή σχέση ανάμεσα στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας των γονέων και στον τρόπο που συμπεριφέρονται ως γονείς.

Αντίθετα, η γονεϊκή συμπεριφορά φαίνεται να εξαρτάται από έναν αριθμό διαφορετικών παραγόντων. Σύμφωνα με τον Rutter (1979), αυτοί είναι παράγοντες που σχετίζονται με το παρελθόν (όπως συζυγικές συγκρούσεις των γονέων με ταυτόχρονο αποχωρισμό γονέα-παιδιού, ή και απόρριψη), αλλά και παράγονες που σχετίζονται με τις εκάστοτε συνθήκες (όπως η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση του ατόμου). Τέλος, υπάρχουν και ψυχολογικοί παράγοντες που σχετίζονται με το ίδιο το άτομο.

Η δυσκολία μελέτης των πρώιμων εμπειριών

Όπως είναι φανερό, η μελέτη των πρώιμων εμπειριών ενός ατόμου συναντά διάφορες δυσκολίες. Ένα πρόβλημα είναι ότι τέτοιες μελέτες βασίζονται στις πληροφορίες που δίνουν οι άλλοι για τα παιδιά (π.χ. οι εκπαιδευτικοί ή το προσωπικό των ιδρυμάτων), με αποτέλεσμα οι πληροφορίες να επηρεάζονται και να διαστρεβλώνονται από τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες αυτών των ατόμων.

Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι η δυσκολία εκτίμησης της ποιοτικής φροντίδας σε μια οικογένεια, είτε πρόκειται για φυσικούς είτε για θετούς γονείς. Είναι, κατά συνέπεια, δύσκολο να προσδιορίσουμε το λόγο για τον οποίο οι εκάστοτε καταστάσεις είχαν τα συγκεκριμένα τελικά αποτελέσματα.

Μελέτες υιοθεσιών παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας

Η άποψη περί του μόνιμου χαρακτήρα των πρώιμων εμπειριών του ατόμου άσκησε μεγάλη επίδραση στη στρατηγική και την τακτική των υιοθεσιών. Είναι κοινή η πεποίθηση των φορέων που ασχολούνται με τις υιοθεσίες ότι τα παιδιά πρέπει να υιοθετούνται κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε χρόνων της ζωής τους προκειμένου να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις της πρώιμης αποστέρησης -μια άποψη που προκύπτει άμεσα από την έμφαση που έδωσαν ερευνητές όπως ο Bowlby στη σημασία των πρώιμων εμπειριών.

Ως εκ τούτου, οι υπεύθυνοι φορείς είναι γενικά απρόθυμοι να προτείνουν παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας για υιοθεσία, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση είναι πιθανό να αποβεί ανεπιτυχής καθώς θα είναι πολύ αργά για το παιδί να διαμορφώσει μια ειλικρινή σχέση προσκόλλησης με τους θετούς του γονείς.

Παρά την ισχυρή αυτή πεποίθηση, ορισμένοι άνθρωποι υιοθέτησαν παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, τα οποία και κατάφεραν να προσαρμοστoύν επιτυχώς στο καινούριο τους περιβάλλον.

Αυτό διαπιστώθηκε από τον Kadushin (1976), o οποίος μελέτησε 91 οικογένειες που είχαν υιοθετήσει παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών, και βρήκε ότι στην πλειοψηφία τους αυτές οι υιοθεσίες ήταν επιτυχημένες. Βασισμένος σε μετρήσεις γονεϊκής ικανοποίησης, όπως προέκυψαν από τα κείμενα των συνεντεύξεων με τους γονείς, βρήκε ότι ένα ποσοστό 82-87% των περιπτώσεων είχε ικανοποιητικά αποτελέσματα: τα παιδιά είχαν αναπτύξει στενές σχέσεις με τους θετούς γονείς τους και τα σημάδια της προηγούμενης εμπειρίας παραμέλησης ή κακοποίησης ήταν σχεδόν ανύπαρκτα.

Μόνο δύο από τις 91 περιπτώσεις υιοθεσίας είχαν αποτύχει και τα παιδιά εγκατέλειψαν το σπίτι των θετών γονέων τους. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις τα παιδιά και οι οικογένειές τους ήταν ακόμα μαζί όταν έγινε η μελέτη, έξι χρόνια μετά την αρχική τοποθέτηση των παιδιών σε αυτές τις οικογένειες. Ανάλογες επιδράσεις διαπιστώθηκαν και από άλλες μελέτες υιοθετημένων παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας.

Η θετική εξέλιξη υιοθεσιών και παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας

Σε μια από αυτές (Roe, 1945), εξετάστηκαν 36 νεαροί ενήλικοι οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε ανάδοχες οικογένειες μετά την ηλικία των πέντε ετών, εξαιτίας της συνεχούς παραμέλησης, της κακοποίησης και του χρόνιου αλκοολισμού των γονέων τους. Πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν οργανώσει τη ζωή τους με θετικό και επιτυχή τρόπο, είχαν διαμορφώσει στενές διαπροσωπικές σχέσεις και είχαν ευτυχισμένους γάμους.

Μάλιστα, δεν βρέθηκαν διαφορές ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά και στην ομάδα ελέγχου, που περιλάμβανε ενηλίκους από ''φυσιολογικές'' οικογένειες οι οποίοι κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας είχαν βιώσει το θάνατο ή τη σοβαρή ασθένεια ενός από τους γονείς.

Σε μια άλλη μελέτη, στην οποία τα ίδια άτομα επανεξετάσθηκαν είκοσι χρόνια αργότερα, βρέθηκε ότι τα 20 παιδιά του δείγματος, που είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους πολύ νωρίς και βρίσκονταν κάτω από ιδρυματική φροντίδα, δεν βίωναν καμία αρνητική επίπτωση κατά την επανεξέτασή τους (Maas,1963).

Η μη καθοριστικότητα της Θεωρίας προσκόλλησης του Bowlby

Τέτοιες μελέτες θέτουν υπό αμφισβήτηση την έμφαση που έδωσε ο Bowlby στη σημασία της προσκόλλησης κατά τα πέντε πρώτα έτη της ζωής.

Αντίθετα, αφήνουν να εννοηθεί ότι τα παιδιά είναι πιο ευπροσάρμοστα από ό,τι υποθέτουν οι θεωρίες, και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις νωρίς στη ζωή μπορεί να ξεπεραστούν με την προϋπόθεση ότι στη συνέχεια το περιβάλλον του παιδιού προσφέρει το κατάλληλο συναισθηματικό και κοινωνικό πλαίσιο για να συμβεί κάτι τέτοιο. 

Για μερικά παιδιά, ωστόσο, οι δυσμενείς συνθήκες είναι παρούσες καθ΄όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας αλλά και της νεαρής ενήλικης ζωής, με αποτέλεσμα τα άτομα αυτά να μην έχουν την ευκαιρία να ξεπεράσουν ό,τι τους έχει συμβεί.

Ο Kadushin (1976) πρότεινε μια εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να επιδείξουν ένα πολύ μεγαλύτερο εύρος συμπεριφορών από αυτό που υπέθεσαν οι αρχικές έρευνες.

Όταν τα παιδιά αυτά βρεθούν σε διαφορετικό περιβάλλον, αναδεικνύονται διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητάς τους και παραμερίζονται εκείνες που τίθενται σε λειτουργία σε μια αγχογόνο περίοδο.

Για παράδειγμα, το κοινωνικό πλαίσιο, που για τα περισσότερα υιοθετημένα παιδιά δίνει έμφαση στην κοινωνική αποδοχή και συμμετοχή, βρίσκσεται σε φανερή αντίθεση με το κοινωνικό πλαίσιο που βιώνει ένα παραμελημένο παιδί, το οποίο μπορεί να υφίσταται την κοινωνική απόρριψη εξαιτίας του οικογενειακού του ιστορικού.

Αυτοί οι παράγοντες συντελούν στην προώθηση μιας περισσότερο θετικής αυτοεικόνας στο παιδί και ενθαρρύνουν την ανάπτυξη νέων δεσμών και μιας θετικής κοινωνικής συνείδησης.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Εισαγωγή στην Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr