Το διαζύγιο είναι ένα βαθιά επώδυνο γεγονός, η θέση του οποίου στην κλίμακα των στρεσογόνων καταστάσεων κατατάσσεται αμέσως μετά την απώλεια, δηλαδή τον θάνατο κάποιου αγαπημένου προσώπου και οι επιπτώσεις του επηρεάζουν όλα τα μέλη αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον της οικογένειας.

Αιτίες διαζυγίου

Οι συνηθέστερες αιτίες διαζυγίων αφορούν σε: ανεκπλήρωτες συναισθηματικές ανάγκες στο πλαίσιο του γάμου, συγκρούσεις στους ρόλους των φύλλων και έλλειψη συμπληρωματικότητάς τους, συναισθηματική ανωριμότητα των συζύγων, βία ψυχολογική- σωματική- σεξουαλική, ασυμφωνία σε αξίες- στόχους- ανθρώπινες σχέσεις, απιστία- εξωσυζυγικές σχέσεις, ψυχοπαθολογία του ενός συζύγου, εξαρτήσεις (τζόγος- αλκοολισμός-τοξικομανία), οικονομικά προβλήματα, προσκόλληση του ενός ή και των δύο συζύγων σε γονεϊκά πρόσωπα, επιρροές και παρεμβάσεις συγγενικών ή φιλικών προσώπων.

Τις περισσότερες φορές ένα διαζύγιο, ανεξάρτητα από τους λόγους και τις αιτίες του, συνοδεύεται από συγκρούσεις κάθε διαβάθμισης, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα και επιβαρύνουν ψυχολογικά όλα τα μέλη της οικογένειας αλλά κυρίως τα παιδιά, ανεξάρτητα από το φύλλο και την ηλικία τους.

Οι Johnston, Campbell και Tall (1985) χρησιμοποίησαν δεδομένα για 80 διαζευγμένες οικογένειες με 100 παιδιά για να αναπτύξουν μια τυπολογία παραγόντων που συμβάλλουν στο αδιέξοδο των καταστάσεων του συγκρουσιακού διαζυγίου. Η πλειονότητα των γονέων σε αυτή τη μελέτη παρουσίασε χαρακτηριστικά παθολογίας χαρακτήρων, ορισμένοι δε  εμφανώς διαταραχές προσωπικότητας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κίνητρο για τη διαφωνία μεταξύ των συζύγων, προήλθε περισσότερο από τα διαρκή χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, όπως η ανάγκη να πολεμήσουν, παρά από τις συνθήκες του χωρισμού ή τις ανάγκες του παιδιού.

Τα παιδιά του Αρμαγεδώνα

Δυστυχώς, ένας σημαντικός αριθμός διαζευγμένων γονέων εγκλωβίζεται σε πικρές και μερικές φορές βίαιες διαφορές σχετικά με την επιμέλεια και τις ρυθμίσεις επικοινωνίας. Τα μεγαλύτερα θύματα, ωστόσο, ενός διαζυγίου και ιδιαίτερα ενός συγκρουσιακού διαζυγίου είναι τα παιδιά, τα οποία καλούνται να βιώσουν και να διαχειριστούν μια νέα και πολύ σκληρή πραγματικότητα.

Συχνά, η αντιδικία και ο θυμός μεταξύ των συζύγων εκδηλώνονται με προσπάθειες που κάνουν οι ίδιοι για να κερδίσουν συναισθηματικά τα παιδιά και να τα πάρουν με το μέρος τους. Ο Δρ Eric Hood του Ινστιτούτου Clarke στο Τορόντο επισημαίνει ότι οι καταστάσεις διαζυγίου υψηλής σύγκρουσης «είναι σαν ζώνες πολέμου».

Τα παιδιά πηγαινοέρχονται μεταξύ των γονέων τους φοβούμενα να εκφραστούν ελεύθερα και να πουν την αλήθεια.

Ξεκινά, δηλαδή, ένας αγώνας για το ποιος θα κερδίσει την περισσότερη αγάπη και εύνοια των παιδιών, τα οποία όμως εισέρχονται σε μια θέση που ό,τι κι αν διαλέξουν, όπου κι αν δείξουν την προτίμηση τους, ουσιαστικά χάνουν, εφόσον η ανάγκη για την αγάπη και τη φροντίδα και των δύο γονέων τους είναι αδείρητη.

Μελέτες για τα συγκρουσιακά διαζύγια

Μελέτες που σχετίζονται με αρνητικές επιπτώσεις των συγκρουσιακών καταστάσεων μετά το διαζύγιο στα παιδιά, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

Ο Jacobson (1978) εξέτασε παράγοντες που επηρέασαν την ψυχολογική προσαρμογή των παιδιών μετά το διαζύγιο και διαπίστωσε ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος που χάθηκε στην σχέση του παιδιού με τον πατέρα, τόσο μεγαλύτερη είναι η κακή προσαρμογή του σε τομείς όπως η επιθετικότητα και η μαθησιακή αναπηρία.

Οι Peterson και Zill (1986) ανέλυσαν δεδομένα από το National Surveys of Children στις Ηνωμένες Πολιτείες, συγκεντρώνοντας πληροφορίες για 2.301 παιδιά και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένα παιδί που ζει με έναν γονέα του αντίθετου φύλου ήταν ιδιαίτερα επιρρεπές σε προβληματική συμπεριφορά.

Οι Stolberg, Camplair, Currier and Wells (1987) εξέτασαν ατομικούς, οικογενειακούς και περιβαλλοντικούς καθοριστικούς παράγοντες για την προσαρμογή των παιδιών μετά το διαζύγιο. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα που αλλάζουν τη ζωή ενός παιδιού, όπως η μετακόμιση σε νέο σπίτι ή η αλλαγή σχολείων, είναι πολλοί σημαντικοί καθοριστικοί παράγοντες για την κακή προσαρμογή του παιδιού μετά το διαζύγιο.

Στους καθοριστικούς παράγοντες ακολουθεί η οικογενειακή εχθρότητα και η δυσκολία  προσαρμογής των γονέων.

Οι Kelly και Wallerstein (1977) ερεύνησαν 60 περιπτώσεις διαλυμένων οικογενειών και εξέτασαν τα πρότυπα επικοινωνίας των παιδιών με τον γονέα που δεν είχε την επιμέλεια τους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, η σπάνια επικοινωνία συσχετίστηκε με ένα καταστρεπτικό για την υγιή ψυχική τους ανάπτυξη πρότυπο.

Η Judith Wallerstein είναι ένας από τους σημαντικότερους εμπειρογνώμονες σχετικά με τις επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά. Συμμετείχε σε μια διαχρονική μελέτη 25 ετών, σχετικά με τις απαντήσεις των παιδιών και των εφήβων στον γονικό χωρισμό και το διαζύγιο. Βασίστηκε σε συνεντεύξεις με 130 παιδιά και με τους δύο γονείς τους.

Μετά από 25 χρόνια, τα άτομα που ήταν παιδιά όταν αντιμετώπιζαν  αυτές τις καταστάσεις, μίλησαν δυστυχώς για την χαμένη παιδική τους ηλικία, τη θλίψη, την αγωνία και τον θυμό τους.

Μίλησαν επίσης για την «κληρονομιά» που τους άφησε η γονεϊκή σύγκρουση που δεν ήταν άλλη από το αίσθημα της έλλειψης φροντίδας και προστασίας. Οι μισοί νέοι του δείγματος έκαναν ως έφηβοι σοβαρή κατάχρηση ναρκωτικών και αλκοόλ. Κατά δε την ενηλικίωση τους, φοβόντουσαν ότι οι δικές τους ενήλικες σχέσεις θα αποτύχουν, όπως ακριβώς και η σχέση των γονέων τους. Η Wallerstein κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά του συγκρουσιακού διαζυγίου υποφέρουν περισσότερο στην ενηλικίωση σε σχέση με τα παιδιά ενός ήπιου διαζυγίου.

Το σοβαρό ζήτημα της γονικής αποξένωσης

Η γονική αποξένωση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια διαδικασία με την οποία ένας γονέας επιδιώκει να κάνει το παιδί να απορρίψει, να φοβάται ή να αποφύγει την επαφή με τον άλλο γονέα  και να συμμετέχει σε μια εκστρατεία αδικαιολόγητης υποτίμησης του κάποτε αγαπημένου γονέα (Baker & Andre, 2008), (Gardner, 2002) (Darnall, 2011). Η γονική αποξένωση είναι ακούσια και διαφέρει σαφώς από την αποξένωση, η οποία οφείλεται σε λόγους παραμέλησης, ελλιπούς μέριμνας ή σωματικής κακοποίησης του παιδιού (Garber, 2011).

Πολλές επιστημονικές έρευνες επικεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στον προσδιορισμό της έννοιας «γονική αποξένωση» και στην διαμόρφωση ενός διαγνώσιμου συνδρόμου αυτής ή ανέπτυσσαν μοντέλα για την διερεύνηση των προεκτάσεων του φαινομένου όπως οι έρευνες των: (Bernet & Baker, 2013), (Drozd & Olesen, 2010), (Lowenstein, 2013), (Meier 2009, 2010), (Pepiton, Alvis, Allen, & Logid 2012), (Walker & Shapiro, 2010). 

Πολλές επιστημονικές έρευνες έχουν διεξαχθεί με στόχο την υποκειμενική εμπειρία της γονικής αποξένωσης και έχουν διερευνήσει κυρίως τις συμπεριφορές του αποξενωμένου γονέα  όπως οι έρευνες των:( Baker 2005 & 2006), (Ellis - Boyan, 2010), (Garber, 2011), (Kopetski 1998), (Rand, 1997).

Επίσης πολλές επιστημονικές έρευνες έχουν διεξαχθεί με στόχο την διερεύνηση της προοπτικής του αποξενωμένου παιδιού όπως οι έρευνες των: (Baker, 2005 - 2006), (Baker & Chambers 2011), (Ben-Ami & Baker 2012), (Godbout & Parent 2012), (Hands & Warshak 2011), (Johnston, 2003), (Kelly & Johnston, 2001).

Συλλογική δυσαρέσκεια για το σύστημα

Μια ενδιαφέρουσα και πολύ διαφωτιστική πρόσφατη έρευνα των Clare Poustie, Mandy Matthewson, Sian Balmer (2018) εστιάστηκε στη ζωντανή εμπειρία της γονικής αποξένωσης, διερεύνησε την προοπτική των στοχευμένων γονέων σε ένα μεγάλο διεθνές δείγμα και ανέλυσε θεματικά τα συλλογικά ευρήματα, προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα την προοπτική αυτής της υποερευνημένης κοινωνικής ομάδας.

Στα ευρήματά της, τα οποία σε πολλά σημεία συγκλίνουν με τα ευρήματα προηγούμενων ερευνών όπως των: (Baker, 2010), (Baker & Darnall, 2006, 2007) (Baker & Fine, 2014),  (Vassiliou & Cartwright, 2001) αναδεικνύεται μια συλλογική δυσαρέσκεια για το «Σύστημα», η οποία επεξηγείται μέσω ενός τεράστιου αριθμού παραπόνων των στοχευμένων- αποξενωμένων γονέων.

Πριν από τουλάχιστον 20 χρόνια, λόγω της ελάχιστης τότε έρευνας σχετικά με τη γονική αποξένωση, η οποία περιόριζε τον αριθμό των επαγγελματιών της νομικής και ψυχικής υγείας με σταθερή βάση γνώσεων και κατανόηση του φαινομένου, δικαιολογούνταν αυτά τα παράπονα των αποξενωμένων γονέων σχετικά με την αντιμετώπισή τους από το σύστημα (Vassiliou & Cartwright, 2001).

Τα ευρήματα όμως των Clare Poustie, Mandy Matthewson, Sian Balmer σε συνδυασμό με τις αφηγήσεις τις προηγούμενης βιβλιογραφίας, θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα των νομικών και ψυχικών υγειονομικών συστημάτων, στις τρέχουσες προσπάθειές τους να βοηθήσουν τους αποξενωμένους γονείς και κυρίως τα αποξενωμένα παιδιά.

Η έρευνα Clare Poustie, Mandy Matthewson, Sian Balmer έθεσε για πρώτη φορά μια στρατηγική παρέμβασης, στην οποία συμμετείχαν επαγγελματίες ψυχικής υγείας οι οποίοι ταυτοποιούν οικογένειες που βιώνουν γονική αποξένωση σε νομικούς επαγγελματίες, οι οποίοι θα μπορούσαν στη συνέχεια να καθορίσουν την απαραίτητη αλλαγή τρόπου επιμέλειας.

Γονική αποξένωση και διαγνωστικά εργαλεία

Μεγάλη φιλολογία έχει αναπτυχθεί σχετικά με την ένταξη ή μη της γονικής αποξένωσης και του συνδρόμου της γονικής αποξένωσης στο DSM και στο ICD 11 τα οποία είναι Διαγνωστικά και Στατιστικά Εγχειρίδια, το μεν πρώτο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (APA) το δε δεύτερο διεθνές, που προσφέρουν μια κοινή γλώσσα και τυποποιημένα κριτήρια, που χρησιμοποιούν οι πάροχοι ψυχικής υγείας για να ταξινομήσουν τις ψυχικές διαταραχές.

Για το συγκεκριμένο θέμα ο Wilfrid von Boch-Galhau (2018) αναφέρει: «Η επαγόμενη γονική αποξένωση είναι μια συγκεκριμένη μορφή ψυχολογικής κακοποίησης παιδιών, η οποία αναφέρεται στο DSM-5, το τρέχον Εγχειρίδιο Διαγνωστικής και Στατιστικής της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (APA), με τον διαγνωστικό κωδικό V 995.51 (παιδική ψυχολογική κακοποίηση). Η γονική αποξένωση μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνιες τραυματικές ψυχολογικές και σωματικές επιδράσεις στα  παιδιά.»

Η γονική αποξένωση ως μορφή ενδοοικογενειακής βίας

Η Δρ Jennifer Harman αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, τόσο σε σειρά άρθρων και συνεντεύξεων της, όσο και στη ομιλία της στο πλαίσιο της ημερίδας «Η προοπτική της κοινής ανατροφής παιδιών. Καταπολέμηση της γονικής αποξένωσης χάριν του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού» που έλαβε χώρα την 3η Μαρτίου 2019 στο Μουσείο Μπενάκη, διατυπώνει την ξεκάθαρη επιστημονική άποψη πώς η γονική αποξένωση είναι μια μορφή ενδοοικογενειακής βίας.

Το παιδί που επηρεάζεται από τη δυσφορία της γονικής σχέσης

Επί πλέον επισημαίνει πως  μπορεί ο όρος «γονική αποξένωση» να μην συμπεριλαμβάνεται ακόμα στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών DSM, ωστόσο, «το παιδί που επηρεάζεται από τη δυσφορία γονικής σχέσης (CAPRD)» είναι ένας όρος που έχει προστεθεί στην πιο πρόσφατη έκδοση του DSM, το DSM-V. Το CAPRD περιλαμβάνει συμπεριφορές γονικής αποξένωσης, όπως κακοποίηση παιδιού από γονέα και αρκετοί από τους συγγραφείς του εγχειριδίου έχουν συμβάλλει ώστε το CAPRD να συμπεριλάβει ολόκληρο το φάσμα συμπεριφορών και αποτελεσμάτων της γονικής αποξένωσης.

Οι Γουίλιαμ Μπερνέτ, Μαριάν Ζ Βάμπολντ, William E Narrow (2016) αναφέρουν: Μια νέα συνθήκη, «παιδί που επηρεάζεται από δυσφορία γονικής σχέσης» (CAPRD), εισήχθη στο DSM-5. Ένα σχεσιακό πρόβλημα, το CAPRD ορίζεται στο κεφάλαιο του DSM-5 στην ενότητα "Άλλες συνθήκες που μπορεί να είναι το επίκεντρο της κλινικής προσοχής."

Για να αναλυθούν οι κλινικές παρουσιάσεις της CAPRD, περιγράφονται λεπτομερέστερα τέσσερα κοινά σενάρια: τα παιδιά μπορεί να αντιδράσουν με δυσφορία απέναντι στον σύντροφο του γονέα, στη βία του συντρόφου του γονέα, στο άδικο διαζύγιο και στην άδικη υποτίμηση ενός γονέα από τον άλλο. Οι αντιδράσεις του παιδιού μπορεί να περιλαμβάνουν την εμφάνιση ή επιδείνωση ψυχολογικών συμπτωμάτων, εσωτερικής σύγκρουσης πίστης στην ακραία, γονική αποξένωση, που οδηγεί σε απώλεια σχέσης γονέα-παιδιού.

Σύστημα και γονική μέριμνα

Η γονική αποξένωση είναι ένα καταστροφικό πρόβλημα που πλήττει εκατομμύρια οικογένειες σε όλο τον κόσμο.

Δυστυχώς, όπως και η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας πριν από αρκετές δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τη γονική αποξένωση ως οικογενειακό ζήτημα και όχι ως πρόβλημα που επηρεάζει κοινότητες, σχολικά συστήματα, αστυνομικά και δικαστικά συστήματα, ψυχική υγεία και νομοθετικά όργανα.

Πολλές φορές φαίνεται πως το κοινωνικό και πολιτιστικό μας σύστημα τιμωρεί ή ακόμα και προωθεί τη γονική αποξένωση εις βάρος των παιδιών μας και αυτό οφείλεται στα διαμορφωμένα στερεότυπα για την γονική μέριμνα. Η αλλαγή αυτών των στερεότυπων είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία διότι η κοινή ανατροφή παιδιών είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο, για την αντιμετώπιση του προβλήματος καθώς και αυτό που ικανοποιεί καλύτερα τις ανάγκες και το συμφέρον του παιδιού.

Ο ερευνητικός αγώνας σε διεθνές επίπεδο συνεχίζεται, για ευρεία κατανόηση και συνεπώς την ευρεία αποτελεσματική παρέμβαση για τη γονική αποξένωση, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε ζήτημα που κινητοποιεί την επιστημονική κοινότητα.

Τα παιδιά της συνεπιμέλειας

Ένα θέμα που απασχολούσε ιδιαίτερα τους ειδικούς ως προς την ανατροφή, ήταν να διαπιστώσουν ποιο είναι τελικά το συμφέρον του παιδιού μετά από ένα διαζύγιο.

Ερωτήματα όπως, πόσο χρόνο πρέπει να περνά το παιδί με τον κάθε του γονιό μετά το χωρισμό, εάν η διανυκτέρευση του παιδιού στα δύο σπίτια είναι προς όφελος του παιδιού έναντι των παραδοσιακών απογευματινών επισκέψεων, αλλά και από ποια ηλικία θα πρέπει το παιδί να διανυκτερεύει και στα δύο σπίτια έθεσαν υπό αμφισβήτηση τα παραδοσιακά μοντέλα και έθεσαν τις βάσεις για το πολυσυζητημένο μοντέλο της κοινής φυσικής επιμέλειας, ένα πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο το παιδί περνάει με τον κάθε γονέα ισόποσο χρόνο. 

«Αν και παλιότερα, απορρίπτοταν εκ προοιμίου ως μία αποδιοργανωτική ιδιορρυθμία, η από συνεπιμέλεια των παιδιών συναντάται τελευταία όλο και συχνότερα στις διευθετήσεις των διαζυγίων. Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά που βρίσκονται υπό συνεπιμέλεια των γονεών τους έχουν λιγότερα συναισθηματικά προβλήματα και προβλήματα συμπεριφοράς, μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, καλύτερες σχέσεις με την οικογένεια και υψηλότερες επιδόσεις στο σχολείο, συγκριτικά με τα παιδιά που βρίσκονται σε αποκλειστική επιμέλεια του ενός γονιού». (Π.Ε Πετράκης ΕΚΠΑ 2013).

Επιτυχημένης ρύθμισης συνεπιμέλειας

Οι Steinman, Zemmelman και Knoblauch (1985), σε μια μελέτη 51 οικογενειών με συνεπιμέλεια, εντόπισαν μια λίστα παραγόντων που οδηγούν σε μια επιτυχημένη ρύθμιση. Αυτοί οι παράγοντες ήταν ο σεβασμός και η εκτίμηση του δεσμού μεταξύ των παιδιών και των πρώην συζύγων, ικανότητα αντικειμενικής κάλυψης των αναγκών του παιδιού μετά το διαζύγιο, η ικανότητα για ενσυναίσθηση των αισθημάτων του παιδιού και του συν-γονέα, η ικανότητα να μετατοπίζονται οι συναισθηματικές προσδοκίες από το ρόλο του συντρόφου στο ρόλο του συν-γονέα και η ικανότητα των πρώην συζύγων να δημιουργούν νέα όρια ρόλου και να δείχνουν υψηλή αυτοεκτίμηση και ευελιξία.

Ο Luepnitz (1986) συνέκρινε την προσαρμογή των παιδιών  43 οικογενειών μεταξύ των οποίων περιπτώσεις αποκλειστικής επιμέλειας από ένα γονέα  και περιπτώσεις συνεπιμέλειας. Όλα τα παιδιά με ρυθμίσεις συνεπιμέλειας είχαν τακτική επαφή και με τους δύο γονείς, ενώ τα μισά από τα παιδιά που βρίσκονται σε κατάσταση αποκλειστικής επιμέλειας δεν είχαν καμία επαφή μετον άλλο γονέα.

Η πλειοψηφία των παιδιών υπό συνεπιμέλεια ήταν ευχαριστημένα και άνετα με αυτές τις ρυθμίσεις. Επι πλέον οι οικογένειες με συνεπιμέλεια εμπλεκόντουσαν σε πολύ λιγότερες δικαστικές διαμάχες από τις οικογένειες με αποκλειστικές ρυθμίσεις επιμέλειας. Αν και δεν υποστηρίζει την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, ο συγγραφέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν λογικό να υποτεθεί ότι η συνεπιμέλεια ήταν ανώτερη από την αποκλειστική επιμέλεια.

Η συνεπιμέλεια μειώνει το γονεϊκό άγχος

Στην έρευνά του ο Bender (1994: 127) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ακόμη και όταν οι γονείς βρίσκονται σε υψηλή σύγκρουση, πρέπει να γίνεται προσπάθεια διαμεσολάβησης για συμφωνία συνεπιμέλειας. Ο Bender διατυπώνει την άποψη ότι οι λεπτομερείς συμφωνίες συνεπιμέλειας, τείνουν στην πραγματικότητα να μειώσουν το άγχος και ότι είναι πιθανό και οι δύο γονείς να επιδείξουν υψηλά επίπεδα συνεργασίας κατά τη σύνταξη λεπτομερών συμφωνιών ακόμα και σε καταστάσεις υψηλής σύγκρουσης.

Ναι, λοιπόν, στην ουσιαστική παρουσία και των δύο γονέων, ικανών για την ανατροφή του στην ζωή του παιδιού μετά από ένα διαζύγιο ή χωρισμό, γιατί αποτελεί την κορωνίδα των κυριαρχικών του δικαιωμάτων και είναι χρέος της κοινωνίας να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση, εξαιρώντας τις περιπτώσεις που ένας γονέας μπορεί αποδεδειγμένα να αποτελεί κίνδυνο για το παιδί του. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η επαφή και η καθημερινή επικοινωνία με τον γονέα που αποχωρεί όχι μόνο πρέπει να ενθαρρύνεται, αλλά και να τηρείται με ευλαβική συνέπεια.

Ναι στην βιωματική ανατροφή του παιδιού και από τους δύο γονείς διότι του προσφέρει την αναγκαία στήριξη για την υγιή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και καθιερώνει τα απαραίτητα για την διαμόρφωση της προσωπικότητάς του πρότυπα.

Ναι σε μια καλύτερη καλύτερη κοινωνία!

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ευγενία Παπαδοπούλου

papadopoulou evgeniaΨυχοθεραπεύτρια, κλινική υπνοθεραπεύτρια.
Πιστοποιημένη Σύμβουλος NLP & Ανθρώπινων Συστημάτων. Συντονίστρια ομάδων Οικογενειακής Συστημικής Αναπαράστασης