Η διαδικασία της Δικαστικής Συμπαράστασης ορίζει την διενέργεια Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση της κατάστασης του υποβαλλόμενου προσώπου. Μία πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαταχθεί είτε μέσω Τεχνικού Συμβούλου, είτε μέσω αίτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Κατόπιν βάση του άρθρου 1667 ΑΚ, θα εκδικαστεί κατά την εκούσια δικαιοδοσία.

Βασική προϋπόθεση εγκυρότητας νομικών διαδικασιών όπως η σύνταξη διαθήκης, διαχείριση εισοδήματος και συμβολαιογραφικών πράξεων είναι η ελεύθερη βούληση η κρίση. Με αυτούς τους όρους αναφερόμαστε στην επαρκή ικανότητα αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας και των ακέραιων πνευματικών λειτουργιών του ατόμου που θα τις τελέσει. Για το δικαίωμα δηλαδή δικαιοπραξίας απαιτείται η ικανότητα ελεύθερης διαμόρφωσης κρίσης και αποφάσεων. 

Η σωματική και πνευματική κατάσταση ενός ατόμου ενδέχεται να διαταραχθεί μόνιμα ή προσωρινά ή να αναιρεί ολικά ή μερικά την πραγματική του δυνατότητα να μεριμνά για τις υποθέσεις του. Επιπρόσθετα μέσω της διατάραξης των λειτουργιών μπορεί να θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του ή/και τους οικείους του. Για τη σχετική κρίση λαμβάνεται υπόψη η όλη προσωπικότητα του πάσχοντος, καθώς και η φύση και το είδος των υποθέσεων. Έτσι μεταξύ «διαταραχής» και «αδυναμίας» πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.

Ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Περιορισμένη ικανότητα δικαιοπραξίας έχουν όσοι βρίσκονται σε μερική στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση.

Τα αίτια που μπορεί να δημιουργούν ακυρότητα μίας δικαιοπραξίας είναι:

  • οργανικές,
  • ψυχικές,
  • νευρολογικές ή νευροεκφυλιστικές διαταραχές όπως ανοϊκά σύνδρομα και
  • ψυχωτικές παθήσεις που επηρεάζουν την εκδήλωση βούλησης (ικανότητα καταλογισμού).

Μία πραγματογνωμοσύνη πρέπει να είναι λεπτομερής, πλήρης, αποδεικτική και αντικειμενική. Ο πραγματογνώμονας θα εξετάσει μέσω ψυχομετρικών δοκιμασιών το άτομο που έχει προταθεί να μπει υπό δικαστική συμπαράσταση. Οι δοκιμασίες περιλαμβάνουν τεστ νοημοσύνης, προσωπικότητας, χρήση ερωτηματολογίων και αξιολόγηση νοητικής κατάστασης.

Ενδεικτικά αναφέρονται το MMPI-2, WAIS-IV, MMSE, MoCA, FRSSD, GDS, NPI, IADL. Για κάθε ερώτημα που απαιτείται απάντηση γίνεται λεπτομερής εξέταση και δομημένη συνέντευξη μέσω ειδικά σταθμισμένων ψυχομετρικών δοκιμασιών. Σε μία δικαστική υπόθεση εκτιμάται το επίπεδο καταλογισμού (πλήρης, μερικός, ανύπαρκτος), η νοητική λειτουργία, η ικανότητα ελέγχου του εαυτού (αυτορρύθμιση) και η ψυχική κατάσταση.

Η εξέταση θα πρέπει πάντα να συνοδεύεται από την εργαστηριακές εξετάσεις και να λαμβάνεται υπόψη η φαρμακευτική αγωγή που ακολουθείται.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αναστασία Τέσσα Χριστοδούλου

tessa xristodoulouΚλινική και Δικαστική Ψυχολόγος - Νευροψυχολόγος.
Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεύτρια.
Διδάκτωρ Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας στην Ιατρική.