Το κύριο συμπεριφοριστικό μοντέλο ανάπτυξης και διατήρησης του άγχους διατυπώθηκε από τον Mowrer (1947). Το μοντέλο των δύο σταδίων του Mowrer υποστηρίζει ότι ο φόβος για ένα συγκεκριμένο ερέθισμα αποκτάται μέσω της κλασικής εξαρτημένης μάθησης και διατηρείται μέσω της συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης.

Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή

Μια φοβική αντίδραση, η οποία προκλήθηκε με κλασική εξαρτημένη μάθηση, θα διατηρηθεί με την αποφυγή της δυσφορίας που συνδέεται με ένα εξαρτημένο αποστροφικό ερέθισμα.

Τα αισθήματα της ανακούφισης που γεννιούνται διαμορφώνουν μια διεργασία συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης η οποία ενισχύει την αποφυγή του φοβικού αντικειμένου. Η αποφυγή εμποδίζει επίσης τη διαδικασία της απόσβεσης, αφού το άτομο δεν βιώνει την κατάσταση που φοβάται χωρίς τις αρνητικές της συνέπειες.

Μονολότι το μοντέλο περιγράφει ικανοποιητικά την απόκτηση και διατήρηση των συγκεκριμένων φόβων, δεν μπορεί να εξηγήσει εύκολα το διάχυτο άγχος που συνδέεται με τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Για την περιγραφή του φαινομένου αυτού χρειάστηκε να αναπτυχθούν περισσότερο γνωσιακά μοντέλα.

Σύμφωνα με τον Beck (1997), οι άνθρωποι που βιώνουν υψηλά επίπεδα γενικευμένου άγχους ερμηνεύουν στην αρχή έναν μικρό αριθμό καταστάσεων ως επικίνδυνες και απειλητικές. Με την πάροδο του χρόνου επεκτείνουν αυτές τις ερμηνείες σε όλο και πιο πολλές καταστάσεις, αναπτύσσοντας έτσι σταδιακά περισσότερο γενικευμένο άγχος.

Γνωστικά σχήματα γενικευμένης αγχώδους διαταραχής

Ο Beck προσδιόρισε ορισμένα γνωσιακά σχήματα τα οποία βρίσκονται στη βάση αυτής της διαταραχής, μεταξύ των οποίων και σχήματα του τύπου: «Μια κατάσταση ή ένας άνθρωπος θεωρούνται μη ασφαλή μέχρι αποδείξεως του εναντίου» και «Είναι καλύτερα να υποθέτουμε πάντα το χειρότερο».

Το αποτέλεσμα τέτοιου είδους γνωσιών είναι το άτομο να βρίσκεται συνεχώς σε επαγρύπνηση για το ενδεχόμενο κινδύνου και απειλής, και να αντιδρά με άγχος. Η διεργασία μπορεί να λειτουργεί και αντίστροφα.

Ο Beck επισήμανε έναν τρόπο σκέψης που αποκαλεί συναισθηματική συλλογιστική, σύμφωνα με την οποία, αν το άτομο νιώσει άγχος σε κάποιες καταστάσεις, θα καταλήξει να έχει γνωσίες που υποστηρίζουν το άγχος αυτό: «Αν νιώθω άγχος, σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος λόγος». Έτσι το άτομο βρίσκεται στη μέση ενός κύκλου με αρνητικά συναισθήματα που οδηγούν σε αρνητικές γνωσίες, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε αρνητικά συναισθήματα, και ούτω καθεξής.

Σύμφωνα με τον Beck, η προέλευση αυτών των γνωσιακών μεροληψιών εντοπίζεται στην παιδική ηλικία. Οι εν λόγω μεροληψίες ενεργοποιούνται στην ενήλικη ζωή από καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες στις οποίες το άτομο είχε αισθανθεί να απειλείται ως παιδί, και στη συνέχεια γενικεύονται σε ένα ευρύτερο σύνολο ερεθισμάτων ή καταστάσεων.

Υπερβολική ανησυχία

Ένα εναλλακτικό γνωσιακό μοντέλο για τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (1995) ανέπτυξε ο Wells. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, το βασικό χαρακτηριστικό της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής είναι η υπερβολική ανησυχία. Ο Wells προσδιόρισε δύο είδη ανησυχίας που βιώνουν τα άτομα με αυτή τη διαταραχή:

Ο πρώτος τύπος αφορά τις τυπικές ανησυχίες που έχουμε όλοι, αλλά μεγεθυσμένες. Πρόκειται για ανησυχίες που σχετίζονται με την εργασία, με κοινωνικά ζητήματα και με θέματα υγείας.

Ο δεύτερος τύπος ανησυχίας ή «μετα-ανησυχία» αφορά την αρνητική εκτίμηση του ατόμου για τις ίδιες του τις ανησυχίες. Για παράδειγμα: «Άμα αρχίσω να ανησυχώ, θα τρελαθώ...», «Φοβάμαι ότι οι ανησυχίες μου αρχίζουν να με καταβάλλουν...»

Ο πρώτος τύπος είναι σχετικά συνήθης στον γενικό πληθυσμό ενώ ο δεύτερος είναι πιο συχνός στους ανθρώπους με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Γι' αυτό και ο Wells (1995) υποστήριξε ότι τα άτομα με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή προσδιορίζονται από τα υψηλά επίπεδα του δεύτερου τύπου ανησυχίας.

Οφέλη μέσω της υπερβολικής ανησυχίας

Η κλινική εικόνα πάντως είναι πιο σύνθετη, καθώς, εκτός από αρνητικές, τα άτομα έχουν και θετικές πεποιθήσεις του τύπου: «Η ανησυχία με βοηθά να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου...».

Το αποτέλεσμα είναι ότι έτσι τους δίνεται το κίνητρο να συνεχίσουν να ανησυχούν, παρά τη δυσφορία που νιώθουν κάνοντάς το. Κατ' αυτό τον τρόπο η ανησυχία λειτουργεί τόσο ως αίτιο του στρες όσο και ως μέσο για την αντιμετώπισή του. Εξετάζοντας την κατάσταση υπό αυτό το πρίσμα, φαίνεται ότι τα άτομα με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή συχνά προσπαθούν να αποφύγουν την ανάγκη να ανησυχήσουν σε μια καινοφανή περίσταση, παρόλο που κάτι τέτοιο τους είναι δύσκολο λόγω του μεγάλου εύρους των ερεθισμάτων που μπορούν να πυροδοτήσουν την ανησυχία τους.

Στρατηγικές αντιμετώπισης για τη μείωση ανησυχίας

Άλλες στρατηγικές αντιμετώπισης που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη μείωση της ανησυχίας, μόλις αυτή εμφανιστεί, είναι η αναζήτηση καθησυχασμού, η απόσπαση της προσοχής και οι προσπάθειες ελέγχου των σκέψεων. Κατά ειρωνικό τρόπο όμως, η τελευταία στρατηγική μπορεί στην πραγματικότητα να αυξήσει την ανησυχία του ατόμου.

Οι Dugas, Marchand & Ladouceur (2005), εξετάζοντας τον συνδυασμό αυτών των διεργασιών, υποστήριξαν ότι τα βασικά στοιχεία της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής είναι η μη ανοχή της αβεβαιότητας, οι θετικές πεποιθήσεις αναφορικά με την ανησυχία, ο ελλιπής προσανατολισμός στο πρόβλημα και η γνωσιακή αποφυγή.

Μελέτη περίπτωσης γενικευμένης αγχώδους διαταραχής

Τα λόγια της Κλαίρης σκιαγραφούν με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την ανησυχία και μετα-ανησυχία που βιώνει ένα άτομο με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή:

Είναι οικογενειακό αστείο, αλλά είναι πραγματικότητα... φύγαμε μια μέρα από το σπίτι για να πάμε για ψώνια στην πόλη - ταξίδι διάρκειας μιάμισης ώρας... αλλά από τη στιγμή που μπήκαμε στο αυτοκίνητο ανησυχούσα για το πού θα βρούμε να παρακάρουμε, αν θα έχει κίνηση εκεί κ.ο.κ. Είχα αυτές τις ανησυχίες σε όλο το ταξίδι και τρέλανα την οικογένειά μου. Ακούγεται αστείο, αλλά είναι αλήθεια!

Ανησυχώ για όλα και για τίποτα.

Ανησυχώ όταν τα παιδιά γυρνούν αργά το βράδυ. Ξέρουν ότι ανησυχώ γι' αυτό και προσπαθούν να είναι πίσω στην ώρα τους. Τους έχω δώσει ένα κινητό για να μπορούν να μου τηλεφωνούν αν αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα ή αν πρόκειται να αργήσουν... και μου τηλεφωνούν γιατί ξέρουν ότι διαφορετικά δε θα είμαι καλά.

Ανησυχώ για το φαγητό - δε θα φάω κάτι πρόχειρο από μια καντίνα, ακόμη και αν ο άνδρας μου με διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και δε θ' αρρωστήσουμε. Είμαι σίγουρη ότι ανησυχώ για οτιδήποτε μπορείς να σκεφτείς. Όλο αυτό με καταβάλλει... πιστεύω ότι θα πεθάνω πριν την ώρα μου λόγω της ανησυχίας... Δεν μπορώ όμως να πάψω να ανησυχώ.

Ο σύζυγός μου λέει: «Ασχολήσου με άλλα πράγματα και προσπάθησε να μην ανησυχείς». Δεν μπορώ όμως. Το απόγευμα κάθομαι και πλέκω ή βλέπω τηλεόραση και προσπαθώ να μην ανησυχώ.

Αλλά μόλις μου μπει κάτι στο μυαλό, είναι πραγματικά δύσκολο να σταματήσω να το σκέφτομαι, όσο κι αν προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου.

Ανησυχώ για την υγεία μου, με το παραμικρό πηγαίνω στον γιατρό. Ξέρω ότι θ' αρχίσω να ανησυχώ για διάφορα πράγματα μόλις σταματήσουμε να μιλάμε. Κάποιες φορές πραγματικά νιώθω πως θα τρελαθώ. Αυτό με ρίχνει, γιατί δεν μπορώ ποτέ να ηρεμήσω και να κάνω τη δουλειά μου όπως οι περισσότεροι άνθρωποι.

Μεταξύ μας όμως, πιστεύω ότι κάποιοι άνθρωποι δεν ανησυχούν σχεδόν καθόλου... περνούν όλη τη ζωή τους χωρίς καμιά έγνοια... ούτε αυτό μπορεί  να είναι σωστό...

Αυτό που ακούγεται ακόμη πιο τρελό είναι ότι ανησυχώ για το ότι δεν ανησυχώ.

Τι θα γίνει αν σταματήσω ν' ανησυχώ και αρχίσουν να συμβαίνουν άσχημα πράγματα; Το ξέρω ότι λογικά δε θα συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν συνέβαινε κάτι στα παιδιά ενώ εγώ ασχολούμαι με άλλα πράγματα και δε σκέφτομαι για την ασφάλειά τους. Τι άνθρωπος θα ημουν- να μην ανησυχώ για τα παιδιά μου όταν αυτά κινδυνεύουν;

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr