Ας αναφερθούμε στις στρατηγικές εκείνες χάρη στις οποίες, σύμφωνα με το Γάλλο γιατρό Gustav Le Bon και αυτοδίδακτο θεράποντα της συλλογικής συμπεριφοράς, οι ηγέτες χειραγωγούν τις μάζες και οι αρχηγοί καθοδηγούν τα πλήθη.

Αυτό προκάλεσε τους περισσότερους μύδρους ενάντια στο έργο του Gustav Le Bon: στις πείφημες «συνταγές» που επέτρεψαν σε γνωστούς δικτάτορες να εδραιώσουν την εξουσία τους και να ολοκληρώσουν το καταστροφικό τους έργο.

Δεν πρέπει εντούτοις να υποτιμούμε τις «συνταγές» αυτές. Πρόκειται για πραγματικές στρατηγικές, οι οποίες αναφέρονται σε αληθινούς κοινωνιοψυχολογικούς μηχανισμούς.

Όσο επιφυλακτικοί κι αν είμαστε απέναντι στη λανθάνουσα ιδεοληψία του Le Bon, στη θεωρητική ανεπάρκεια του έργου του και στη μεθοδολογική του αυθαιρεσία, ένα πράγμα δεν μπορούμε να του αμφισβητήσουμε: την αυθυπαρξία τόσο των φαινομένων που πρώτος προσπάθησε να μελετήσει όσο και των μηχανισμών που είχε την ευαισθησία να εντοπίσει.

Η επιρροή και επιβολή του ηγέτη

Πράγματι ένας «λαοπρόβλητος» και «χαρισματικός» ηγέτης με μεγάλο προσωπικό κύρος και «απαστράπτουσα» προσωπικότητα μπορεί να έχει την «ικανότητα» να επιβάλλεται στα πλήθη και να συναρπάζει τις μάζες. Η ικανότητα αυτή είναι εν μέρει έμφυτη, παράλληλα όμως απαιτεί και από τον ηγέτη να καταβάλει σημαντική προσπάθεια προκειμένου να διατηρήσει και να βελτιώσει την επιβολή του αυτή.

Αν δηλαδή ο ηγέτης δεν χρησιμοποιήσει ορισμένες κατάλληλες τενικές συλλογικής υποβολής ή προπαγάνδας, η επιρροή του θα ακολουθήσει φθίνουσα πορεία και το «άστρο» του θα κάνει λιγότερο χρόνο να δύσει από όσο έκανε για να ανατείλει...

Αν για παράδειγμα, ο συγκεκριμένος ηγέτης προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τη δύναμη ή τη βία για να επιβάλει τις απόψεις του στο πλήθος, αν ακόμη καταφύγει στη λογική προσπαθώντας να το πείσει πως έχει δίκιο σε αυτά που λέει, τότε, χωρίς καμιά αμφιβολία θα χάσει το παιχνίδι.

Ο μόνος δρόμος που μπορεί να ακολουθήσει ένας ηγέτης ο οποίος επιδιώκει να χειραγωγήσει τις μάζες είναι, επιμένει ο Le Bon, Ο δρόμος της σαγήνης και της γοητείας:

«Ο πραγματικός χειριστής των ανθρώπων ξεκινά πρώτα γοητεύοντας, και το γοητευμένο ον, πλήθος ή γυναίκα, δεν έχει πλέον παρά τη γνώμη, του γητευτή, και μια βούληση, τη δική του»

«Η σαγήνη», μας λέει με τη σειρά του ο Moscovici στο βιβλίο το οποίο αφιέρωσε στην ανάλυση της ψυχολογίας των μαζών, «μεταφέρει το πλήθος από έναν κόσμο λογικής σε έναν κόσμο φαντασίας, όπου η παντοδυναμία των ιδεών και των λόγων ξυπνά διαδοχικές αναμνήσεις, εμπνέει δυνατά συναισθήματα».

Πώς μπορεί όμως ο ηγέτης να σαγηνεύσει, να γοητεύσει τα πλήθη και, πιο συγκεκριμένα:

  • Πώς μπορεί να συνενώσει τα άτομα μεταξύ τους και να τα μετατρέψει σε πλήθος;
  • Πώς μπορεί να οδηγήσει το πλήθος αυτό σε μια συγκεκριμένη δράση;

Χρησιμοποιώντας, υποστηρίζει ο Le Bon, τρεις προπαγανδιστικές στρατηγικές: την παράσταση (που χειρίζεται το χώρο), την τελετουργία (που χειρίζεται τον χρόνο) και την πειθώ (που χειρίζεται την ομιλία).

Η προπαγανδιστική στρατηγική της παράστασης

Μια από τις πρώτες ανάγκες ενός πλήθους είναι ο χώρος: του χρειάζεται για να συγκληθεί κατ' αρχάς, για να κινηθεί και να δράσει στη συνέχεια.

Χώροι τέτοιοι που θα επέτρεπαν στις μάζες και στα πλήθη να συγκεντρωθούν, ώστε να ασκηθεί πάνω τους η επιβολή του ηγέτη τους, υπήρχαν ανέκαθεν στις πόλεις και στα διάφορα αστικά κέντρα, από την αρχαιότητα έως σήμερα: η αρχαία αγορά, για παράδειγμα, οι πλατείες, οι αρένες, οι καθεδρικοί ναοί στα κράτη της Δύσης, οι εκκλησίες στον ελλαδικό και βυζαντινό χώρο, όπως και αλλού τα τεμένη και οι συναγωγές.

Στους χώρους αυτούς μπορεί- και πρέπει...- να στηθεί ολόκληρη παράσταση, όπου οι μάζες έχουν την ευκαιρία να ξεφύγουν από την καθημερινότητά τους και να αναβιώσουν το παρελθόν, να μοιραστούν τις πεποιθήσεις τους και να αυθυποβληθούν από την ίδια τη δύναμη του όγκου τους.

Φυσικά, οι χώροι των μαζικών συγκεντρώσεων διαφέρουν ανάλογα με το είδος του πλήθους που ψάχνει να βρει σε ποια «σκηνή» θα παρουσιάσει τη δράση του. Όπως ορθά παρατηρεί ο Moscovici, εκκλησίες, καθεδρικοί ναοί, ανάκτορα και θέατρα αρμόζουν περισσότερο, για παράδειγμα σε εσωστρεφείς μάζες, ενώ πλατείες και στάδια ταιριάζουν περισσότερο σε εξωστρεφείς μάζες, γυρισμένες προς τα έξω.

Η ετοιμότητα του πλήθους να γοητευτεί από την ηγέτη

Ανεξαρτήτως ωστόσο του χώρου, αυτό το οποίο συμβαίνει κάθε φορά που ένας μαγάλος αριθμός ατόμων συγκεντρώνεται κάπου, για να συμμετάσχει - αυθόρμητα ή μη- σε μια παράσταση η οποία θα συντελέσει στη συγχώνευσή τους σε ένα πλήθος, είναι ότι οι πολλοί, στριγμωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, αναμένουν μέσα στην ανωνυμία τους τον ένα, αυτόν που θα παίξει το ρόλο του ηγέτη και θα τους οδηγήσει, πραγματικά ή συμβολικά, εκεί όπου όλοι τους επιθυμούν να πάνε.

Αυτό που συμβαίνει δηλαδή είναι ότι, προτού καν εμφανιστεί ο αρχηγός, είναι όλοι τους έτοιμοι να υποκύψουν στη γοητεία του και να δεχθούν την επιρροή του.

Δε χρειάζεται να πάμε μακριά. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το κλίμα που επικρατεί ακόμη -παρ' όλες τις περί του αντιθέτου υπερκομματικές διαβεβαιώσεις- στις διάφορες προεκλογικές συγκεντρώσεις...

Ακόμη και αν τα πλήθη μεταφέρονται με κομματικά λεωφορεία από την άλλη άκρη της Ελλάδας, ακόμη και αν τα τελευταία χρόνια η πολιτική ζωή του τόπου στερείται κάποιου «χαρισματικού» ηγέτη ικανού να συνεπάρει τα πλήθη με ένα κούνημα του χεριού του, ακόμη και τώρα, σε μια περίοδο κατά την οποία δίνεται έμφαση στη «διαχειριστική» δεινότητα των πολιτικών αρχηγών και όχι στη «χαρισματική» προσωπικότητά τους, ο παλμός που αποκτά μια τέτοια συγκέντρωση, λίγο πριν βγει στο «μπαλκόνι» ο αρχηγός, είναι δυσανάλογα έντονος σε σχέση με τις αμβλυμένες προσδοκίες των, κατά τα άλλα, μάλλον απογοητευμένων Ελλήνων ψηφοφόρων.

Η τελετουργία

Από τη στιγμή που έχει στηθεί το σκηνικό και έχει ξεκινήσει η «παράσταση», παρεμβαίνει καθοριστικά η τελετουργία αυτή καθαυτή, «μετατρέποντας», όπως παρατηρεί ο Moscovici «τη συγκέντρωση σε ''υπνωτική λειτουργία'' κατά την οποία ο αρχηγός χρησιμοποιεί όλο του το κύρος».

Στην πραγματικότητα, η τελετουργία έχει στόχο να εξυμνήσει την -τόσο αναμενόμενη...- συνάντηση του ηγέτη με το πλήθος. 

Επιπλέον:

1. Απαιτεί την άμεση συμμετοχή όλων των παρευρισκόμενων ως έμπρακτη εκδήλωση αγάπης και προσήλωσης του πλήθους στον ηγέτη.

Τα «σημαιάκια» (πλαστικά ή μη) οι καραμούζες, τα τραγούδια και τα συνθήματα, όσο και αν θίγουν «ατομική» νοημοσύνη των πολιτών, δεν παύουν να ενισχύουν, για παράδειγμα, την κομματική υπερηφάνεια των οπαδών και να τους κάνουν να πιστεύουν πως είναι πλέον απλό θέμα χρόνου η θριαμβευτική υλοποίηση των κομματικών προσδοκιών τους!

2. Εδραιώνει τη συγχώνευση των ατόμων μέσα στο πλήθος.

3. Προετοιμάζει γενικά το έδαφος ώστε να δεχθούν, πλήρως πλέον και απόλυτα, τη νέα συλλογική τους ταυτότητα.

Η πειθώ

 Φθάνουμε κατ' αυτό τον τρόπο στην κατ' εξοχήν πιο προπαγανδιστική στρατηγική της ψυχολογίας των μαζών, την πειθώ.

Πράγματι, σύμφωνα με τον Le Bon, από τη στιγμή που ο ηγέτης έχει εμφανιστεί στο θέατρο των εξελίξεων, από τη στιγμή ακόμη που η μάζα ή το πλήθος έχει βυθιστεί σε μια κατάσταση συλλογικής ύπνωσης, όλοι εστιάζουν την προσοχή τους αποκλειστικά και μόνο πάνω στον ηγέτη.

Για το πλήθος, για τη μάζα, για τα άτομα δηλαδή που έχουν γίνει ένα κάτω από την επήρεια και την επιβολή του ηγέτη, δεν υπάρχει, δεν ζει και δεν αναπνέει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτός. Επιπλέον, κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, η γοητεία του ηγέτη περνά πλέον κατά κύριο λόγο μέσα από την ομιλία, η οποία, σύμφωνα πάντοτε με τον Le Bon, αποτελεί και τον κύριο φορέα της.

Το ερώτημα που τίθεται βέβαια εδώ αφορά τις αλλαγές που υφίσταται η συνηθισμένη ομιλία ώστε να γίνει ικανή να σαγηνεύσει τα πλήθη.

Η απάντηση που δίνει η ψυχολογία των μαζών είναι απλή: η βασική αλλοίωση επέρχεται από το κύρος εκείνου που εκφέρει το λόγο, η δε αποτελεσματικότητα των λέξεων εξαρτάται άμεσα από τις ζωντανές, δυναμικές και απλοϊκές εικόνες που αναβιώνουν χάρη στην αρχηγική ομιλία.

Η πειθώ όμως, σύμφωνα με τον Le Bon, βασίζεται σε δύο κυρίως παράγοντες: στη δήλωση και στην επανάληψη.

Ο δογματισμός του ηγέτη

Η πρώτη απαραίτητη συνθήκη της πειθούς δηλαδή είναι η σαφής και αναμφισβήτητη δήλωση μιας κυρίαρχης άποψης ή ιδέας, η οποία υποστηρίζεται με μονόπλευρο, άκαμπτο και δογματικό τρόπο.

Το περιεχόμενο αυτό καθαυτό της δήλωσης ελάχιστα ενδιαφέρει, υποστηρίζει ο Γάλλος διανοητής. Αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλά ο ηγέτης.

Και ο τρόπος αυτός πρέπει πάνω απ' όλα να είναι δηλωτικός. Η δήλωση, με άλλα λόγια, σηματοδοτεί την υποστήριξη μιας σαφούς άποψης και παράλληλα την άρνηση κάθε διαλόγου, ο οποίος, αν ήταν εφικτός, θα είχε ολέθρια αποτέλεσματα στην πειστική ικανότητα του ηγέτη: δεν πρέπει να ξεχνάμε πράγματι αυτό που είδαμε προηγουμένως, ότι δηλαδή τα πλήθη είναι ιδιαίτερα δεκτικά στις δογματικές ιδέες ή πεποιθήσεις και, κατ' επέκταση, στο δογματικό τρόπο εκφοράς του ηγετικού λόγου.

Η επανάληψη ως μέσο πειθούς

Η δεύτερη απαραίτητη συνθήκη της πειθούς είναι η επανάληψη, η οποία παρουσιάζει το αδιαφιλονίκητο πλεονέκτημα να μετατρέπει τις ιδέες του ηγέτη σε πεποιθήσεις του πλήθους και σε δοξασίες.

Αυτό επιτυγχάνεται:

1. Κατ' αρχάς, επειδή αποτελεί εμπόδιο, «ανάχωμα» στις αντίθετες απόψεις.

2. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή μέσα από τη συνεχή επανάληψη τα συνθήματα αποσπώνται από τον ηγέτη, αποκτούν δική τους υπόσταση, διανύουν τη δική τους αυτόνομη πορεία και γίνονται ένα με τη σκέψη του πλήθους.

3. Τέλος, επειδή δίνει την ψευδαίσθηση της συνοχής και συνεκτικότητας στη σκέψη του ηγέτη -και, κατ' επέκταση, του ίδιου του πλήθους. Κυρίως όμως επειδή δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας συνεκτικής μαζικής σκέψης μέσα στο χρόνο: επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια, ο ηγετικός λόγος ευνοεί πράγματι τη συνειρμική σύνδεση δηλώσεων και ιδεών ουσιαστικά ασύνδετων μεταξύ τους, με τέτοιο τρόπο που να δημιουργείται μια επίφαση συνεκτικότητας και λογικής αλληλουχίας, η οποία με τη σειρά της καταλήγει σε ένα ψευδεπίγραφο σύστημα (ηγετικής και μαζικής) σκέψης...

Νοητική επιδημία

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε επίσης ότι, συμπερασματικά, ο συνδυασμός των δηλώσεων και της επανάληψης εκ μέρους ενός ηγέτη δημιουργεί το λεγόμενο επιδημικό φαινομένο ή νοητική επιδημία. Ακούγοντας να επαναλαμβάνονται συνεχώς οι ίδιες ιδέες, κάποια στιγμή άθελά του το πλήθος τις ενστερνίζεται και τις κάνει δικές του, χωρίς να αντιλαμβάνεται καν ποια ήταν η αρχική τους προέλευση.

Αυτό σύμφωνα με τον Le Bon, «αποτελεί ένα φυσιολογικό φαινόμενο το οποίο έχει ως συνέπεια όχι μόνο τη μίμηση ορισμένων πράξεων, αλλά την ασυνείδητη αποδοχή συναισθημάτων και πεποιθήσεων», οδηγώντας έτσι απευθείας στη συλλογική ύπνωση και στην υποβολή, που αποτελούν, όπως γνωρίζουμε πλέον, το προπαγανδιστικό εργαλείο που μόνο ένας χαρισματικός ηγέτης μπορεί να χρησιμοποιήσει για να χειραγωγήσει και να καθυποτάξει τα πλήθη.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από τον β' τόμο του βιβλίου Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr