Αυτό που αποκαλούμε σήμερα κοινωνική ψυχολογία είναι άμεση απόρροια της Ψυχολογίας των Μαζών του Gustave Le Bon, ο οποίος στα τέλη του 19ου αιώνα δημιούργησε από μόνος του έναν καινούριο κλάδο της ψυχολογικής επιστήμης.

Μαζική ύπνωση

Σύμφωνα με τον Le Bon, η δύναμη των μαζών, που τόση ανησυχία προκάλεσε στον ίδιο και στους συγχρόνους του, βρίσκεται στο βίαιο, ακραίο και ανεξέλεγκτο χαρακτήρα των πράξεών τους, ο οποίος με τη σειρά του οφείλεται σε ορισμένες αλλοιώσεις τις οποίες υφίστανται όλα τα άτομα που για τον ένα ή τον άλλο λόγο αποτελούν τμήμα αυτών των μαζών.

Τόσο ο Le Bon οσο και σύσσωμη η γαλλική αστική τάξη αντιμετώπιζαν με αρνητική στάση τα πλήθη και τις μάζες, καθώς και με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και περιφρόνησης.

Στο όνομα της γαλλικής αστικής τάξης ο Γάλλος γιατρός Gustav Le Bon ανέλαβε να δημιουργήσει μια «επιστήμη» ικανή όχι μόνο να εξηγήσει το περίεργο φαινόμενο της αχαλίνωτης δράσης των μαζών, αλλά και να χρησιμεύσει ως μέσο ελέγχου και χειραγώγησής τους...

Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τις αλλοιώσεις που υφίστανται όλα τα άτομα που αποτελούν τμήμα των μαζών;

Σύμφωνα με την ψυχολογία των μαζών, ο βασικός μηχανισμός μετατροπής της ατομικής ψυχολογίας σε συλλογική, μαζική ψυχολογία είναι η μαζική ύπνωση.

Πράγματι από τις λέξεις κλειδιά του Le Bon είναι ότι οι αλλαγές που υφίσταται κάθε άτομο το οποίο ενσωματώνεται σε μια ομάδα, μια μάζα ή ένα πλήθος είναι ανάλογες με αυτές που υφίσταται κάθε άτομο το οποίο υποβάλλεται στη διαδικασία της ύπνωσης.

Γιατί ορισμένα άτομα υπνωτίζονται πολύ εύκολα;

Δεν γνωρίζουμε πάρα πολά για την ύπνωση. Αυτό πάντως που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι ορισμένα άτομα υπνωτίζονται πολύ εύκολα υπό την επήρεια δυο συμπληρωματικών παραγόντων:

(α) την εγκαθίδρυση μιας συναισθηματικής σχέσης ανάμεσα στον υπνωτιστή και στον υπνωτιζόμενο, η οποία χαρακτηρίζεται από την απόλυτη εμπιστοσύνη και υποταγή του δεύτερου στον πρώτο και

(β) το χειρισμό των φυσιολογικών αντιδράσεων του υπνωτιζόμενου από τον υπνωτιστή: επικέντρωση του βλέμματος σε ένα σημείο και περιορισμός της ανταπόκρισης των αισθήσεων σε πολύ μικρό αριθμό ερεθισμάτων, σε σημείο που μπορούμε να πούμε ότι προκαλείται ένα είδος αισθητήριας αίσθησης στέρησης η οποία αποκόπτει τον υπνωτιζόμενο από τον υπόλοιπο κόσμο και τον κάνει να ονειρεύεται ξύπνιος!

Πρέπει να προσθέσουμε ακόμη ότι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά ενός υπνωτισμένου ατόμου είναι ο τεράστιος αριθμός παραισθήσεων που το κατακλύζουν.

Φαινόμενα επιρροής

Όσο για τον παραλληλισμό μας με τη συλλογική συμπεριφορά δύο φαινόμενα παρουσιάζουν εύλογο ενδιαφέρον.

Το πρώτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο υπνωτισμένος εστιάζει απόλυτα την προσοχή του πάνω στον ηγέτη.

Το δεύτερο αφορά την ικανότητα του υπνωτισμένου να κάνει πράγματα που του έχει πει ο υπνωτιστής πολλή ώρα μετά το πέρας της ύπνωσης: πράγματι, το συγκεκριμένο άτομο έχει φύγει από την κατάσταση της ύπνωσης και εντούτοις, χωρίς να το καταλάβει κάνει κάτι που του είχε ζητήσει ο υπνωτιστής όταν βρισκόταν ακόμη υπό την άμεση επιρροή του.

Το ίδιο ακριβώς μπορεί να συμβεί και στη συλλογική ζωή, όπως καταδεικνύουν πολυάριθμες εργασίες πάνω στα φαινόμενα επιρροής: σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για ιδεολογική μεταστροφή (Moscovici,1980), για φαινόμενο κρυπτομνησίας (Moscovici, Mugny & Papastamou, 1981) ή απλά για χρονικά καθυστερημένη επιρροή (βλ. Kapferer, 1978).

Ψυχολογικές αλλοιώσεις που υφίσταται το υπνωτισμένο άτομo

Όσο για τις ψυχολογικές αλλοιώσεις που υφίσταται το υπνωτισμένο άτομο, αν βασιστούμε στα γραπτά αυτών που -την εποχή εκείνη- εργάστηκαν πάνω στο θέμα, δυο είναι οι πιο βασικές:

1. Ο υπνωτισμένος αποκτά μια έμμονη ιδέα (την οποία φυσικά του έχει υποβάλει ο υπνωτιστής) ότι π.χ. κάνει κρύο ή ζέστη, ότι είναι υγιής ή άρρωστος, δυνατός ή αδύναμος κ.ο.κ. η οποία ιδέα εφεξής καθοδηγεί όλες του τις πράξεις.

Σύμφωνα μάλιστα με τον Bernheim (1888), αυτή η ιδέα είναι που κάνει την ύπνωση, κι όχι κάποια φυσική ή μαγνητική επιρρροή, όπως υπέθεταν παλαιότερα.

2. Σε κατάσταση ύπνωσης το άτομο αποκτά μια ιδιαίτερα διευρυμένη μνήμη: θυμάται πράγματα, λόγια και γεγονότα που είχε ξεχάσει τελείως, έτσι που ορισμένες φορές δημιουργείται η (ψευδ)αίσθηση ότι έχει αποκτήσει μια περίεργη και μυστηριώδη διαύγεια. (βλ Binet & Fere, 1887)

Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τους Binet & Fere σε κάθε εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας υπάρχει πάντοτε -σε εμβρυακό στάδιο- κάποιο στοιχείο παραίσθησης το οποίο περιμένει να αναπτυχθεί. Αυτό ακριβώς γίνεται στην περίπτωση της ύπνωσης: αρκεί ο υπνωτιστής να υποβάλει στον υπνωτιζόμενο μια εικόνα για να γίνει αυτή πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια, η διαφορά ανάμεσα στην ιδέα που υπάρχει για ένα αντικείμενο και στην παραίσθηση του αντικειμένου είναι απλό θέμα διαβάθμισης.

Κοινά στοιχεία ψυχολογίας μαζών και ύπνωσης κατά Moscovici

Για να ξαναγυρίσουμε όμως στα πλήθη και τις μάζες, στο μυαλό ενός πλήθους, μας λέει ο Le Bon, όπως εξάλλου και στο μυαλό ενός υπνωτισμένου ατόμου, κάθε ιδέα μεταφράζεται σε πράξη, κάθε υπό ανάκληση εικόνα γίνεται πραγματικότητα και τελικά δεν υπάρχει καμία διάκριση ανάμεσα στον πραγματικό και τον υποβολιμαίο φανταστικό κόσμο.

Με άλλα λόγια, η ψυχολογία των μαζών έχει, όπως σημειώνει ο Serge Moscovici (1981), τρία κοινά στοιχεία με την ύπνωση:

  • Τη δύναμη της ιδέας από την οποία εξαρτώνται τα πάντα.
  • Την άμεση μετάβαση από την εικόνα στην πράξη.
  • Τη σύγχυση μεταξύ αισθητήριας και υποβολιμαίας πραγματικότητας.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε ίσως να αναρωτηθούμε για τη νομιμότητα της μετάβασης που επιχειρεί ο Le Bon από την ύπνωση στην ψυχολογία των μαζών για δύο τουλάχιστον λόγους.

Κατ' αρχάς, επειδή η ύπνωση γίνεται σε ατομικό επίπεδο, ενώ η ψυχολογία των μαζών αφορά συλλογικά φαινόμενα.

Κατά δεύτερο λόγο, επειδή η ύπνωση είναι αντικείμενο της ιατρικής (έστω της ψυχ-ιατρικής...), ενώ η ψυχολογία των μαζών αναφέρεται -κατά κανόνα- σε φυσιολογικές και μη παθολογικές καταστάσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε εντούτοις το συλλογικό χαρακτήρα των συνθηκών υπό τις οποίες διενεργείται συνήθως η ύπνωση γεγονός που υποδηλώνει την κοινωνιοψυχολογική φύση των εμπλεκόμενων μηχανισμών και διεργασιών.

Η μετάβαση από την ατομική στη μαζική ύπνωση δηλαδή δεν είναι μόνο θεμιτή, αλλά και χρήσιμη. Μας επιτρέπει, σύμφωνα με τον Le Bon, να καταλάβουμε γιατί η συλλογική συμπεριφορά δεν ακολουθεί τους δρόμους της λογικής και του συμφέροντος, γιατί είναι παρορμητική και ευμετάβλητη, γιατί τέλος είναι ευάλωτη στην επιρροή ηγετικών φυσιογνωμιών.

Βασικές αρχές της ψυχολογίας των μαζών

Ο Serge Moscovici (1981) συνοψίζει με εξαίρετο τρόπο τις πιο βασικές αρχές της ψυχολογίας των μαζών:

1. Ένα ψυχολογικό πλήθος είναι ένα σύνολο ατόμων που έχει μια διανοητική ενότητα, και όχι ένα συνονθύλευμα ατόμων συγκεντρωμένων στον ίδιο χώρο.

2. Το άτομο δρα συνειδητά επειδή η συνείδηση είναι ατομική, ενώ η μάζα δρα ασυνείδητα επειδή το ασυνείδητο είναι συλλογικό.

3. Τα πλήθη είναι συντηρητικά παρ' όλες τις επανασταστικές τους εκδηλώσεις: καταλήγουν πάντοτε να ξαναφτιάξουν ό,τι γκρέμισαν επειδή γι' αυτά -όπως και για τον υπνωτισμένο- το παρελθόν είναι απείρως πιο ισχυρό από το παρόν.

4. Οι μάζες (ανεξαρτήτως της κοινωνικής τους θέσης, της κουλτούρας τους ή της ιδεολογίας τους) νιώθουν την ανάγκη να υποταχθούν σε έναν ηγέτη ο οποίος δε τις πείθει με τη λογική ούτε τους επιβάλλεται με τη δύναμη, αλλά τις σαγηνεύει - όπως ένας υπνωτιστής- με το κύρος του.

5. Η προπαγάνδα έχει ως (παράλογες) βάσεις τις συλλογικές πεποιθήσεις και ως εργαλείο την (άμεση ή εξ αποστάσεως) υποβολή.

6. Τέλος, η πολιτική που αποσκοπεί στη διακυβέρνηση των μαζών είναι αναγκαστικά μια πολιτική φαντασίας: Οφείλει να βασιστεί στην κυρίαρχη ιδέα ή, ακόμη καλύτερα, σε μια έμμονη ιδέα την οποία διαχέει και καλλιεργεί στο μυαλό κάθε ανθρώπου-μάζας μέχρις ότου του υποβληθεί ολοκληρωτικά. Στη συνέχεια, αυτή η κυρίαρχη ή έμμονη ιδέα μετατρέπεται σε συλλογικές εικόνες και στο τέλος σε συλλογικές πράξεις και συμπεριφορές.

Τι συμπεραίνουμε από όλα αυτά;

Πού βασίζεται η υπεροχή ενός ηγέτη;

Συμπεραίνουμε ότι η ψυχολογία των μαζών, ξεκινώντας από την «ανάλυση» της (ψυχο-λογικής) ιδαιτερότητας του πλήθους, αλλά περνώντας γρήγορα και αβίαστα στο «αξίωμα» της (ψυχολογικής) υπεροχής του ηγέτη δεν διαπράττει απλώς ένα επιστημολογικό ολίσθημα με έντονα τα στοιχεία του ιδεολογικού προσδιοριμού και προσανατολισμού του, αλλά επιπλέον μεταθέτει, σε θεωρητικό επίπεδο, το κέντρο βάρους της προσέγγισής της.

Η υπεροχή του ηγέτη υποτίθεται πως βασίζεται στην ικανότητά του να σαγηνεύει τους οπαδούς του μέσα από τη δημιουργία και διάδοση ενός είδους «μαγνητικού κύματος» που προκαλείται από την «ιδέα κλειδί» την οποία πρώτος διοχευτεύει και στην οποία εμμένει πεισματικά μέχρι να συνεπάρει ολόκληρο το πλήθος και να το καταστήσει απόλυτα και ολοκληρωτικά δέσμιό της.

Για να εξηγήσει δηλαδή τον τρόπο λειτουργίας των πρωταγωνιστών της πολιτικής δράσης της εποχής του, ο Le Bon καταλήγει στη μελέτη της κινητήριας δύναμής τους, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι άλλη από τον ηγέτη τους, τον άνθρωπο εκείνο που, όντας αναπόσπαστο κομμάτι τους, ξέρει να μιλά τη γλώσσα τους - που δεν είναι γλώσσα του μυαλού αλλά της καρδιάς- και κυρίως ξέρει να τους επηρεάζει χρησιμοποιώντας πραγματικά «σκηνοθετικά τερτίπια», ικανά να στρέψουν την προσοχή του πλήθους σε ένα συγκεκριμένο και μόνο θέμα, να το ξεκόψουν από την πραγματικότητα και να ερεθίσουν τη φαντασία του.

Η χρήση της θεατρικής μεθόδου στην πολιτική ζωή και η ψυχολογία των μαζών

Συμπεραίνουμε, τέλος, ότι με την εμφάνιση της ψυχολογίας των μαζών η προσέγγιση της πολιτικής ζωής και, κατ΄επέκταση, η θεώρηση της προπαγάνδας ως μέσου «διακίνησης των ιδέων» αλλάζουν ριζικά, δεδομένου ότι, σε σχέση με την πρώτη, η μεθοδολογία της ενημέρωσης και της επιχειρηματολογίας αντικαθίσταται από τη θεατρική μέθοδο* και ο ορθολογικός ρήτορας από το «χαρισματικό» υπνωτιστή, ενώ, σε σχέση με τη δεύτερη, παύει να αποτελεί μέσο επικοινωνίας και μετατρέπεται σε τεχνική που καθιστά εφικτή τη μαζική υποβολή ιδεών στα μαζικοποιημένα άτομα.

Γίνεται με άλλα λόγια ο αποκλειστικός δίαυλος της μαζικής ύπνωσης.

*Υπενθυμίζουμε εδώ τις «παραστάσεις» που έδινε ο Μουσολίνι κάθε φορά που απευθυνόταν στον ιταλικό λαό από το πασίγνωστο μπαλκόνι της Πιάτσα Βενέτσα, αλλά και ο Χίτλερ αργότερα, καθώς και πολλοί άλλοι αρχηγοί κρατών στη συνέχεια, συμπεριλαμβανομένου του Σαρλ ντε Γκολ στη δημοκρατική Γαλλία, καθώς επίσης -για να έρθουμε στα καθ' ημάς- ο «Γέρος της Δημοκρατίας» κατά τη διάρκεια του «ανένδοτου», αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης (αν δεν αναφέρω εδώ ως παράδειγμα και τις απέλπιδες όσο και αποτυχημένες προσπάθειες των «Συνταγματαρχών» να «εμπνεύσουν» και να χειραγωγήσουν τα πλήθη, με τις «επιστημονικές» συμβουλές ωστόσο του γνωστού «επαγγελματία προπαγανδιστή» της Χούντας, ο οποίος άλλωστε ακολούθησε κατά γράμμα τις «συνταγές» του Le Bon, αυτό οφείλεται στην αξιοσημείωτα ελλειματική τους αίσθηση του γελοίου, στον ολοσχερώς τεχνητό χαρακτήρα τού διά της βίας σχηματιζόμενου κατά περίπτωση πλήθους, στην παντελή έλλειψη κύρους του εκάστοτε ομιλητή κ.λπ.).

Η ψυχολογία των μαζών του Gustav Le Bon ενδιαφέρεται για τα δύο συναφή και ουσιαστικά αλληλένδετα μεταξύ τους φαινόμενα: το ένα αφορά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο διεισδύει, χάνεται και λιώνει μέσα στο πλήθος, το άλλο έχει σχέση με τον τρόπο με τον οποίο οι ηγέτες ελέγχουν, επηρεάζουν, καθοφηγούν και καθυποτάσσουν τις μάζες.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από τον Β' Τόμο του βιβλίου Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία που κυκλοφορεί από εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr