Οι στάσεις είναι αξιολογήσεις. Υποδεικνύουν τον προσανατολισμό ενός ατόμου ως προς κάποιο αντικείμενο ή στοιχείο στο οποίο αναφέρεται η στάση. Το στοιχείο στο οποίο αναφέρεται η στάση μπορεί να είναι σαφές και συγκεκριμένο, όπως «Τζορτζ Μπους Τζούνιορ», «Μάρτιν Λούθερ Κινγκ», «μετανάστες», «κυνήγι αλεπούς», «κρέας». 

Αλλά μπορεί και να είναι αφηρημένο, όπως «κοινωνική ψυχολογία» ή «Ιράκ».

Τι είναι οι στάσεις

Οι στάσεις εκφράζονται μέσω της γλώσσας τού «μου αρέσει/δεν μου αρέσει», «προσεγγίζω/αποφεύγω», «θεωρώ καλό/θεωρώ κακό», είναι δηλαδή αξιολογικές. Η στάση απέναντι σε ένα αντικείμενο είναι η σύνδεση μιας αξιολόγησης με ένα αντικείμενο.

Η έμφαση που δίνεται αποκλειστικά στην αξιολογική διάσταση των στάσεων αντιστοιχεί στο μοντέλο του ενός συστατικού στοιχείου. Ένας άλλος ορισμός των στάσεων αναφέρει ότι πρόκειται για διανοητικές καταστάσεις που καθοδηγούν τις αξιολογήσεις και προδιαθέτουν τις πράξεις. Αυτός ο ορισμός αντιστοιχεί στο μοντέλο των δύο συστατικών στοιχείων των στάσεων.

Οι Zanna & Rempel (1988) ορίζουν τις στάσεις ως εξής: «Βλέπουμε τη στάση ως την κατηγοριοποίηση ενός ερεθίσματος/αντικειμένου κατά μήκος μιας αξιολογικής διάστασης που βασίζεται σε, ή παράγεται από, τρεις γενικές κατηγορίες πληροφοριών: γνωστικές πληροφορίες, συναισθηματικές πληροφορίες και/ ή πληροφορίες, συναισθηματικές πληροφορίες ή προθέσεις συμπεριφοράς».

Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αξιολογούν ένα αντικείμενο με βάση όσα γνωρίζουν γι' αυτό, το πώς νιώθουν γι' αυτό, καθώς και το τι έχουν κάνει στο παρελθόν ή τι σκοπεύουν γι' αυτό στο μέλλον.

Ο παραπάνω ορισμός δηλώνει ότι η στάση είναι συνδυασμός τριών εννοιολογικά διακριτών αντιδράσεων απέναντι σε ένα αντικείμενο.

Αυτές οι αντιδράσεις είναι:

  • συναισθηματικές: μίσος/αγάπη, αρέσκεια/απαρέσκεια
  • γνωστικές: πεποιθήσεις, γνώμες, ιδέες
  • βουλητικές/συμπεριφορικές: προθέσεις ή τάσεις συμπεριφοράς

Αυτά συνθέτουν το μοντέλο των τριών συστατικώ στοιχείων των στάσεων.

Γιατί είναι σημαντικές οι στάσεις;

  • Οι στάσεις θεωρείται ότι επηρεάζουν την κοινωνική σκέψη, παρέχουν στους ανθρώπους έναν τρόπο αντίδρασης μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον τους.
  • Οι στάσεις θεωρείται ότι επηρεάζουν τη συμπεριφορά.

Ποιες είναι οι λειτουργίες των στάσεων;

Σύμφωνα με τον Katz (1960), οι λειτουργίες των στάσεων είναι οι ακόλουθες:

Λειτουργία της γνώσης: οι στάσεις μάς βοηθούν να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Ωφελιμιστική/εγχειρηματική λειτουργία: Οι στάσεις μάς βοηθούν να κερδίσουμε επιβραβεύσεις και να αποφύγουμε τιμωρίες.

Λειτουργία της έκφρασης αξιών: Μερικές φορές οι στάσεις αποτελούν δημόσιες δηλώσεις σχετικά με το τι πιστεύει ένα άτομο ή με τι ταυτίζεται.

Αμυντική λειτουργία του Εγώ: Οι στάσεις μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να διαφυλάξουν την αυτοεκτίμησή τους.

Οι κοινωνικές λειτουργίες των στάσεων 

Επιπλέον, οι στάσεις εξυπηρετούν κοινωνικές λειτουργίες:

Χρησιμεύουν στον καθορισμό της θέσης ενός ατόμου μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον. Η έκφραση των στάσεων υποστηρίζει την κοινωνική συνοχή και αξιολόγηση. Τα μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας δεν μπορούν να παραμείνουν σιωπηλά για θέματα που είναι σημαντικά για την ομάδα τους. Οφείλουν να πάρουν θέση.

Αποτελούν επίσης ένα μηχανισμό μετάδοσης των κοινωνικών πεποιθήσεων. Η δημόσια έκφραση των στάσεων προκαλεί αντιδράσεις. Η δημόσια αντίδραση εμπλέκει το άτομο και το κοινό σε διάλογο. Ανταλλάσσονται θέσεις και πεποιθήσεις, και δημιουργείται αντιπαράθεση.

Παίζουν έναν ερμηνευτικό, δικαιολογητικό ρόλο και προσανατολίγουν το άτομο εντός του κοινωνικού κόσμου. Για παράδειγμα, η έκφραση μιας στάσης για τους πρόσφυγες αποδίδει μια θέση (κοινωνική θέση) σε αυτή την κοινωνική ομάδα. Οι στάσεις βοηθούν στην εξήγηση, όπως και στη δικαιολόγηση και αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος, καθώς και στην προστασία της κοινωνικής θέσης του ατόμου.

Οι στάσεις εξυπηρετούν περισσότερες από μία λειτουργίες και μπορεί να υποστηρίζονται ή να εκφράζονται για διαφορετικούς λόγους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Επηρεάζουν πράγματι οι στάσεις τη συμπεριφορά;

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι αφιέρωσαν πολύ χρόνο και ενέργεια στην έρευνα, προσπαθώντας να εξακριβώσουν τη σχέση μεταξύ στάσεων και συμπεριφοράς.

Το έργο του LaPiere (1934) έδειξε πόσο δύκολο είναι να προβλεφθεί η σχέση μεταξύ των στάσεων και της συμπεριφοράς. Για μερικούς μήνες ο LaPiere ταξίδευε στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με ένα ζευγάρι νεαρών Κινέζων. Ήταν μια χρονική περίοδος που οι Κινέζοι αντιμετωπίζονταν πολύ αρνητικά στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού σταμάτησαν σε 184 εστιατόρια και 66 ξενοδοχεία και μοτέλ. Σε γενικές γραμμές, τους αντιμετώπισαν με ευγένεια και μόνο μία φορά αρνήθηκαν να τους εξυπηρετήσουν.

Όταν επέστρεψαν από το ταξίδι, ο LaPiere έστειλε επιστολές σε όλα τα μέρη που είχαν επισκεφτεί, ρωτώντας τους υπευθύνους εάν θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε Κινέζους επισκέπτες (βεβαιώς δεν ανέφερε ότι είχαν ήδη επισκεφτεί το συγκεκριμένο μέρος).

Προς έκπληξή του, διαπίστωσε ότι το 92% των υπευθύνων των εστιατορίων και το 91% των υπευθύνων των ξενοδοχείων και των μοτέλ που απάντησαν στην επιστολή του ανέφεραν ότι δεν θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε Κινέζους επισκέπτες! Αυτή η απάντηση αντέκρουε την προηγούμενη συμπεριφορά τους. Εάν γνωρίζαμε τις προκατειλημμένες στάσεις των ιδιοκτητών των ξενοδοχείων, δεν θα μπορούσαμε να προβλέψουμε σωστά τη συμπεριφορά τους απέναντι στο ζευγάρι των Κινέζων.

Μετά τη μελέτη του LaPiere πολλοί ερευνητές προσπάθησαν να διερευνήσουν τη σύνδεση στάσης-συμπεριφοράς.

Αποδείχτηκε δύσκολο να βρεθούν ισχυρά στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή τη σύνδεση. Σε μια πρώιμη ανασκόπηση αυτής της έρευνας (Wicker 1969) διαπιστώθηκε ότι μόνο το 2% της διακύμανσης της συμπεριφοράς ερμηνευόταν από τις στάσεις. Σημαντικοί περιορισμοί σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση, καθώς και κοινωνικοί κανόνες μπορεί να υπονομεύουν τη σχέση μεταξύ στάσεων και συμπεριφοράς.

Θεωρία της λελογισμένης δράσης

Οι Fishbein & Ajzen (1975) πρότειναν ένα μοντέλο στάσεων και συμπεριφοράς στο οποίο ενσωματώνονται και οι κυρίαρχοι κοινωνικοί κανόνες. Αυτό το μοντέλο ονομάζεται θεωρία της λελογισμένης δράσης.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το στοιχείο που καθορίζει τη συμπεριφορά δεν είναι η στάση, αλλά η πρόθεση πραγματοποίησης ή μη πραγμτοποιήσης της συμπεριφοράς. Είναι μια εσωτερική δήλωση για δράση.

Αυτή η πρόθεση συμπεριφοράς επηρεάζεται από δύο παράγοντες:

Τη στάση απέναντι στη συμπεριφορά: Σχετίζεται με την προσδοκία ή την πεποίθηση ότι αυτή η συμπεριφορά θα έχει συγκεκριμένες συνέπειες, καθώς και με την αξία που συνδέεται με αυτές τις συνέπειες. Γι' αυτό και ονομάζουμε το μοντέλο αυτό μοντέλο της προσδοκίας-αξίας.

Τον υποκειμενικό κανόνα: Αναφέρεται στην εκτίμηση του ατόμου σχετικά με το τι προσδοκούν οι άλλοι να κάνει.

Ο υποκειμενικός αυτός κανόνας καθορίζεται από δύο παράγοντες: τις κανονιστικές πεποιθήσεις (τι προσδοκούν να κάνουν το άτομο άλλα σημαντικά άτομα) και τα κίνητρα του ατόμου να συμμορφωθεί με αυτές τις προσδοκίες.

Σε μια διευρυμένη εκδοχή του συγκεκριμένου μοντέλου εισήχθη ένας ακόμη παράγοντας, που ονομάζεται αντιλαμβανόμενος βουλητικός έλεγχος. Ο αντιλαμβανόμενος βουλητικός έλεγχος αφορά το βαθμό στον οποίο το άτομο πιστεύει ότι είναι εύκολο ή δύκολο να εκτελέσει την πράξη. Σε αυτό τον παράγοντα μπορεί να περιλαμβάνονται προηγούμενες εμπειρίες ή τωρινά εμπόδια. Ο συγκεκριμένος παράγοντας προστέθηκε στο αρχικό μοντέλο επειδή μερικές συμπεριφορές μπορούν να ελεγχθούν λιγότερο από τους ανθρώπους απ' ό,τι άλλες.

Το νέο μοντέλο ονομάζεται θεωρία της προσχεδιασμένης συμπεριφοράς.

Η γενικότερη κριτική που ασκήθηκε τόσο στη θεωρία της λελογισμένης δράσης όσο και στη θεωρία της προσχεδιασμένης συμπεριφοράς είναι ότι και οι δυο θεωρούν πως οι στάσεις είναι ορθολογικές και πως οι κοινωνικά σημαντικές συμπεριφορές είναι σκόπιμες, έλλογες και προσχεδιασμένες. Αυτό όμως μπορεί να μην ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.

Γνωστική ασυμφωνία

Μερικές φορές οι συμπεριφορές των ανθρώπων διαμορφώνουν τις στάσεις τους και όχι το αντίστροφο. Η διαδικασία που βρίσκεται πίσω από τέτοια φαινόμενα ονομάζεται γνωστική ασυμφωνία (Festinger 1957, Festinger & Carlsmith 1959). Οι άνθρωποι νιώθουν ένταση όταν δύο σκέψεις, πεποιθήσεις ή ιδέες είναι ψυχολογικά ασύμβατες. Για να μειώσουν αυτή τη δυσάρεστη ένταση, προσαρμόζουν τις σκέψεις τους. Η αλεπού που δεν μπόρεσε να φτάσει τα σταφύλια, και έτσι αποφάσισε ότι αυτά στην πραγμτικότητα ήταν άγουρα, βίωσε μια γνωστική ασυμφωνία.

Το πείραμα των Festinger & Carlsmith

Οι Festinger & Carlsmith (1959) πραγματοποίησαν ένα πείραμα (το οποίο σήμερα θεωρείται κλασικό). Για μια ώρα ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να εκτελέσουν πολύ πληκτικά έργα, όπως να γυρίζουν επανειλημμένα ξύλινες λαβές. Στο τέλος του έργου ο περιαματιστής ενημέρωσε τους συμμετέχοντες ότι αυτή η μελέτη εξέταζε τον τρόπο με τον οποίο οι προσδοκίες επηρεάζουν την απόδοση και τους ζήτησε να δημιουργήσουν μια θετική προσδοκία στον επόμενο συμμετέχοντα σχετικά με το πείραμα.

Για να συμβεί αυτό, οι συμμετέχοντες έπρεπε να πουν ψέματα, να πουν δηλαδή ότι οι ίδιοι βρήκαν το έργο ενδιαφέρον. Ο πειραματιστής προσέφερε σε κάθε συμμετέχοντα είτε ένα είτε είκοσι δολάρια για να πει ψέματα. Ο συμμετέχων που δεχόταν προσπαθούσε να δημιουργήσει μια θετική προσδοκία στον επόμενο, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν πειραματικός συνεργός.

Αφού ολοκληρώθηκε αυτή η φάση, ένας άλλος πειραματιστής, ο οποίος υποτίθεται ότι ενδιαφερόταν για το πώς αντιδρούν στα πειράματα, έθεσε στους συμμετέχοντες ερωτήσειες για το προηγούμενο έργο και για το πόσο το απόλαυσαν.

Σε ποια πειραματική συνθήκη θα συμφωνούσαν οι συμμετέχοντες να πουν το μικρό ψέμα, και σε ποια πειραματική συνθήκη θα συμφωνούσαν οι συμμετέχοντες να πουν το μικρό ψέμα, και σε ποια πειραματική συνθήκη θα δήλωναν στο ερωτηματολόγιο που τους χορηγήθηκε ότι πράγματι απόλαυσαν πάρα πολύ το πείραμα; Όταν είχαν πληρωθεί ένα δολάριο ή είκοσι δολάρια;

Υπόθεση και αποτελέσματα του πειράματος Festinger & Carlsmith

Οι Festinger & Carlsmith διατύπωσαν την υπόθεση ότι ήταν οι άνθρωποι πληρώνονται μόνο ένα δολάριο για να πουν ψέματα, αυτό το χρηματικό ποσό θα είναι ανεπαρκές για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά τους και κατά συνέπεια θα βιώσουν μεγαλύτερη ένταση, μεγαλύτερη γνωστική ασυμφωνία.

Θα έχουν, λοιπόν, μεγαλύτερο κίνητρο να πιστέψουν ότι αυτό που έκαναν ήταν περισσότερο ενδιαφέρον συγκριτικά με εκείνους που έλαβααν είκοσι δολάρια, δηλαδή ένα χρηματικό ποσό που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το μικρό ψέμα που είπαν. Τα αποτελέσματα επαλήθευσαν τις προβλέψεις των ερευνητών. Οι άνθρωποι έχουν το κίνητρο να προσαρμόσουν τις στάσεις τους (π.χ. πόσο ενδιαφέρον θεωρούν το έργο) στη συμπεριφορά τους (π.χ. να πουν ψέματα), για τούτο και αλλάζουν τις στάσεις τους έτσι ώστε να είναι συνεπείς με αυτό που έκαναν.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Πολυπολιτισμική πραγματικότητα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr