Αντί να προσπαθούν να προσδιορίσουν τους παράγοντες που πυροδοτούν τα επεισόδια της σχιζοφρένειας, τα ψυχολογικά μοντέλα επιδιώκουν κατά κανόνα να ερμηνεύσουν τις διεργασίες οι οποίες βρίσκονται στη βάση των διαφορετικών εμπειριών που αναφέρουν οι πάσχοντες.

Η θεωρία του νου

Ένα από τα πιο περιεκτικά ψυχολογικά μοντέλα για τη σχιζοφρένεια αναπτύχθηκε αρχικά από τον Frith (βλ. Frith & Corcoran, 1996). O Frith υποστήριξε ότι η κατανόηση του κοινωνικού περίγυρου εξαρτάται από την ικανότητά μας να ερμηνεύουμε τα αίτια των δικών μας πράξεων και εκείνων των άλλων.

Σε κάθε κοινωνική περίσταση ερμηνεύουμε τα λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματα των άλλων, προσπαθώντας να κατανοήσουμε τι σκέφτονται, τι αισθάνονται, τι πιστεύουν.

Προσπαθούμε επίσης να κατανοήσουμε τι είναι εικασία και τι πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τη θεωρία του νου, για να το κάνουμε αυτό, είναι κατ' αρχάς αναγκαίο να κατανοήσουμε τις δικές μας γνωστικές διεργασίες -τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε εμείς τον κόσμο-και κατόπιν να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γνώση για να κατανοήσουμε τις πράξεις των άλλων.

Τυχόν αποτυχία σε αυτή τη διεργασία καθιστά δύσκολη την επεξεργασία τόσο των κοινωνικών μηνυμάτων κατά τη διάρκεια μιας αλληλεπίδρασης όσο και του πλήρους νοήματος οποιασδήποτε συνομιλίας: μας δυσκολεύει δηλαδή να καταλάβουμε ουσιαστικά τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Σύμφωνα με τον Frith, ένα καίριο στοιχείο της σχιζοφρένειας είναι ότι τα άτομα με αυτή τη διαταραχή δεν διαθέτουν μια ολοκληρωμένη και συγκροτημένη θεωρία του νου. Δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως τις δικές τους γνωστικές διεργασίες.

Αποκτήστε το βιβλίο Οι ξενιστές της ψυχής, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Φαινόμενα της σχιζοφρένειας

Πιο απλά, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην παρακολούθηση των προθέσεών τους, με αποτέλεσμα να γίνονται παθητικοί και να αισθάνονται ότι δεν ελέγχουν τις ίδιες τους τις πράξεις. Άλλα φαινόμενα που συνδέονται με αυτό το πρόβλημα είναι η πεποίθηση των πασχόντων ότι οι σκέψεις τους έχουν εισαχθεί στο μυαλό τους από άλλους, καθώς και οι ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Οι ίδιοι επιπλέον δεν μπορούν να κατανοήσουν τον νου των άλλων ανθρώπων. Το γεγονός ότι δυσκολεύονται να ερμηνεύσουν αυτά που σκέπτονται ή νιώθουν οι άλλοι μπορεί να τους οδηγήσει σε παραληρητικές ιδέες παρανοϊκού τύπου ή αναφοράς.

Τέλος, επειδή δυσκολεύονται να ερμηνεύσουν τον κόσμο τους, είναι πιθανό να αποσυρθούν και να απομονωθούν προκειμένου να αποφύγουν τη δυσφορία ή τη σύγχυση που τους προκαλεί μια τέτοια προσπάθεια.

Ο βαθμός εκδήλωσης αυτών των προβλημάτων διαφέρει από άτομο σε άτομο. Σύμφωνα με τον Frith, ορισμένα άτομα με σχιζοφρένεια μπορεί να είναι παντελώς ανίκανα να κατανοήσουν την ψυχική κατάσταση των άλλων.

Σε αυτό μοιάζουν με τα άτομα που παρουσιάζουν αυτισμό. Κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων όσων εμφανίζουν παραληρητικές ιδέες παρανοϊκού τύπου, αντιλαμβάνονται σε κάποιο βαθμό ότι οι άλλοι άνθρωποι έχουν σκέψεις και κίνητρα, αλλά κάνουν σημαντικά λάθη λόγω της ανακριβούς ή ελλιπώς ανεπτυγμένης θεωρίας του νου που έχουν.

Πειραματικές δοκιμασίες για τη σχιζοφρένεια

Η παραπάνω θεώρηση έχει σημαντικές συνέπειες όσον αφορά τις διεργασίες που εμπλέκονται στα συμπτώματα της σχιζοφρένειας. Παρέχει επίσης ορισμένες υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν πειραματικά.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που υπάρχουν τόσα αλληλοσυγκρουόμενα ερευνητικά δεδομένα. Κατά κανόνα, οι μελέτες αυτού του είδους επιχειρούν να προσδιορίσουν πόσο καλά τα άτομα με σχιζοφρένεια μπορούν να κατηγορήσουν τη νοητική κατάσταση των άλλων.

Γι' αυτό τον σκοπό μπορεί να εφαρμόζονται περίπλοκες γνωστικές δοκιμασίες. Σε μία από τις πιο απλές μεθοδολογίες που εφαρμόστηκαν, διερευνήθηκε η κατανόηση αστείων ανεκδότων που βασίζονταν στην εξαπάτηση: για να κατανοήσει κάποιος αυτές τις διεργασίες, απαιτείται να διαθέτει μια ολοκληρωμένη θεωρία του νου.

Μια τέτοια μελέτη πραγματοποίησαν οι Marjoram και συνεργάτες (2005). Παρουσίασαν 63 εικόνες κινουμένων σχεδίων σε 20 άτομα που είχαν διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια και σε 20 άτομα που αποτελούσαν την ομάδα ελέγχου. Από αυτές τις εικόνες, 31 ήταν κινούμενα σχέδια βασισμένα στη θεωρία του νου επειδή η κατανόηση του αστείου απαιτούσε την απόδοση σε έναν από τους χαρακτήρες των στοιχείων της άγνοιας, της λανθασμένης πεποίθησης ή της παραπλάνησης, με άλλα λόγια απαιτούσε την ανάλυση της νοητικής τους κατάστασης.

Τα υπόλοιπα αστεία αφορούσαν φάρσες, οπότε δεν ήταν απαραίτητες οι ικανότητες της θεωρίας του νου για την ορθή ερμηνεία τους.

Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια κατανοούσαν λιγότερα αστεία και από τις δύο κατηγορίες σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, ένα εύρημα που συμφωνεί και με άλλες έρευνες.

Έδειξαν επίσης να κατανοούν σε σημαντικά μικρότερο βαθμό τα κινούμενα σχέδια που βασίζονταν στη θεωρία του νου από ό,τι τα υπόλοιπα κινούμενα σχέδια. Τα πρώτα μάλιστα τα κατανόησαν πολύ λιγότερο συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου, γεγονός που υποδηλώνει κάποια ελλείμματα στη θεωρία του νου.

Πειραματικές δοκιμασίες για τη μέτρηση της θεωρίας του νου

Προκειμένου να μετρήσουν τη θεωρία του νου, οι Craig και συνεργάτες (2004) χορήγησαν δύο δοκιμασίες σε μια ομάδα ατόμων με παρανοϊκού τύπου παραληρητικές ιδέες και σε μια ομάδα ελέγχου.

Η πρώτη δοκιμασία αξιολογούσε την ικανότητα των εξεταζόμενων να συμπεραίνουν τις προθέσεις ενός ατόμου από τις γραπτές νύξεις που υπήρχαν σε μια σύντομη παράγραφο.

Η δεύτερη δοκιμασία μετρούσε την ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται με γνωστικό τρόπο κάποια συναισθήματα, όπως η ντροπή ή η λύπη (η κατανόηση των οποίων απαιτεί την εξαγωγή συμπερασμάτων για τις πεποιθήσεις ή τις προθέσεις των άλλων), βλέποντας φωτογραφίες προσώπων που απεικόνιζαν μόνο την περιοχή των ματιών.

Τα άτομα που είχαν διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια δεν σημείωσαν καλές επιδόσεις σε καμιά από τις δύο δοκιμασίες.

Ελλείμματα της θεωρίας του νου 

Σε μια περισσότερο κλινική μελέτη, οι McCabe, Leudar και Antaki (2004) ανέλυσαν τις ηχογραφήσεις από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ειδικών ψυχικής υγείας και ατόμων που είχαν διαγνωστεί με χρόνια σχιζοφρένεια κατά τη διάρκεια συνεδριών στα εξωτερικά ιατρεία και συνεδριών γνωσιακής-συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας.

Στις αλληλεπιδράσεις αυτές ήταν εμφανές ότι κάποιοι από τους πάσχοντες αναγνώριζαν πως ο ειδικός ψυχικής υγείας δεν είχε τις πεποιθήσεις που είχαν οι ίδιοι για συγκεκριμένα θέματα.

Ήταν επίσης σε θέση να αποδώσουν σε άλλους διάφορα συναισθήματα, καθώς και τα κατάλληλα αίτια για τα συναισθήματα αυτά. Ένας από τους συμμετέχοντες δήλωσε ότι δεν έλεγε ποτέ στους άλλους πότε έκανε ''περίεργες'' σκέψεις επειδή γνώριζε ότι εκείνοι δεν έκαναν τέτοιες σκέψεις και ο ίδιος ντρεπόταν γι' αυτές.

Η έκφραση της ντροπής -που αποτελεί ένα κοινωνικά καθοριζόμενο συναίσθημα- δείχνει την επίγνωση του ατόμου ότι οι άλλοι είναι διαφορετικοί και ότι θα θεωρήσουν τις σκέψεις τους παράξενες.

Η μελέτη λοιπόν δε βρήκε στο συγκεκριμένο δείγμα ασθενών ενδείξεις για την ύπαρξη ελλειμμάτων στη θεωρία του νου.

Κριτική της θεωρίας του νου

Συνοψίζοντας τα διαθέσιμα ευρήματα, ο Brune (2005) υποστήριξε πως υπάρχουν ικανοποιητικές εμπειρικές ενδείξεις ότι η θεωρία του νου παρουσιάζει ελλείμματα και ότι πολλά ψυχωσικά συμπτώματα, όπως οι παραληρητικές ιδέες ελέγχου από εξωγήινους και οι παραληρητικές ιδέες καταδίωξης, μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα ως αποτέλεσμα της δυσκολίας του ατόμου να ελέγξει τις προθέσεις του και να τις συσχετίσει με εκείνες άλλων ανθρώπων.

Ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει επίσης με κάποια επιφύλαξη ότι δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει τον τρόπο διακύμανσης αυτών των ελλειμμάτων κατά τη διάρκεια των οξέων και σταθερών περιόδων της διαταραχής, ούτε τον τρόπο με τον οποίο αυτά επηρεάζουν τη χρήση της γλώσσας ή την κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.


Βιβλιογραφική αναφορά

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο του Paul Bennett Κλινική ψυχλογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr