Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη και προκύπτει έπειτα από συνειδητοποίηση της έκθεσης του ατόμου σε κάποιο κίνδυνο (σωματικό ή ψυχολογικό, βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο).

Ο φόβος για το άγνωστο

Ο φόβος για το άγνωστο είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση παρόλο που ουσιαστικά, σε ελεύθερη μετάφραση, συνεπάγεται ότι φοβόμαστε το αύριο, την επόμενη στιγμή, τη ζωή μας μετά. Εξελικτικά λειτούργησε προστατευτικά ως μηχανισμός επιβίωσης.

Ψυχοδυναμικά, ο φόβος αυτός παραπέμπει στο φόβο του θανάτου.

Αποκτήστε το βιβλίο Νίκησε τον φόβο από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr

Το νέο ξεκίνημα συνδέεται πολλές φορές με το αίσθημα του άγχους, ακόμη και αν αφορά σε μία φαινομενικά θετική νέα αρχή. Κάθε τι νέο εμπεριέχει την ελπίδα για κάτι καλύτερο και το ρίσκο μιας απογοήτευσης, μιας απόρριψης, μιας αποτυχίας. Η αλλαγή συνεπάγεται μετακίνηση από ένα καθεστώς ρουτίνας και ασφάλειας και αυτό γεννά αυτόματα ένα βαθμό φόβου.

Εξαιτίας αυτού, το άγχος μπροστά στο καινούριο είναι απόλυτα φυσιολογικό, αρκεί να μη μας αποτρέπει πάντα από το να δοκιμάζουμε καινούρια πράγματα.

Η ζωή είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη, με την αλλαγή με την αέναη κίνηση του Ηράκλειτου και παρόλα αυτά ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που νιώθει καλά μέσα από τη συνήθεια και την οικειότητα. Αν το σκεφτούμε καλά, το άγνωστο καραδοκεί σε κάθε δεύτερη γωνία στην καθημερινότητά μας και μπορεί να αφορά στο ποιον θα συναντήσουμε στο δρόμο, στο αν θα χαλάσει το αυτοκίνητο ή το κινητό μας, στο αν θα προχωρήσει η καινούρια μας σχέση.

Το ανοίκειο μέσα από τα μάτια μεγάλων ψυχολόγων

Έχουμε την τάση να αναπαράγουμε το οικείο, να προτιμάμε το γνωστό από το άγνωστο, γιατί έχουμε την ψευδαίσθηση, ότι ασκούμε ένα είδος ελέγχου πάνω του και λόγω της γνώσης ότι μέσω αυτού έχουμε καταφέρει να επιβιώσουμε. Σε ένα κόσμο ρευστό, όπου τίποτα σχεδόν δεν είναι απόλυτα προβλέψιμο, κάποια άτομα έχουν την ανάγκη για απόλυτη βεβαιότητα.

Ο S. Freud, στο βιβλίο του για το «ανοίκειο», προτού ξεκινήσει με την ανάλυση που αφορά σε λογοτεχνικό έργο και σε έναν ιδιαίτερο ορισμό της λέξης και του συναισθήματος αυτού, προβαίνει σε μία γλωσσολογική ανάλυση και επιφανειακή περιγραφή του συναισθήματος αυτού, βασιζόμενος στη γερμανική λέξη «unheimlich», η οποία εμπεριέχει μία σαφή αρνητική χροιά.

Αναφέρει λοιπόν ότι «Η γερμανική λέξη unheimlich δηλώνει προφανώς το αντίθετο του heimlich, heimisch, vertraut, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάτι είναι τρομακτικό ακριβώς επειδή δεν είναι γνωστό και οικείο.» (S. Freud, 1919). Συνεχίζει, εξηγώντας ότι κάθε τι νέο δεν είναι απαραίτητα τρομακτικό αλλά πρέπει να υπάρχει κάποιο στοιχείο που το καθιστά «ανοίκειο».

Ο Γερμανός ψυχίατρος E. Jentsch, που ασχολήθηκε με την ψυχολογία του ανοικείου, πιστεύει ότι το ανοίκειο είναι κάτι μέσα στο οποίο δεν μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τον εαυτό του (E. Jentsch, 1906), με αποτέλεσμα να προκαλεί έτσι ένα αίσθημα τρόμου.

Μπροστά στην αβεβαιότητα και το άγνωστο

Ο τρόμος αυτός είναι συχνά συνυφασμένος με την απώλεια ελέγχου και την ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να διατηρεί τον έλεγχο, ώστε να διατηρεί ένα πλαίσιο ασφάλειας. Μπροστά στο καινούριο, πυροδοτείται εύκολα ο μηχανισμός του άγχους λόγω της υποβόσκουσας απειλής και της έλλειψης ανοχής μπροστά στην αβεβαιότητα.

Οι άνθρωποι προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο της κατάστασης και συχνά, για να το πετύχουν, προκαθορίζουν αυθαίρετα ότι κάτι θα πάει στραβά, νομίζοντας πως αν το αποφύγουν, αποφεύγουν τον γενικότερο κίνδυνο και ως εκ τούτου διατηρούν τον έλεγχο.

Υπάρχουν άτομα, που σε κάθε τι νέο αναγνωρίζουν μόνο κινδύνους και τα οποία βιώνουν μία έντονη και δυσβάσταχτη δυσφορία μπροστά στην αβεβαιότητα και το άγνωστο και νιώθουν την απόλυτη αναγκαιότητα για σιγουριά ως προς την έκβαση διαφόρων καταστάσεων, καθώς και την αδυναμία διαχείρισης του μη προβλέψιμου και ασαφούς.

Υπεραναλύουν, προσπαθούν να κάνουν στο μυαλό τους όλα τα πιθανά σενάρια και αναζητούν διαβεβαιώσεις προκειμένου να εξουδετερώσουν το άγχος για μελλοντικά αβέβαια γεγονότα.

Ταυτόχρονα, αποφεύγουν καταστάσεις που τις βιώνουν ως τελείως ασαφείς και ως εκ τούτου ως δυνητικά «επικίνδυνες». Αντιμετωπίζουν γενικά τη ζωή μέσα από ένα γνωστικό φίλτρο άγχους.

Πρόκειται για άτομα τα οποία συνήθως έχουν σχετικά χαμηλή αυτοπεποίθηση και ελλιπή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και γενικά αλλά και συγκεκριμένα ως προς τη δυνατότητά τους να διαχειριστούν κάτι καινούριο, την αλλαγή ή και την πιθανή αποτυχία αυτής, καθώς και να προσαρμοστούν στις νέες καταστάσεις.

Ενημερωθείτε για το ασύγχρονο σεμινάριο Η ψυχική δουλειά στην αυτοπεποίθηση από την πλατφόρμα του PSYVERSITY

Οικογενειακό περιβάλλον και φόβος αλλαγής

Πρώιμα βιώματα χωρισμού ή θανάτου στην οικογένεια μπορεί να επιδράσουν τραυματικά, ως προς τη συναισθηματική φόρτιση κάθε τι καινούριου αλλά και την ανάπτυξη μίας δυσπροσαρμοστικότητας.

Τα άτομα αυτά, έχουν μεγαλώσει πολλές φορές σε ένα περιβάλλον με γονείς άλλοτε φοβικούς και άλλοτε υπερπροστατευτικούς, οι οποίοι υποχωρούν αμέσως, μπροστά στο πρώτο κλάμα του παιδιού, το οποίο φοβάται ή και αρνείται την επαφή με κάτι καινούριο. Η ενθάρρυνση και η ταυτόχρονη διαβεβαίωση της παρουσίας του γονιού μπορούν να οδηγήσουν σε σταδιακή μείωση του φόβου, ο οποίος αρχίζει να εξανεμίζεται όταν προστεθούν και θετικά βιώματα.

Ορισμένες φορές συναντάμε και άτομα με φόβο αλλαγής, τα οποία μεγάλωσαν με ιδιαίτερα δυναμικούς γονείς, οι οποίοι δεν άφηναν το περιθώριο στο παιδί να «πάθει για να μάθει» να εμπιστεύεται σιγά σιγά τις δικές του δυνάμεις.

Πίσω από το φόβο της αλλαγής, κρύβεται συχνά ο φόβος αποτυχίας ενός νέου ξεκινήματος, ο οποίος μπορεί να είναι επακόλουθο παλαιότερης αποτυχίας και να παρεμποδίσει κάθε προσπάθεια για αλλαγή καθώς η αίσθηση ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση, διογκώνει την εικόνα του ρίσκου. Επίσης, πολύ συχνά συνυπάρχει ένα άγχος αποχωρισμού και η επακόλουθη δυσκολία των ατόμων αυτών να αποχωρίζονται άτομα και καταστάσεις.

Γνωστικά λάθη των ατόμων που φοβούνται την αλλαγή

Τα δύο γνωστικά λάθη που κάνουν συχνά τα άτομα αυτά, είναι ο καταστροφικός τρόπος σκέψης και η συναισθηματική λογική. Αφενός μεν δηλαδή εστιάζουν στην πιθανή αρνητική έκβαση, την οποία και θεωρούν ως τόσο πιθανή που τη βιώνουν ως απειλή και αφετέρου, εξάγουν συμπεράσματα βασιζόμενοι στη συναισθηματική τους κατάσταση και όχι σε γεγονότα. Η πεποίθησή τους είναι πως δεν είναι σε θέση να αντέξουν την αβεβαιότητα.

Προκειμένου να περιορίσουν το προκαλούμενο άγχος, τα άτομα προσπαθούν να καταφύγουν σε συμπεριφορές αναζήτησης διαβεβαίωσης ασφάλειας, μέσω υπερανάλυσης πιθανών σεναρίων, εκτίμησης λεπτομερειών, επανελέγχων και διαβεβαιώσεων από τρίτους.

Κατά αυτόν τον τρόπο καθησυχάζονται παροδικά, όχι επειδή ανακτούν τον έλεγχο αλλά μέσω του αισθήματος - της ψευδαίσθησης του ελέγχου.

Πολλές φορές μάλιστα, προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα μίας επιπόλαιης ή «λάθος» επιλογής, την οποία και θα μετανιώσουν στο μέλλον, αναπτύσσουν έντονη αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα, ως μεθόδους αποφυγής του αναπόφευκτου.

Δεδομένου του ανέφικτου της διασφάλισης και εγγύησης της απόλυτης ασφάλειας υπό το πρίσμα του αστάθμητου παράγοντα που λέγεται «μέλλον», τόσο οι συμπεριφορές διαβεβαίωσης ασφάλειας, όσο και οι συμπεριφορές αποφυγής, ενδέχεται μακροπρόθεσμα να οδηγήσουν σε δυσπροσαρμοστικές στρατηγικές αντιμετώπισης της αβεβαιότητας- της αμφιβολίας και να ενισχύσουν το άγχος.

Ένα σοβαρό ερώτημα που προκύπτει είναι τι γίνεται στην περίπτωση που το οικείο είναι δυσάρεστο, απειλητικό και προκαλεί δυσφορία ή στην περίπτωση γενικά που καλούμαστε να πάρουμε μία απόφαση ως προς το να μείνουμε ή να φύγουμε από μία γνωστή κατάσταση;

Πολλές φορές, ο φόβος μας μπροστά στο άγνωστο και απρόβλεπτο μέλλον, μας οδηγεί στην αποδοχή ενός παράλογου και δυσάρεστου παρόντος. Το καινούριο ταυτίζεται με το χαοτικό και η προσπάθεια πρόβλεψης των συνεπειών μετατρέπεται σε μία δαιδαλώδη και χαοτική υπερανάλυση.

Στο δίλημμα «μένω ή αλλάζω» η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θα απαντήσουν το πρώτο. Ωστόσο, όταν όλα συνάδουν υπέρ της απομάκρυνσης από το οικείο, γιατί ενδέχεται να είναι βλαβερό για το Εγώ, και το άτομο δεν το κάνει, τότε μιλάμε για πλήθος ψυχικών αμυνών, με προεξάρχουσα την άρνηση και εν τέλει μία ψυχική αγκύλωση. Όταν επιλέγουμε να ζήσουμε με το φόβο για το άγνωστο, οι επιλογές και οι αποφάσεις που παίρνουμε δε μας εξελίσσουν. Κάθε απόφασή μας καταλήγει να βασίζεται σε αυτό το φόβο.

Η θεραπευτική προσέγγιση του φόβου - άγχους μπροστά στο άγνωστο

Η θεραπευτική προσέγγιση του φόβου - άγχους μπροστά στο άγνωστο, στο καινούριο, στο αβέβαιο, καλείται να διερευνήσει και ίσως να αμφισβητήσει την ανάγκη του ατόμου για έλεγχο και βεβαιότητα. Η συνειδητοποίηση της δυσλειτουργικότητας των συμπεριφορών ασφαλείας, βοηθά στον απεγκλωβισμό από αυτές. Τα άτομα καλούνται να μάθουν ότι το απρόβλεπτο είναι διαχειρίσιμο, κυρίως βιώνοντάς το. Όσο συχνότερα έρθουμε σε επαφή με ό,τι μας φοβίζει, τόσο πιο εύκολα αποδομείται ο φόβος μας.

Η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης του ατόμου είναι θεμελιώδους σημασίας. Ο θεραπευόμενος καλείται να θυμηθεί όλες τις καταστάσεις κατά τις οποίες τα κατάφερε: να αλλάξει, να προσαρμοστεί, να πάρει αποφάσεις.

Στην πορεία της θεραπείας είναι σημαντικό να αναζητήσουμε την αιτία του φόβου, να κατανοήσουμε τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις που υπάρχουν πίσω από αυτόν, καθώς και να ανακαλύψουμε τυχόν συσχέτιση με παλαιότερες αρνητικές εμπειρίες. Το επόμενο βήμα είναι η αποδοχή της αποτυχίας ως πιθανότητα, η απομυθοποίησή της. Πολλές φορές καλούμε τους θεραπευόμενους να σκεφτούν όντως το «worse case scenario» και να το αποδομήσουν, ώστε να αρχίσει να φαντάζει λιγότερο τρομακτικό.

Σημαντικό για την αντιμετώπιση του φόβου μπροστά στο άγνωστο είναι να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες από τον εαυτό μας, προκειμένου να μην προβούμε στην αυτοεκπληρούμενη προφητεία της αποτυχίας και ως εκ τούτου της απογοήτευσης. Το κλειδί της επιτυχίας είναι να επικεντρώσουμε τη συνείδησή μας σε αυτά που θέλουμε πραγματικά και όχι στο γενικότερο πλάνο και ως εκ τούτου σε αυτά που φοβόμαστε.

Επίσης, η εξάσκηση σε τακτικές για τη διαχείριση των συναισθημάτων μας, ώστε να μη γινόμαστε έρμαια αυτών, μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερα βοηθητικό παράγοντα.

Γενικά, η συνειδητοποίηση ότι δικαιούμαστε να φοβόμαστε και ότι απλά καλούμαστε να διαχειριστούμε το φόβο μας, είναι ίσως το πιο σημαντικό κλειδί στη θεραπεία. Το αίσθημα ντροπής λόγω του φόβου, με αποτέλεσμα να τον κρύβουμε ή να τον αποσιωπούμε έστω, όχι απλά δε βοηθά στη μείωσή του αλλά τον διογκώνει, με το μηχανισμό των καταπιεσμένων συναισθημάτων.

Η αυτογνωσία σχετικά με τα πράγματα που «δικαιούμαστε» να μη γνωρίζουμε, βοηθά στη μείωση του τρόμου που τα περιβάλλει.

Οι θεραπευτές δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο φόβος για το άγνωστο όμως είναι παράλληλα και ένα στοιχείο που υπάρχει πίσω από κάθε αντίσταση στη θεραπεία, συντηρώντας την ψυχική ασθένεια ή γενικότερα μία δυσλειτουργική συμπεριφορά. Αυτό γίνεται παρόλο που η θεραπεία μπορεί να είναι επιθυμητή, γιατί ο άνθρωπος υποφέρει και θέλει να αλλάξει.

Ο ζωγράφος Vincent van Gogh φέρεται να έλεγε πως η αλλαγή στη ζωή είναι αναγκαία, όπως αλλάζουν τα φύλλα των δέντρων την άνοιξη και ο Σωκράτης συμβούλευε να επικεντρωνόμαστε στο χτίσιμο του καινούριου.

Εν τέλει, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε στο μυαλό μας είναι ότι όντως δε γνωρίζουμε αν το καινούριο θα είναι καλύτερο αλλά ότι ο μόνος τρόπος για να το διαπιστώσουμε, είναι να πάμε προς τα εκεί, παρά το όποιο καρδιοχτύπι φόβου. 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

S. Freud (1919). Το Ανοίκειο. Εκδόσεις Πλέθρον. Αθήνα, 2009.
E. Jentsch (1906). Zur Psychologie Des Unheimlichen. Kessinger Publishing, 2010.
Abramowitz, J. S. & Blakey, S. M. (2020). Clinical handbook of fear and anxiety: Maintenance processes and treatment mechanisms. American Psychological Association.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Βαϊζίδου Χριστίνα - Ψυχίατρος

Βαϊζίδου Χριστίνα: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχοφαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση για όλο το φάσμα των ψυχιατρικών παθήσεων ενηλίκων.Το θεραπευτικό πλάνο διαμορφώνεται εξατομικευμένα αναλόγως των αναγκών του ασθενούς.