Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες είναι διαταραχές που σχετίζονται με προβλήματα στη σεξουαλική απόκριση. Σε αυτή τη γενική κατηγορία ανήκουν οι διαταραχές της επιθυμίας, όπως η αποστροφή προς τη σεξουαλική δραστηριότητα και η υποτονική σεξουαλική επιθυμία, καθώς και τα προβλήματα οργασμού, όπως η πρόωρη εκσπερμάτιση στους άνδρες και ο ανεσταλμένος οργασμός στους άνδρες και στις γυναίκες.

Η στυτική δυσλειτουργία παρεμποδίζει σε σημαντικό βαθμό τη σεξουαλική πράξη. Είναι όμως δυνατόν να θεραπευτεί με τη χρήση σχετικά απλών συμπεριφοριστικών και φαρμακευτικών παρεμβάσεων.

Στυτική δυσλειτουργία

Σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-IV-TR, προκειμένου να δοθεί η διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας, απαιτείται επίμονη ή υποτροπιάζουσα αδυναμία επίτευξης ή διατήρησης επαρκούς στύσης μέχρι την ολοκλήρωση και το πέρας της σεξουαλικής δραστηριότητας, η οποία προκαλεί έκδηλη ενόχληση ή διαπροσωπικές δυσκολίες.

Πρόκειται για μια σχετικά κοινή διαταραχή, ιδιαίτερα μεταξύ των μεγαλύτερων σε ηλικία ανδρών, παρόλο που μπορεί επίσης να παρουσιαστεί και σε νεότερους.

Οι Laumann Και συνεργάτες (1999), για παράδειγμα, έχουν αναφέρει ποσοστό επικράτησης 7% στους άνδρες ηλικίας από 18 έως 29 ετών.

Αντίστοιχα, τα ποσοστά επικράτησης στις ηλικίες μεταξύ 30-39 ετών είναι 9%, στις ηλικίες 40-49 είναι 11%, και στις ηλικίες 50-59 είναι 18%.

Μερικά από τα αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας είναι οργανικά: μεταξύ αυτών η υψηλή αρτηριακή πίεση και η μακροχρόνια επίδραση ουσιών, όπως το αλκοόλ, η ηρωίνη, η μαριχουάνα και το κάπνισμα.

Οι Masters και Johnson (1970) πάντως εντόπισαν οργανικά αίτια μόνο στους 7 από τους 213 άνδρες που εξέτασαν. Τα πιο συχνά αίτια του προβλήματος φαίνεται ότι είναι ψυχολογικής φύσης και σχετίζονται είτε άμεσα είτε έμμεσα με την κατάσταση.

Άμεσα σχετιζόμενα αίτια: άγχος απόδοσης, έλλειψη επαρκούς ερεθισμού, προβλήματα στη σχέση, έλλειψη οικειότητας με τη σύντροφο, κακή επικοινωνία ζεύγους.

Έμμεσα σχετιζόμενα αίτια: τραυματικές σεξουαλικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία, ανεπίλυτα ζητήματα προσκόλλησης στη σύντροφο ή στους γονείς, θέματα σεξουαλικής ταυτότητας ή θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού.

Ψυχοδυναμική ερμηνεία για τη στυτική δυσλειτουργία

Σύμφωνα με τον Janssen (1985), η στυτική δυσλειτουργία προκύπτει από έναν αστερισμό οιδιπόδειων συγκρούσεων που σχετίζονται με φόβο ευνουχισμού ή αιμομιξίας, αβεβαιότητα για τη σεξουαλική ταυτότητα, επιλογή αιμομικτικών αντικειμένων, λανθάνουσες ομοφυλοφιλικές τάσεις και φόβο επιθετικών-φαλλικών ενορμήσεων.

Οι συγκρούσεις αυτές συνήθως οφείλονται σε παράγοντες που εμποδίζουν την ομαλή μετάβαση από το οιδιπόδειο στα επόμενα στάδια ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης.

Ο Janssenn περιέγραψε τη σχετική περίπτωση ενός άνδρα, ο οποίος ανέφερε ότι όταν ο ίδιος ήταν παιδί η μητέρα του συζητούσε μαζί του για τη σχέση της με τον πατέρα του. Ο πατέρας του, που το πληροφορήθηκε, θύμωσε πολύ και κακοποίησε τη μητέρα του. Το παιδί φοβήθηκε ότι θα γινόταν και αυτό στόχος της οργής του πατέρα του και βίωσε μια σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας του, από τη μια, να υπερασπιστεί τη μητέρα του και, από την άλλη, να αποφύγει την αντιπαράθεση με τον πατέρα του.

Αυτό το περιστατικό απέτρεψε την επιτυχή επίλυση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Στην ενήλικη ζωή του, ο φόβος του άνδρα για τον επιθετικό πατέρα του παρεμπόδισε τη δημιουργία κατάλληλων συναισθηματικών και σεξουαλικών σχέσεων με γυναίκες. Η θεραπεία εστιάστηκε στην αντιμετώπιση της σχέσης του πελάτη με τον πατέρα του και δεν καταπιάστηκε με προφανή θέματα σεξουαλικής λειτουργίας.

Η γνωσιακή ερμηνεία για τη στυτική δυσλειτουργία

Ο Bancroft (1999) πρότεινε μια περισσότερο γνωσιακή εξήγηση για τη στυτική δυσλειτουργία. Υποστήριξε ότι το άγχος επηρεάζει με αρνητικό τρόπο τη σεξουαλική επίδοση ως αποτέλεσμα της επενέργειας γνωσιακών και αντιληπτικών παραγόντων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σεξουαλική διέγερση των ανδρών βασίζεται σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ διεγερτικών και ανασταλτικών μηχανισμών.

Δύο βασικές ανασταλτικές διεργασίες είναι το άγχος απόδοσης και ο φόβος της αποτυχίας.

Και οι δύο δύνανται να οδηγήσουν σε μια διεργασία που οι Masters & Johnson ορίζουν ως οπτική του θεατή, κατά την οποία το άτομο ασχολείται τόσο πολύ με την επάρκεια της επίδοσής του ή με τις συνέπειες μιας πιθανής του αποτυχίας, ώστε η προσοχή του αποσπάται από τα σεξουαλικώς διεγερτικά στοιχεία και ο ίδιος χάνει τη στύση του.

Πολλές εργαστηριακές μελέτες παρέχουν υποστήριξη στο μοντέλο του Bancroft.

Οι μελέτες αυτές έχουν δείξει ότι η απαίτηση για απόδοση αυξάνει τη σεξουαλική διέγερση των περισσότερων ανδρών, φέρνει όμως το αντίθετο αποτέλεσμα σε άνδρες με στυτική δυσλειτουργία.

Εκτός αυτού, η παρουσία μη σεξουαλικών ερεθισμάτων είναι περισσότερο διασπαστική για τους άνδρες με αυτή τη διαταραχή (Cranston-Cuebaw & Barlow, 1990).

Οι περισσότεροι άνδρες θέτουν αυθαίρετα και από μόνοι τους υπερβολικά υψηλά επίπεδα απόδοσης, τα οποία φιλοδοξούν να φτάσουν.

Οι Zilbergeld (1992), για παράδειγμα, παρατήρησε ότι οι άνδρες συνήθως έχουν την ιδέα ότι η απόδοσή τους αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» κάθε σεξουαλικής συνεύρεσης.

Η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται απαραίτητα από τη σύντροφό τους. Σύμφωνα πάντα με τον Zilbergeld, η αποτυχία του άνδρα να επιτύχει αυτό το ιδανικό οδηγεί σε φόβο δυσλειτουργίας, αίσθημα έλλειψης αρρενωπότητας και μειωμένο ενδιαφέρον για τη σύντροφό του.

Θεραπεία μέσω μείωσης άγχους και απευαισθητοποίησης

Το κλασικό πρόγραμμα θεραπείας για τη στυτική δυσλειτουργία είναι γνωστό ως αισθητηριακός εστιασμός και αναπτύχθηκε από τους Masters & Johnson (1970). 

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει μια δομημένη προσέγγιση η οποία είναι σχεδιασμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε να απομακρύνει το στρες από τη σεξουαλική πράξη.

Αρχικά το ζευγάρι μαθαίνει να αγγίζεται με ευχάριστους τρόπους, με τον περιορισμό να μην ακουμπήσει ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου.

Στόχος είναι οι δύο σύντροφοι να απολαύσουν την οικειότητα του αγγίγματος και όχι να ανταλλάξουν σεξουαλική ευχαρίστηση.

Μόλις νιώσουν άνετα με τον μη σεξουαλικό αισθητηριακό εστιασμό, λαμβάνουν την οδηγία να αγγίξουν σταδιακά ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου, χωρίς να ανταλλάξουν ευχαρίστηση. Σε αυτό το στάδιο ισχύει ακόμη η εντολή να μην επιχειρήσουν να έρθουν σε σεξουαλική επαφή και ο άνδρας να μην προσπαθήσει να έχει στύση ή να τη διατηρήσει (παρόλο που αυτό συμβαίνει συνήθως).

Τέλος, όταν το ζευγάρι νιώσει άνετα με αυτό το επίπεδο οικειότητας, μπορεί να προχωρήσει στη σεξουαλική συνεύρεση. Αυτή η παρέμβαση εφαρμόζεται πολύ συχνά και παρόλο που λίγες έρευνες έχουν επιχειρήσει να την αξιολογήσουν, θεωρείται γενικά εξαιρετικά αποτελεσματική (Hawton et al., 1986).

Γνωσιακές τεχνικές για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας

Υπάρχουν σχετικά λίγες έγκυρες έρευνες για την αποτελεσματικότητα των γνωσιακών παρεμβάσεων στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Οι Goldman & Carroll (1990) πάντως αναφέρουν τα αποτελέσματα αρκετών σεμιναρίων, στα οποία παρέχεται η κατάλληλη ενημέρωση για σεξουαλικά θέματα και γίνεται αμφισβήτηση των δυσλειτουργικών γνωσιών.

Από τα άμεσα αποτελέσματα αυτών των προγραμμάτων φαίνεται ότι οι συμμετέχοντες επιτυγχάνουν σημαντικές αλλαγές στις γνώσεις και στις στάσεις τους απέναντι στο σεξ, και αναφέρουν βραχυπρόθεσμη αύξηση της συχνότητας των επαφών και της ικανοποίησης. Δεν υπάρχουν ωστόσο αναφορές από μακροπρόθεσμα ευρήματα.

Θεραπεία στυτικής δυσλειτουργίας μέσω διαπροσωπικών παρεμβάσεων

Οι Hawton και συνεργάτες (1992) αναφέρουν ότι ο πιο σημαντικός προβλεπτικός παράγοντας για το αποτέλεσμα ενός προγράμματος αισθητηριακού εστιασμού και των τεχνικών σταδιακού ερεθισμού είναι η άποψη του ζευγαριού πριν τη θεραπεία σε σχέση με την επικοινωνία τους μέσα στον γάμο.

Τρεις τομείς βρίσκονται στο επίκεντρο των διαπροσωπικών παρεμβάσεων (Rosen, 2001):

  • Ζητήματα θέσης και κυριαρχίας.
  • Οικειότητα και εμπιστοσύνη.
  • Απώλεια σεξουαλικής έλξης.

Καθένας από αυτούς τους τομείς μπορεί να παίξει περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό ρόλο στο ιστορικό της σεξουαλικής σχέσης. Τα ζητήματα θέσης και κυριαρχίας μπορεί να θεωρηθούν πιο σημαντικά όταν ο ένας σύντροφος χάνει την εργασία του ή παίρνει προαγωγή.

Τα θέματα οικειότητας ή εμπιστοσύνης είναι δυνατόν να καταλάβουν κεντρική θέση μετά από έναν παράνομο δεσμό.

Τέλος, η απώλεια της σεξουαλικής έλξης μπορεί να ακολουθήσει μετά από ορισμένες σωματικές ή ψυχολογικές αλλαγές των συντρόφων (π.χ. αύξηση του βάρους κ.λπ.). Οι Hawton και συνεργάτες ακολούθησαν μια παρέμβαση εστιασμένη σε αυτούς τους παράγοντες και βρήκαν ότι το αποτέλεσμα ήταν θετικό για το 70% των ζευγαριών.

Η ιατρική προσέγγιση της στυτικής δυσλειτουργίας

Η πιο γνωστή φαρμακευτική θεραπεία για τη στυτική δυσλειτουργία είναι η σιλδεναφίλη, ευρέως γνωστή ως Viagra, που δρα στον λείο μυϊκό ιστό του πέους. Είναι ένας αναστολέας του ενζύμου τύπου 5 φωσφοδιεστεράσης, μια ουσία που προκαλεί τη χαλάρωση του λείου μυϊκού ιστού και διατηρεί τη στύση. Έχει αποδειχθεί γενικά αποτελεσματικό στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, όποιο και αν είναι το αίτιό της.

Οι Goldstein και συνεργάτες (1998) σημειώνουν ότι το 70% των ανδρών στους οποίους χορηγήθηκε Viagra ανέφερε βελτίωση στην ποιότητα και στη συχνότητα των στύσεων, καθώς και ότι το 70% των προσπαθειών για σεξουαλική συνεύρεση στέφθηκε με επιτυχία έναντι του 22% των προσπαθειών που έκαναν οι συμμετέχοντες στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο.

Ο τύπος 5 της φωσφοδιεστεράσης βρίσκεται κυρίως στο πέος και σε άλλες περιοχές του σώματος. Είναι συνεπώς επόμενο ότι το 16% των ανδρών που το λαμβάνουν να εμφανίζει πονοκεφάλους, το 10% περίπου κοκκίνισμα στο πρόσωπο, ενώ πιο σπάνιες είναι οι στοματικές διαταραχές και οι αλλοιώσεις στην όραση των χρωμάτων.

Ως μια από τις πιο δραματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο αναφέρθηκε η καρδιακή αναπνοή, αν και αυτή θεωρείται πλεόν ότι είναι αποτέλεσμα της έντονης σωματικής δραστηριότητας και όχι του φαρμάκου (Holmes, 2000).

Ένα από τα οφέλη του Viagra είναι ότι διευκολύνει τη σεξουαλική απόκριση, δεν την προκαλεί. Η διέγερση επομένως ακολουθεί τον σεξουαλικό ερεθισμό και δεν εμφανίζεται με τη λήψη του φαρμάκου.

Στύση μπορεί επίσης να επιτευχθεί με αντλίες κενού, ενέσιμη χορήγηση φαρμάκων απευθείας στο πέος και τεχνητές προθέσεις. Όλες αυτές οι μέθοδοι έχουν αποτελέσματα, μερικές μάλιστα χρησιμοποιούνται ακόμη, αν και μετά την εμφάνιση του Viagra και άλλων παρόμοιων σκευασμάτων η χρήση τους μειώνεται όλο και περισσότερο.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr