Προκειμένου να χτίσετε μία ικανοποιητική σχέση με τα παιδιά σας, είναι απαραίτητο να μάθετε να επικοινωνείτε μαζί τους με θετικό και εποικοδομητικό τρόπο.

Αν θέλετε τα παιδιά να επικοινωνούν μαζί σας, πρέπει να τα πείσετε με τη στάση και τη συμπεριφορά σας ότι ενδιαφέρεστε πραγματικά να τα ακούσετε.

Είναι πολύ σύνηθες φαινόμενο σε αρκετές οικογένειες η επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά να είναι προβληματική. 

Είναι σημαντικό να μιλάμε με το παιδί μας και όχι στο παιδί μας.

Όταν μιλάμε στο παιδί μας, συχνά υπάρχει γκρίνια, υπενθύμιση, κριτική, απειλή, «κήρυγμα», «ανάκριση», συμβουλές, αξιολόγηση, υποβιβασμός.

Αυτού του είδους η επικοινωνία δε θα πρέπει να χαρακτηρίζει εν γένει τις διαπροσωπικές σχέσεις πόσο μάλλον την επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, η οποία σε τέτοιες περιπτώσεις παρεμποδίζει, αντί να βελτιώνει την επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά και δημιουργεί ένταση στη μεταξύ τους σχέση. (παράδειγμα με φίλους προφορικά)

Ποιοι είναι οι ρόλοι που παίζουμε όταν τα παιδιά εκφράζουν τα συναισθήματά τους;

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις γονέων που θεωρούν λάθος να εξωτερικεύουν τα αρνητικά τους συναισθήματα, όπως το θυμό, το φόβο ή την απογοήτευση. Σε αυτό οφείλεται η αδυναμία τους να διαχειριστούν την εκδήλωση των αρνητικών συναισθημάτων από μέρους των παιδιών τους με αποτέλεσμα να αντιδρούν παίρνοντας έναν από τους παρακάτω ρόλους:

Του αρχιστράτηγου: Ο γονιός αυτός επιδιώκει να ελέγχει πάντα την κατάσταση. Απαιτεί από το παιδί να απαλλαγεί αμέσως από τα αρνητικά του συναισθήματα και χρησιμοποιεί διαταγές, εντολές και απειλές προκειμένου να μπορεί να διαχειρίζεται όλα τα θέματα που προκύπτουν.

Του ηθικολόγου: Ο γονιός που επιλέγει αυτό το ρόλο, είναι αυτός που λέει πάντα «πρέπει». «Πρέπει να κάνεις αυτό», «Δεν πρέπει να κάνεις εκείνο». Είναι ο γονιός που κάνει «κήρυγμα» και ενδιαφέρεται για να έχει το παιδί του τα «σωστά» και πρέποντα συναισθήματα και αντιδράσεις.

Του παντογνώστη: Αυτοί οι γονείς επιδιώκουν συνεχώς να αποδείξουν στο παιδί ότι λόγω της εμπειρίας και της γνώσης που έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής τους, είναι ικανοί να δίνουν λύσεις/ απαντήσεις για όλα τα προβλήματα που παρουσιάζονται στη ζωή. Συνηθίζουν να κάνουν «κήρυγμα», συμβουλεύουν και προτρέπουν στο παιδί να στηρίζεται στη λογική/ κριτική του ικανότητα. 

Του δικαστή: Οι γονείς αυτοί καταδικάζουν το παιδί προτού γίνει η «δίκη». Θέλουν να επιβεβαιώνουν συνεχώς τις προσδοκίες τους ότι η συμπεριφορά τους είναι πάντα η σωστή ενώ του παιδιού πάντα εσφαλμένη.

Του κριτικού: Ο γονιός που επιλέγει αυτόν το ρόλο ενδιαφέρεται πρωτίστως να έχει δίκιο. Προκειμένου να υποβιβάσει το παιδί, ο κριτής βασίζεται στη γελοιοποίηση, στις ετικέτες που προσδίδει στο παιδί, στο σαρκασμό ή στην ειρωνεία («είσαι χαζός», «δεν μπορείς να κάνεις τίποτα», «είσαι φοβητσιάρης», «είσαι τεμπέλης» κλπ.).

Του ψυχολόγου: Ο γονιός που παίρνει το ρόλο του ψυχολόγου προσπαθεί να αναλύσει το πρόβλημα. Έχοντας τις καλύτερες προθέσεις, θέλει να ακούσει όλες τις λεπτομέρειες, για να μπορέσει να διορθώσει το παιδί. Ο ψυχολόγος αναλύει, υποβάλλει ερωτήσεις και κάνει διάγνωση.

Του παρηγορητή: Οι γονείς με το ρόλο αυτό, προσπαθούν να αποφύγουν τη συμμετοχή στο πρόβλημα, παίρνοντας πολύ «ελαφρά» τα συναισθήματα του παιδιού. Ένα καθησύχασμα, ένα χάδι και η προσποίηση ότι όλα θα πάνε καλά, είναι η απάντησή τους στις ανησυχίες του παιδιού.

Πώς θα γίνετε καλός ακροατής;

Η επικοινωνία πρέπει να βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, που σημαίνει ότι τα παιδιά και οι γονείς επιτρέπουν ο ένας στον άλλο να εκφράσει τα συναισθήματά του και τις πεποιθήσεις του χωρίς το φόβο της απόρριψης ∙ σημαίνει ότι δεχόμαστε αυτό που λέει ο άλλος. Μπορεί να μην συμφωνείτε με τα παιδιά σας, μπορείτε, όμως, να τους δείξετε ότι αποδέχεστε τα συναισθήματά τους.

Με τον τόνο της φωνής σας και με τις λέξεις που χρησιμοποιείτε, δείχνετε παραδοχή και προσοχή. Προκειμένου να γίνετε ένας καλός ακροατής, χρειάζεται να διαθέτετε χρόνο, συγκέντρωση και πραγματικό ενδιαφέρον που φαίνεται από το βλέμμα σας και τη στάση του σώματός σας. Ορισμένες φορές, η καλή ακρόαση χρειάζεται λεκτικές απαντήσεις, ενώ άλλες φορές απαιτεί από εμάς τη σιωπή.

Αντανακλαστική ακοή

Για να μπορούμε να ακούμε τα παιδιά μας, χρειάζεται να τους δώσουμε το μήνυμα ότι αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από αυτό που λένε, ακόμα και πίσω από αυτό που δεν εκφράζουν με λόγια. Ακούγοντας «αντανακλαστικά» το παιδί, το βοηθάμε να ξανασκεφτεί το πρόβλημα που το απασχολεί. Μπορούμε να λειτουργήσουμε σαν καθρέφτης, δείχνοντάς του τα συναισθήματά του, έτσι ώστε να το βοηθήσουμε να βάλει τα θεμέλια για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. 

Ένα παράδειγμα αντανακλαστικής ακοής είναι το εξής: 

Παιδί: Η δασκάλα είναι άδικη! Ποτέ δεν θα τα καταφέρω στο σχολείο!

Γονιός: Αισθάνεσαι θυμωμένη και απογοητευμένη κι έχεις καταθέσει τα όπλα.

Με τον τρόπο αυτό, η αντανακλαστική ακοή περιλαμβάνει την ανάγκη να κατανοήσετε αυτό που νιώθει και που θέλει να πει το παιδί, και στη συνέχεια να του πείτε αυτό που καταλάβατε. Έτσι, θα αισθανθεί ότι το κατανοείτε και το δέχεστε.

Χρησιμοποιώντας την αντανακλαστική ακοή δίνουμε ανοιχτές απαντήσεις που καθρεφτίζουν τα συναισθήματα του παιδιού και αυτό που εννοεί. Χρειάζεται ευαισθητοποίηση σε μια μεγάλη ποικιλία συναισθημάτων, καθώς επίσης και επικοινωνιακές δεξιότητες. Η αντανακλαστική ακοή δεν κρίνει, αλλά ενθαρρύνει το παιδί να νιώσει ότι το ακούν, το κατανοούν και να συνεχίσει να μιλάει.

Η επικοινωνία πραγματοποιείται πάντα τόσο σε λεκτικό όσο και σε μη λεκτικό επίπεδο. Οι πράξεις μας, η στάση του σώματός μας, οι εκφράσεις του προσώπου μας και ο τόνος της φωνής μας, μεταδίδουν μηνύματα, συνειδητά ή ασυνείδητα.

Μπορούμε να επικοινωνήσουμε και χωρίς λόγια, με ένα χαμόγελο, ένα χάδι στην πλάτη, ένα συνοφρύωμα. Όταν αποφασίζουμε σιωπηρά να μην υπερπροστατεύουμε, να μην γκρινιάζουμε ή να μην επεμβαίνουμε, δίνουμε το μήνυμα της παραδοχής. Όταν απαντάμε χωρίς να κρίνουμε, αποδεχόμαστε τα συναισθήματα του παιδιού μας και ενισχύουμε την κατανόηση και την επικοινωνία.

Πώς θα απαντήσουμε στα μηνύματα που δίνονται χωρίς λόγια:

Αποκλειστικά με την ακοή δεν μπορούμε να αντιληφθούμε το νόημα μιας σκυθρωπής ματιάς, ενός χαμόγελου ή ενός δακρυσμένου προσώπου. Η έκφραση αποκαλύπτει αυτό που εννοούμε με πιο εμφανή τρόπο σε σχέση με τα λόγια. Πρέπει να μάθουμε να αντιλαμβανόμαστε το νόημα της συμπεριφοράς του παιδιού λαμβάνοντας το μήνυμα που στέλνει με την έκφρασή του ανεξάρτητα από τα λόγια.

Ορισμένοι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να απαντήσουμε στα μηνύματα που εκπέμπονται χωρίς λόγια:

«Με το κατσούφιασμα σου, φαίνεται ότι διαφωνείς.»

«Δείχνεις πολύ χαρούμενη, όταν φωτίζεται έτσι το πρόσωπό σου.»

«Φαίνεσαι πολύ αναστατωμένος. Θέλεις να μιλήσουμε;»

Οι φράσεις που δείχνουν ότι διακρίνετε τις ενδείξεις που δίνει το παιδί στο μη λεκτικό πεδίο, το παρακινούν να εκφράσει τα συναισθήματά του.

Πώς αντιδρούν τα παιδιά όταν οι γονείς αρχίζουν να εφαρμόζουν την αντανακλαστική ακοή:

Όταν δοκιμάσετε την αντανακλαστική ακοή, θα είναι κάτι καινούριο και πρωτόγνωρο τόσο για εσάς όσο και για το παιδί σας. Γι’ αυτό θα πρέπει να περιμένετε μια ξαφνιασμένη αντίδραση στις πρώτες σας προσπάθειες να την εφαρμόσετε.

Καλό είναι να μην αναγκάσετε το παιδί να μοιραστεί τα συναισθήματά του μαζί σας αλλά να το αφήσετε ελεύθερο να δεχτεί ή να απορρίψει την προσφορά σας για βοήθεια. Μην αποθαρρύνεστε αν δεν αντιδρά γρήγορα. Στην επαφή σας με το παιδί, δεν λύνονται πάντα τα προβλήματά του. Συχνά η υπομονή και οι προσπάθειές σας να το βοηθήσετε να δει τα προβλήματά του καθαρότερα, το βοηθούν να το αντιμετωπίσει μόνο του αργότερα. Μην παραιτηθείτε αν η αντανακλαστική ακοή δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα. 

Πώς θα φτιάξετε μια απάντηση με την αντανακλαστική ακοή:

Η αντανακλαστική ακοή είναι μια ικανότητα που την αποκτάτε με προσπάθεια και εξάσκηση. Για να μάθετε να ακούτε αντανακλαστικά είναι πολύ βοηθητική η ακόλουθη μέθοδος:

Όταν το παιδί σας στέλνει ένα μήνυμα σχετικό με τα συναισθήματά του, σκεφτείτε: «Τι νιώθει;» Βρείτε μια λέξη που να περιγράφει τη συγκίνηση που αισθάνεται.

Παράδειγμα: Όταν ο γιος σας λέει: «Σίγουρα θα χαρώ πολύ όταν τελειώσει το σχολείο! Δεν μου αρέσει καθόλου!» (Ερώτηση: «τι νιώθει;» Πιθανή απάντηση: «βαριέται»). Τώρα φτιάξτε μια φράση με τη λέξη του συναισθήματος «Μου φαίνεται πως λες ότι βαριέσαι το σχολείο.»

Αν συγκεντρώσετε την προσοχή σας στο ερώτημα: «Τι αισθάνεται το παιδί μου;», θα διαπιστώσετε ότι η αντανακλαστική απάντηση σάς έρχεται πολύ πιο εύκολα.

Τι πρέπει να προσέξετε κατά την εφαρμογή της αντανακλαστικής ακοής;

• Όταν κάνετε διαπιστώσεις επανατροφοδότησης, δεν μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι γνωρίζετε ακριβώς πώς νιώθει το παιδί. Προσέξτε τον τόνο της φωνής σας και αποφύγετε να δώσετε την εντύπωση του ανθρώπου που μπορεί να διαβάσει τη σκέψη.

• Δε χρειάζεται να υπερβάλλουμε κατά την εφαρμογή της αντανακλαστικής ακοής, γιατί το παιδί μπορεί να αποφύγει την επικοινωνία μαζί μας. Να είστε διακριτικοί και με την ευαισθητοποίηση θα μπορείτε να αντιληφθείτε πότε το παιδί σας θέλει να μιλήσει και πότε όχι.

• Αν το παιδί σας χρησιμοποιεί τα προβλήματα μόνο για να επισύρει την προσοχή, μια αποτελεσματική απάντηση θα μπορούσε να είναι αυτή: «Έχουμε συζητήσει αυτό το πρόβλημα αρκετές φορές. Πιστεύω ότι δεν μπορώ να σε βοηθήσω σ’ αυτό. Είμαι όμως σίγουρος ότι μπορείς να το χειριστείς.» Αν το παιδί επιμένει, παραμείνετε σιωπηλός και ασχοληθείτε με κάτι άλλο ή αλλάξτε θέμα. Μπορεί το παιδί να δυσαρεστηθεί με την απάντηση αυτή, αλλά θα καταλάβει ότι είστε διατεθειμένος να βοηθήσετε, μόνο εφόσον ασχοληθεί με την επίλυση του προβλήματος.

• Ίσως το παιδί χρησιμοποιήσει τα συναισθήματά του για να υπερισχύσει πάνω σας ή για να εκδικηθεί. Αναλόγως με την κατάσταση, μπορείτε να αποφασίσετε αν θα ακούσετε ή αν θα αποσυρθείτε από το «πεδίο της μάχης».

• Όταν πρέπει να δυσαρεστήσετε ένα παιδί, αποφεύγοντας να το ακούσετε, βεβαιωθείτε ότι του δίνετε και θετική προσοχή κάποια άλλη στιγμή.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα παιδιά χρειάζονται βοήθεια για να σκεφτούν διάφορους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να δράσουν. Οι ευαισθητοποιημένοι γονείς μπορούν να τα βοηθήσουν στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων και αυτά να διαλέξουν τις λύσεις που τους ταιριάζουν. 

Βοηθώντας το παιδί σας να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις, ουσιαστικά το βοηθάτε τόσο να ξεκαθαρίσει και να σκεφτεί τις πιθανές επιλογές για την επίλυση του προβλήματος όσο και να αξιολογήσει τον κάθε τρόπο υλοποίησής τους. 

Τα βήματα που θα ακολουθήσετε κατά την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων είναι τα εξής:

1. Χρησιμοποιείστε την αντανακλαστική ακοή για να αντιληφθείτε και να κατανοήσετε τα συναισθήματα του παιδιού. («Είσαι θυμωμένος…», «Μου φαίνεται ότι νιώθεις…»)

2. Αναζητείστε εναλλακτικές λύσεις δραστηριοποιώντας την επινοητικότητα και τη φαντασία τη δική σας και του παιδιού. («Θέλεις να εξετάσουμε μερικά πράγματα που θα μπορούσες να κάνεις;», «Αν σ’ ενδιαφέρει να τα πας καλύτερα στο σχολείο, τι θα μπορούσες να κάνεις;») Πάρτε από το παιδί όσο το δυνατόν περισσότερες ιδέες.

3. Βοηθείστε το παιδί να διαλέξει μια λύση και να αξιολογήσει τις διάφορες δυνατότητες. («Ποια ιδέα νομίζεις ότι είναι η καλύτερη;»)

4. Συζητείστε τα πιθανά αποτελέσματα που θα έχει η απόφασή του. («Τι νομίζεις ότι θα συμβεί αν το κάνεις αυτό;»)

5. Ζητείστε από το παιδί μια δέσμευση. («Τι αποφάσισες να κάνεις;», «Πότε θα το κάνεις αυτό;»)

6. Προγραμματίστε μια ώρα για αξιολόγηση. («Πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή η ενέργειά σου;», «Πότε θα το ξανασυζητήσουμε;»)

Ίσως υπάρξουν περιπτώσεις που το παιδί δεν μπορεί να βρει ικανοποιητικές λύσεις, γιατί δεν διαθέτει την ανάλογη πείρα. Στις περιπτώσεις αυτές, κάντε τις προτάσεις σας με μορφή υποθέσεων: «Τι νομίζεις ότι θα μπορούσε να συμβεί αν εσύ…»

Περιορίστε όσο γίνεται τις προτάσεις σας, ώστε το παιδί να μην εξαρτάται από εσάς για την επίλυση των προβλημάτων του. Έχει μεγάλη σημασία να επιλέξετε την κατάλληλη στιγμή καθώς πρέπει πρώτα να υπάρξει ουσιαστική επικοινωνία, προκειμένου να είναι αποτελεσματική η παρέμβασή σας για την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Ποιος έχει το πρόβλημα

Οι τεχνικές της αντανακλαστικής ακοής και της αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων είναι ιδιαίτερα βοηθητικές όταν το πρόβλημα αφορά κυρίως το παιδί. Με τους ακόλουθους τρόπους μπορείτε να αποσαφηνίσετε ποιον επηρεάζει ιδιαίτερα το πρόβλημα:

1. Το παιδί εμποδίζεται να ικανοποιήσει μια ανάγκη του (π.χ. τσακώθηκε με έναν συμμαθητή του και είναι στενοχωρημένο). Το πρόβλημα δεν επηρεάζει το γονέα, αλλά αφορά αποκλειστικά το παιδί.

2. Το παιδί ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες, δεν εμποδίζεται από κανέναν και η συμπεριφορά του δεν εμποδίζει τους γονείς ∙ άρα, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη σχέση γονέων – παιδιού.

3. Το παιδί ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες και δεν συναντάει κανένα εμπόδιο. Η συμπεριφορά του, όμως, δημιουργεί πρόβλημα στους γονείς, επειδή επεμβαίνει στις δικές τους υποθέσεις (π.χ. το παιδί παρακολουθεί τηλεόραση σε δυνατή ένταση και δεν αφήνει τους γονείς να κοιμηθούν). Τώρα οι γονείς έχουν το πρόβλημα.

Αφού καθορίσετε ποιον αφορά το πρόβλημα μπορείτε να περάσετε στην διαχείριση/αντιμετώπιση του. Αν το πρόβλημα επηρεάζει αποκλειστικά το παιδί σας τότε μπορείτε (να αποφασίσετε) είτε να δράσετε ενεργά αναζητώντας και προτείνοντας τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος στο παιδί ή να το αφήσετε αρχικά να αντιμετωπίσει από μόνο του τις συνέπειες του προβλήματος και εάν χρειαστεί να παρέμβετε αργότερα για να το βοηθήσετε. Στην περίπτωση που το πρόβλημα αφορά κατά κόρον εσάς υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να το αντιμετωπίσετε, τους οποίους θα εξετάσουμε στη συνέχεια. 

Μηνύματα στο Πρώτο Πρόσωπο (Εγώ…)

Όταν μιλάτε με τα παιδιά σας, είναι πολύ βοηθητικό να σκέφτεστε πώς γίνονται αντιληπτά τα μηνύματά σας από το παιδί στο δεύτερο πρόσωπο (Εσύ…) και πώς στο πρώτο πρόσωπο (Εγώ…)

Το μήνυμα που εκφράζεται στο δεύτερο πρόσωπο (Εσύ…) συνήθως κατηγορεί και κατακρίνει το παιδί. Υπονοεί ότι φταίει ∙ είναι μια επίθεση με λόγια. 

Αντίθετα, το μήνυμα στο πρώτο πρόσωπο (Εγώ…) περιγράφει απλώς πώς νιώθετε με τη συμπεριφορά του παιδιού. Το μήνυμα αυτό έχει για κέντρο εσάς και όχι το παιδί. Πληροφορεί για το πώς νιώθετε ∙ δεν κατηγορεί. Τα μηνύματα στο πρώτο πρόσωπο εκφράζουν τι νιώθει αυτός που τα εκπέμπει. Μεγάλη σημασία έχουν τα στοιχεία που δίνουμε σε μη λεκτικό επίπεδο, όπως ο τόνος της φωνής ή η έκφραση του προσώπου. Ένα μήνυμα στο πρώτο πρόσωπο (Εγώ…) που το εκπέμπουμε με θυμό, μετατρέπεται σε μήνυμα στο δεύτερο πρόσωπο (Εσύ…), που δείχνει εχθρότητα.

Αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να θυμώνουμε με τα παιδιά μας. Η διαφορά δε βρίσκεται στο θυμό, αλλά στο σκοπό του θυμού. Σκοπός μας μπορεί να είναι να ελέγξουμε, να νικήσουμε ή να εκδικηθούμε. Είναι καλό να συνειδητοποιήσουμε πόσο συχνά χρησιμοποιούμε το θυμό.

Η συχνή χρήση του θυμού μπορεί να φέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα:

1. Ενισχύεται ο σκοπός του παιδιού, αν σκοπός του είναι η υπεροχή ή η εκδίκηση. Μόλις θυμώνετε, το παιδί ξέρει ότι έχει πετύχει την προσπάθειά του να σας προκαλέσει.

2. Δυσκολεύει η επικοινωνία. Το παιδί νιώθει ότι απειλείται αμύνεται ή αντεπιτίθεται.

Αν η σχέση γονιού – παιδιού βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, ο περιστασιακός θυμός μπορεί να ξεκαθαρίσει την ατμόσφαιρα και να καλλιεργήσει την επικοινωνία. Αν όμως η σχέση μεταξύ τους χαρακτηρίζεται από συχνές διαμάχες, τότε η χρήση του θυμού μπορεί να βλάψει ακόμα περισσότερο. Αν η σχέση με τα παιδιά σας ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, καλό θα είναι να συνειδητοποιήσετε το σκοπό του θυμού σας και να αναζητήσετε εναλλακτικές τρόπους εκτόνωσής του και όχι να το χρησιμοποιείτε ως μέσο επικοινωνίας με τα παιδιά σας

Πώς θα φτιάξετε ένα μήνυμα στο πρώτο πρόσωπο (Εγώ…)

Πριν εκφράσετε στο παιδί την αποδοκιμασία σας σκεφτείτε πως συνήθως δεν είναι η συμπεριφορά του παιδιού αυτή καθ’ αυτή που μας δυσαρεστεί, αλλά μάλλον οι ενοχλητικές συνέπειες της συμπεριφοράς σε σας. Γι’ αυτό το λόγο, θα ήταν καλό όταν λέτε στα παιδιά πώς νιώθετε σχετικά με τη συμπεριφορά τους, δείξτε τους ότι τα συναισθήματά σας (θετικά ή αρνητικά) έχουν σχέση με τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους και όχι με την ίδια τη συμπεριφορά.

Λόγω του ότι σκοπός μας είναι να επικεντρώσουμε την προσοχή στις συνέπειες που έχει σε μας αυτή η συμπεριφορά, παρά στην ίδια τη συμπεριφορά, ενδείκνυται τα μηνύματα που θα εκφράσουμε λεκτικά να είναι σε πρώτο πρόσωπο (Εγώ…).

Ένα μήνυμα πρώτου προσώπου σχηματοποιείται και αποτελείται από τα εξής τρία μέρη: 

1. Περιγράψτε τη συμπεριφορά που σας εμποδίζει (περιγράψτε απλώς ∙ μην κατηγορείτε). «Όταν δεν τηλεφωνείς ή δε γυρίζεις σπίτι μετά το σχολείο…»

2. Εκφράστε πώς νιώθετε για τη συνέπεια που έχει σε εσάς αυτή η συμπεριφορά. «… ανησυχώ μήπως σου έχει συμβεί κάτι…»

3. Αναφέρετε τη συνέπεια. «… επειδή δεν ξέρω πού βρίσκεσαι.»

Συνεπώς, ένα μήνυμα στο πρώτο πρόσωπο συνήθως αναφέρεται σε τρία στοιχεία:

1. Συμπεριφορά 

Όταν εσύ… (περιγράψτε τη συμπεριφορά του)

2. Συναίσθημα

Νιώθω… (αναφέρετε το συναίσθημά σας)

3. Συνέπεια

Επειδή… (αναφέρετε τη συνέπεια)

Αν θέλετε να βελτιώσετε τη σχέση σας με το παιδί σας, βρείτε την κατάλληλη στιγμή για μια ανοιχτή και φιλική συζήτηση. Συνήθως είναι καλύτερο να μην προσπαθείτε να μιλήσετε κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης ή ενός καβγά. Στις ώρες αυτές είναι προτιμότερο να αποσυρθείτε από το «πεδίο της μάχης», διατηρώντας τον αμοιβαίο σεβασμό. Όταν εκδηλώνετε σεβασμό κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης, ανοίγετε το δρόμο για μια ανοιχτή συζήτηση αργότερα.

 

Πηγή: Dinkmeyer, D., McKay, G., D., (1976). Parent’s Handbook, American Guidance Service, Inc.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Νίκη Λιώτη

lioti niki1Η Νίκη Λιώτη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εξειδικεύεται στη Συστημική Συμβουλευτική & Ψυχοθεραπεία.

Δραστηριοποιείται στην Ειδική Αγωγή, στη Δραματοθεραπεία, σε θέματα αυτογνωσίας και προσωπικής ανάπτυξης.

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.