Είναι γεγονός ότι η αντιλαμβανόμενη ή ενθυμούμενη απόρριψη από τους γονείς μπορεί να επηρεάσει αισθητά τη μετέπειτα ψυχολογική προσαρμογή του ατόμου και να αποτελέσει προγνωστικό παράγοντα για την ικανότητα προσαρμογής των παιδιών στο μέλλον, κυρίως όσον αφορά στις ενήλικες διαπροσωπικές σχέσεις (Rohner, 2010).

Το ζήτημα αυτό έγινε αντικείμενο μελέτης πολλών επαγγελματιών ψυχικής υγείας, οι οποίοι προσπάθησαν να διερευνήσουν τα αίτια διαμόρφωσης συγκεκριμένων χαρακτηριολογικών και συμπεριφορικών μοτίβων αλλά και να διαμορφώσουν αντίστοιχες θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Η θεωρία που ανέπτυξε ο ψυχολόγος Ronald Rohner και οι συνεργάτες του, αναφέρεται στην πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη, φροντίδα, ζεστασιά, επαφή, σύνδεση και αποδοχή.

Γονεϊκή αποδοχή και απόρριψη

Ο Rohner εξηγεί ότι η συναισθηματική σταθερότητα που έχουμε βιώσει ως παιδιά μπορεί να κυμαίνεται από την άφθονη προσφορά στοργής ως την πλήρη στέρησή της. Το ένα άκρο της διάστασης αυτής χαρακτηρίζεται από τη γονεϊκή αποδοχή και το άλλο από τη γονεϊκή απόρριψη. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι ορισμοί δε διαμορφώνονται μόνο με απόλυτα- αντικειμενικά κριτήρια, αλλά και με βάση την ερμηνεία που δίνουν τα παιδιά- μετέπειτα ενήλικες στα γονεϊκά τους βιώματα.

Η γονεϊκή αποδοχή συνίσταται στο βίωμα ζεστασιάς, κατανόησης, στοργής και φροντίδας και μπορεί να εκφραστεί τόσο σωματικά, όπως με αγγίγματα, φιλιά, χαμόγελα, όσο και με λεκτικές εκδηλώσεις, όπως οι διηγήσεις, τα τραγούδια αλλά και οι έπαινοι, οι φιλοφρονήσεις και γενικά τα υποστηρικτικά λόγια.

Η γονεϊκή απόρριψη από την άλλη, βρίσκεται στην αντίθετη όχθη και χαρακτηρίζεται από την πλήρη αποστέρηση ή μερική απουσία των ανωτέρω αναφερόμενων συμπεριφορών αλλά και από την επίδραση αντίθετα επιβλαβών συμπεριφορών.

Μορφές γονεϊκής απόρριψης

Από τον Rohner διακρίθηκαν τρεις μορφές γονεϊκής απόρριψης:

  • Εχθρότητα- επιθετικότητα: Αναφέρεται σε συναισθήματα θυμού, δυσαρέσκειας και εμπάθειας απέναντι στο παιδί. Η επιθετικότητα μπορεί να εκφράζεται μέσω σωματικής (π.χ. ξυλοδαρμός) ή λεκτικής βλάβη (π.χ. βωμολοχίες, εμπαιγμός).

  • Αδιαφορία- παραμέληση: Πρόκειται για περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος προς το παιδί. Η παραμέληση εκδηλώνεται όταν οι γονείς δεν καλύπτουν τις βασικές ανάγκες του παιδιού ή όταν παραβλέπουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Προκύπτει σε περιπτώσεις φυσικής ή ψυχολογικής έλλειψης διαθεσιμότητας του γονέα.

  • Αδιαφοροποίητη απόρριψη: Αναφέρεται αποκλειστικά στην υποκειμενική αντίληψη του παιδιού ότι δεν το αγαπούν, δεν το αποδέχονται ή το απορρίπτουν. Όπως εξάλλου πολύ σωστά επισήμανε το Αμερικανός ψυχολόγος Jerome Kagan «Η αγάπη των γονέων είναι μια πεποίθηση του παιδιού και όχι μια σειρά ενεργειών από τους γονείς.» (Kagan, 1978).

Η διαφοροποίηση αυτή μας βοηθάει να καταλάβουμε ότι η μετέπειτα συμπεριφορά των παιδιών διαμορφώνεται μεν με βάση τη συμπεριφορά των γονέων αλλά και επηρεαζόμενη από την αντίληψη που έχουν εκείνα για την αγάπη, τις δράσεις, τις απαιτήσεις ή και τις τιμωρίες που τους επιβάλλονται. Η ερμηνεία των γεγονότων είναι πολλές φορές εξίσου σημαντική με τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά.

Σημαντικοί άλλοι

Σύμφωνα με ψυχολογικές θεωρίες προσωπικότητας υπάρχει μια έμφυτη επιθυμία του παιδιού- ατόμου για θετική ανταπόκριση από τους πρώτους «σημαντικούς άλλους» (Khaleque & Rohner, 2002). Ως «σημαντικός άλλος» ορίζεται κάθε πρόσωπο το οποίο αναπτύσσει με το παιδί ένα μακροχρόνιο, συναισθηματικό δεσμό και αποτελεί αναντικατάστατο πρόσωπο αναφοράς.

Οι γονείς διαθέτουν προφανέστατα μία προεξάρχουσα θέση. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η ανάγκη για άνευ όρων γονική αγάπη και αποδοχή δεν ικανοποιηθεί, τα παιδιά ενδέχεται να αντιδράσουν τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε συμπεριφορικό επίπεδο.

Συνέπειες της γονεϊκής απόρριψης

Συχνές συνέπειες της γονεϊκής απόρριψης μπορεί να είναι (Khaleque & Rohner, 2002):

  • Εξάρτηση ή αμυντική ανεξαρτησία: Η «εξάρτηση» περιγράφει την αναζήτηση της συναισθηματικής στήριξης, της επιθυμητής επιβεβαίωσης, προσοχής και φροντίδας ενώ η «αμυντική ανεξαρτησία» περιγράφει μία επιφανειακή ανεξαρτησία, που συνίσταται συνήθως σε παραίτηση και συναισθηματική απομόνωση του ατόμου, προκειμένου να μη βιώσει περαιτέρω το αίσθημα της ματαίωσης των επιθυμιών του.

  • Αδυναμία συναισθηματικής ανταπόκρισης στην ενήλικη ζωή.

  • Επιθετικότητα, παθητική επιθετικότητα.

  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση μέσω της μέσω της σχηματιζόμενης πεποίθησης ότι δεν είναι άξια της αγάπης των πρώτων σημαντικών άλλων. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι προσδοκίες που έχει ο καθένας για τον εαυτό του. Εκφράζεται μέσω της πεποίθησης ότι ο εαυτός είναι ελλιπής ή κατώτερος.

  • Αρνητική κοσμοαντίληψη, καθώς οι αρνητικές προσωπικές εμπειρίες συσχετίζονται με την ίδια τη ζωή.

  • Συναισθηματική αστάθεια.

  • Συναισθήματα άγχους, ανασφάλειας, κατάθλιψης.

  • Συναίσθημα ντροπής, συστολής και κοινωνικού άγχους- κοινωνικής απόσυρσης: Η ντροπή σχετίζεται με συναισθήματα ανεπάρκειας και αναξιότητας, που προκύπτει από αρνητική αξιολόγηση του εαυτού. Συνδέεται με την αντίληψη ότι ορισμένα χαρακτηριστικά εξωτερικά ή της προσωπικότητας εκλαμβάνονται ως μη αποδεκτά και συνεπάγονται απορριπτική στάση.

Η θεωρία των πρώιμων δυσλειτουργικών σχημάτων

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Αμερικανός ψυχολόγος Jeffrey Young, στην προσπάθειά του να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά δύσκολες και χρόνιες διαταραχές προσωπικότητας που με την πάροδο του χρόνο υποτροπίαζαν, εισήγαγε τη θεωρία των Πρώιμων Δυσλειτουργικών Σχημάτων (ΠΔΣ). Αναγνώρισε κάποια δυσλειτουργικά γνωστικά και συναισθηματικά μοτίβα, που τα ονόμασε σχήματα ή αλλιώς παγίδες ζωής, στα οποία ένα άτομο δύναται να εγκλωβιστεί.

Τα ΠΔΣ σχηματίζονται κατά τη πρώιμη παιδική και εφηβική ηλικία και αναφέρονται σε αναμνήσεις, συναισθήματα, σκέψεις και σωματικές αισθήσεις που αφορούν τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Δημιουργούνται ως αποτέλεσμα της μη-εκπλήρωσης των πυρηνικών αναγκών του παιδιού, δηλαδή της ανάγκης για αγάπη, ασφάλεια, παιχνίδι, αυτονομία, αίσθηση ταυτότητας, αυθορμητισμό, ρεαλιστικά όρια, ελευθερία έκφρασης συναισθημάτων και ασφαλή δεσμό με τους φροντιστές του.

Απορριπτικά βιώματα παιδικής ηλικίας

Τα άτομα κατά την παιδική ή εφηβική τους ηλικία, εξαιτίας των δυσάρεστων εμπειριών τους με σημαντικούς άλλους αναπτύσσουν τρόπους αντιμετώπισης και στρατηγικές, ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις επίπονες καταστάσεις και να διαχειριστούν τα έντονα αρνητικά συναισθήματά τους.

Μέσω των εμπειριών αυτών, τις οποίες βιώνει ως τραυματικές, το άτομο μπορεί να διαμορφώσει συγκεκριμένα γνωσιακά σχήματα, όπως π.χ. «είμαι ανεπιθύμητος/η» και να ερμηνεύει πολλές νέες εμπειρίες και συμπεριφορές στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσοντας μία ιδιαιίτερη ευαισθησία και φόβους και ενδυναμώνοντας εν τέλει το γνωστικό σχήμα αυτό. Στην ενήλικη ζωή, αυτά τα μοτίβα συμπεριφορών πολλές φορές δεν εγκαταλείπονται.

Οι επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τελικά τα απορριπτικά βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αυτά ποικίλουν ανάλογα με τα θεμελιώδη στοιχεία της προσωπικότητας του ατόμου- παιδιού, τα πρότυπα οικογενειακής αλληλεπίδρασης (γονικές δεξιότητες, συζυγική σχέση, μοίρασμα ευθυνών), το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο του παιδιού αλλά και ανάλογα με τη μορφή, τη συχνότητα και τη διάρκεια του απορριπτικού βιώματος (Khaleque & Rohner, 2002).

Ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση

Κατά τη μετέπειτα ψυχοθεραπευτική προσέγγιση καθίσταται αναγκαίο να διερευνηθούν οι γονεϊκές συμπεριφορές εκείνες, οι οποίες ερμηνεύτηκαν και βιώθηκαν ως εκδηλώσεις αποδοχής ή απόρριψης από το άτομο, ώστε να μπορέσει ο θεραπευόμενος να τις επεξεργαστεί και να τις αποδυναμώσει.

Ο θεραπευτής μπορεί να βοηθήσει το άτομο να ανασύρει από τη μνήμη του τις εμπειρίες αυτές (Beck, 1987).

Στη συνέχεια είναι σημαντικό να εντοπιστούν τα δυσλειτουργικά συμπεριφορικά σχήματα που δημιουργήθηκαν, όπως ο φόβος προσκόλλησης, η έλλειψη ταυτότητας ή εμπιστοσύνης, ώστε να βρεθούν εναλλακτικές και δυνατότητες επανορθωτικής εμπειρίας.

Εν τέλει, ο κεντρικός στόχος είναι ο θεραπευόμενος, επουλώνοντας τα τραύματά του, να αποδεχτεί ο ίδιος τον εαυτό του και να αρχίσει να διεκδικεί και να βιώνει την αποδοχή στα νέα βιώματα της ενήλικης ζωής του. 

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

1. Rohner, R. P. (1986). The warmth dimension: Foundations of parental acceptance rejection theory. CA: Sage Publications, Inc.
2. Rohner, R. P., & Khaleque, A. (2010). Testing central postulates of parental acceptance rejection theory (PARTheory): A meta - analysis of cross - cultural studies. Journal of Family Theory and Review, 3, 73 - 87.
3. Khaleque, A., & Rohner, R. P. (2002). Perceived parental acceptance-rejection and psychological adjustment: A meta-analysis of cross-cultural and intracultural studies. Journal of Marriage and Family, 64(1), 54–64
4. Kagan, J. (1984). The nature of the child. Basic Books.
5. Beck, A.T (1987). Cognitive models of depression. Journal of Cognitive Psychotherapy, 1, 5- 37.
6. Baumeister, R. F., & Leary,M. R. (1995). The need to belong: Desire for interpersonal attachment as a fundamental human motivation. Psychological Bulletin, 117, 497–529.
7. Young, J.E., Klosko, J.S., Weishaar, M. (2003). Schema Therapy: A Practitionerʼs guide. Guilford Publications: New York.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Βαϊζίδου Χριστίνα - Ψυχίατρος

Βαϊζίδου Χριστίνα: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχοφαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση για όλο το φάσμα των ψυχιατρικών παθήσεων ενηλίκων.Το θεραπευτικό πλάνο διαμορφώνεται εξατομικευμένα αναλόγως των αναγκών του ασθενούς.