Αν κάποιος ανοίξει μια τηλεόραση ή ψάξει τις ειδήσεις στο ίντερνετ θα βρει νέα σχετικά με κάποιο στιγέρο έγκλημα ή κάποια πολεμική σύγκρουση.

Θα περίμενε κανείς στη σημερινή εποχή λόγω της προόδου της τεχνολογίας και του πολιτισμού παγκοσμίως ότι θα έπρεπε να έχουμε ξεπεράσει τέτοιες συμπεριφορές όμως αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει.

Ας δούμε τι ισχυρίζονται οι διάφορες σχολές της ψυχολογίας επι του θέματος της ανθρώπινης επιθετικότητας και βίαιης συμπεριφοράς ξεκινώντας με την άποψη της ψυχαναλυτικής ψυχολογίας.

Η ψυχανυλυτική άποψη για τη βία και επιθετικότητα

Ο Φρόυντ στο μοντέλο περί της ανθρώπινης προσωπικότητας που ανέπτυξε θεωρούσε σαν δεδομένο ότι οι άνθρωποι έχουν ενα έμφυτο ένστικτο επιθετικότητας (id) που ελέγχεται απο το υπερεγώ και το εγώ. Το id χωρίζεται στο ένστικτο του θανάτου ή της καταστροφικότητας και στο ερωτικό ένστικτο.

Έτσι σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές η επιθετικότητα προέρχεται από τις έμφυτες επιθετικές ορμές του ατόμου, δεν μπορεί να σταματήσει εύκολα αλλά μπορεί να ελεγχεί και να μετουσιωθεί σε κάτι άλλο όπως πχ δημιουργία μέσω της τέχνης.

Ο Άλφρεντ Άντλερ στις δικές του θεωρίες πίστευε οτι η επιθετικότητα προέρχεται από αισθήματα κατωτερότητας που νιώθει το άτομο και για να τα υπερβεί προβαίνει σε συμπεριφορές επιθετικές και αυτό έχει σαν συνέπεια να αναπτύσει ένα κόμπλεξ ανωτερότητας.

Αυτή η οπτική φαίνεται να εξηγεί συμπεριφορές ατόμων που ασκούν bullying ή ακόμα και σε εγκληματίες που παραβαίνουν τον νόμο και όταν δεν συλληφθούν θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο απο τους διώκτες τους.

Αποκτήστε το βιβλίο Συζητώντας με τον Φρόυντ, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας του Psychology.gr

Το ένστικτο της επιθετικότητας

Ο Konrad Lorenz διεξήγαγε μελέτες πάνω σε ζώα στο θέμα της επιθετικότητας και κυρίως συνέδεσε αυτή με την ανάγκη για πρόσβαση σε πόρους και επιβίωση.

Μέσω της «υδραυλικής θεωρίας της επιθετικότητας» (hydraulic theory of agression) που ανέπτυξε εμφανώς επηρεασμένος απο τον Φρόυντ, θεωρούσε ότι στους ανθρώπους υπάρχει ένα ένστικτο επιθετικότητας το οποίο συσσωρεύεται και εκτονώνεται μέσω της επιθετικής συμπεριφοράς.

Ο ίδιος πίστευε ότι μια ελεγχόμενη και χαμηλής έντασης εκτόνωση αυτής της επιθετικής τάσης είναι πολύ επωφελής διότι έτσι δεν υπάρχει υπερσυσσώρευση της η οποία οδηγεί σε βιαιότερες αντιδράσεις.

O Dollard στο έργο του «Περί Βίας» (On Agression,1939) με απλό τρόπο και αυτός έδωσε την δικιά του εξήγηση της βίαιης συμπεριφοράς θεωρώντας ότι όταν δεν πετυχαίνουμε ή δεν έχουμε κάτι που επιθυμούμε νιώθουμε οργή και εκνευρισμό.

Στη συνέχεια αυτή η δυσαρέσκεια και η οργή συνήθως εκτoνώνεται στο άτομο που μας εκνεύρισε ή σε κάποιο άλλο μέσω λεκτικής ή άλλης μορφής βία.

Η συμπεριφορική άποψη για τη βία

Η γνωστή διαμάχη περί των nature versus nurture συνεχιστήκε και στο θέμα της επιθετικότητας.

Οι συμπεριφοριστές σε γενικές γραμμές θεωρούν ότι δεν υπάρχουν έμφυτες τάσεις και ένστικτα που διαμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, παρά μόνο η επίδραση παραγόντων απο το περιβάλλον στον οργανισμό.

Οι συμπεριφοριστές θεωρούσαν ότι η προσωπικότητα του ατόμου διαμορφώνεται παρατηρώντας τους άλλους (observational learning-social learning), μέσω εκμάθησης και εξαρτημένων αντακλαστικών συμπεριφορών που ενισχύονται ή μειώνονται αναλόγως αν το άτομο κερδίζει κάτι ή χάνει (operant conditioning) κ.α.

Με αυτήν την οπτική οι συμπεριφοριστές μιλούν για εκμαθημένες συμπεριφορές που το άτομο τις έμαθε στο περιβάλλον που μεγάλωσε.

Π.χ. εμπειρίες με βία μέσα στην οικογένεια που το άτομο τις είδε-βίωσε και στην συνέχεια τις ενσωμάτωσε στο συμπεριφορικό του «ρεπερτόριο» διότι του προσέφεραν κάποιο κέρδος (positive reinforcement π.χ. υλικό όφελος, γόητρο, αποδοχή απο άλλους κ.α) ή όταν οι επιθετικές συμπεριφορές του μείωναν έναν παράγοντα που τον ενοχλούσε (negative reinforcemen).

Στο διάσημο πείραμα του Albert Bandura όπου παιδιά έβλεπαν έναν ενήλικο να χτυπάει μια κούκλα, το αποτέλεσμα ήταν ότι και τα παιδιά που είδαν αυτή την συμπεριφορά να έπραξαν το ίδιο!

Ωστόσο, και οι συμπεριφοριστικές θεωρίες κάποια στιγμή έφτασαν σε ενα αδιέξοδο καθώς δεν εξηγούσαν το νόημα και την οπτική του ατόμου που συμπεριφέρεται βίαια.

Αυτό το κενό στην νοηματοδότηση και στις γνωσίες πίσω απο μια συμπεριφορά ήρθε να καλύψει η Γνωσιακή Συμπεριφορική προσέγγιση.

Οι γνωσιακές συμπεριφορικές θεωρίες περί βίας

Ο πατέρας της Γνωσιακής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας Άαρον Μπέκ θεωρούσε ότι ένα άτομο θυμώνει και εν δυνάμει μπορεί να γίνει και επιθετικό όταν νιώσει ότι αδικείται ή οταν νίωσει απειλή και έτσι αντιδρά με επιθετικό τρόπο για να προστατεύτει.

Έτσι πίσω από ένα θυμωμένο και επιθετικό άτομο υπάρχουν μια σειρά απο αυτόματες σκέψεις που εδράζονται σε πεποιθήσεις και γνωσιακά σχήματα, οι οποίες το οδηγούν να συμπεριφερθεί επιθετικά.

Άτομα με προβλήματα θυμού έχουν συχνά σκέψεις σχετικά με την αδικία, φαντασιώσεις με βίαιο περιεχόμενο, αναμνήσεις από άλλα βίαια περιστατικά και έχουν μια οπτική του κόσμου ως ένα απειλητικό μέρος όπου κάποιος πρέπει είναι βίαιος και σε εγρήγορση για να τα καταφέρει.

Γνωστικά σχήματα επιθετικότητας

Προβλήματα με χαμηλή ψυχραιμία, αυτοέλεγχο και ενσυναίσθηση έχουν επίσης επισημανθεί σε βίαια άτομα. Μέσω των ψυχοθεραπευτικών συνεδριών με Γ.Σ.Ψ το άτομο μαθαίνει να αναγνώριζει εσφαλμένες σκέψεις και ιδέες που μπορεί να έχει, παρερμηνείες και γνωσιακές διαστρεβλώσεις που μπορεί να κάνει, εκπαιδεύεται στον αυτοέλεγχο και μαθαίνει νέους τρόπους αντίδρασης και επικοινωνίας με τους άλλους.

Άλλοι ερευνητές της Γ.Σ.Ψ όπως ο Huesman (1998) θεωρούσαν ότι τα βίαια άτομα έχουν κάποια γνωσιακά σχήματα που ερμηνεύουν τον κόσμο με μια απειλητική οπτική. Με μια τέτοια αντιίληψη τα άτομα αυτά δημιουργούν μοτίβα γνωσιακής αντίληψης αλλά και μοτίβα συμπεριφορών για να επιλύσουν καταστάσεις σε κοινωνικό επίπεδο με έναν επιθετικό τρόπο και στη συνέχεια εκλογικεύουν τη συμπεριφορά αυτή σαν φυσιολογική και αποδεκτή.

Θεωρία για την επαναλαμβανόμενη έκθεση σε βία

Οι Bushman και Anderson (2002) μελετώντας πιο βαθιά το ζήτημα ερεύνησαν την επίδραση του αλκοόλ στην επιθετικότητα αλλά και την επίδραση της έκθεσης σε βίαιο περιεχόμενο απο ηλεκτρονικά μέσα (ταινίες -ηλεκτρονικά παιχνίδια) και ανέπτυξαν τη δικιά τους θεωρία General Agression Model.

Η θεωρία τους υποστηρίζει ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο αυξάνει και ενισχύει ιδέες και γνωσίες σχετικά με τη βία οι οποίες γίνονται μέρος της προσωπικότητας του ατόμου. Αυτό οδηγεί σε απευαισθητοποίηση της βίας και όταν βρεθεί ένα πυροδοτικό ερέθισμα στο περιβάλλον το άτομο αυτό θα είναι επιθετικό.

Η Γ.Σ.Ψ σχολή προσφέρει μια πολύ καλή κατανόηση του φαινομένου της βίας αλλά και λύσεις μέσω της ψυχοθεραπείας ωστόσο υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που φαίνεται να εμπλέκονται όπως το βιοψυχικό υπόβαθρο καθώς και η επιρροή του κοινωνικού πλαισίου.

 

Πηγές:

1) Robert D.Nye, «Three Psychologies, Perspectives from Freud Skinner and Rogers» Wadsworth 2000 .
2) Konrad Lorenz (2002). On Aggression. Psychology Press. pp. 61–. ISBN 978-0-415-28320-5.
3) Bandura, Ross, and Ross: Observational Learning and the Bobo Doll Anthony R. Artino, Jr. University of Connecticut January 1, 2007
4) Huesmann LR. 1998. The role of social information processing and cognitive schema in the acquisition and maintenance of habitual aggressive behavior.
5) Craig A. Anderson and Brad J. Bushman 2002 Department of Psychology, Iowa State University, Ames, Iowa 50011-3180;
6) Dollard, John; Miller, Neal E.; Doob, Leonard W.; Mowrer, Orval H.; Sears, Robert R. (1939). Frustration and Aggression. New Haven, CT, US: Yale University Press. doi:10.1037/10022-000. OCLC 256003.
7) Άλφρεντ Άντλερ Οι νευρώσεις και η ερμηνεία τους, Εκδόσεις Η. Mανiατέα
8) Aaron T. Beck, M.D. Prisoners Of Hate: The Cognitive Basis of Anger, Hostility, and Violence

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Σπύρος Παπαγεωργίου

spiros papageorgeΨυχολόγος,  Εκπαιδευμένος στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία. 
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Υπερπροσωπική και Περιγεννητική Ψυχολογία.