Η εποχική συναισθηματική διαταραχή αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστή διαταραχή από τους Rosenthal και συνεργάτες μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Το DSM-IV-TR (APA, 2000) δεν αναφέρεται σε ξεχωριστή διαταραχή αλλά σε έναν προσδιοριστή εποχικής εμφάνισης για τις διαταραχές της διάθεσης με τα εξής χαρακτηριστικά:

Ύπαρξη σταθερής χρονικής σχέσης μεταξύ της έναρξης ενός καταθλιπτικού επεισοδίου και μιας συγκεκριμένης εποχής του χρόνου.

Πλήρεις υφέσεις που εμφανίζονται σε μια χαρακτηριστική εποχή του χρόνου.

Δύο μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια που πληρούν αυτά τα κριτήρια και έχουν εμφανιστεί μέσα στα δύο τελευταία χρόνια.

Μεγαλύτερος αριθμός εποχικών καταθλιπτικών επεισοδίων από ό,τι μη εποχικών καταθλιπτικών επεισοδίων.

Η εποχική συναισθηματική διαταραχή

Η εποχική συναισθηματική διαταραχή φαίνεται να συνδέεται με αύξηση της όρεξης και έντονη επιθυμία για υδατάνθρακες, συνακόλουθη αύξηση του βάρους, επιμήκυνση της διάρκειας του ύπνου, καθώς και άλλα καταθλιπτικά συμπτώματα.

Τα χειμερινά επεισόδια ξεκινούν συνήθως Νοέμβριο και διαρκούν περίπου πέντε μήνες. Η κατάθλιψη σπάνια είνα τόσο έντονη που να οδηγεί σε απουσίες από την εργασία. Τα συμπτώματα είναι συνήθως θλίψη, μείωση της ενεργητικότητας, άγχος, εργασιακά προβλήματα και αίσθημα κόπωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Μαζί με αυτά μπορεί επίσης να εμφανιστούν παράταση των ωρών ύπνου, κακή ποιότητα ύπνου, αύξηση του βάρους, έντονη επιθυμία για υδατάνθρακες, μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας και αυξημένη όρεξη (Magnusson & Patronen, 2005). Η ηλικία έναρξης της διαταραχής εντοπίζεται κατά κανόνα μεταξύ του 20ού και του 30ού έτους.

Μπορεί να αποδειχθεί χρόνιο πρόβλημα: ποσοστό άνω του 42% των ασθενών έχει επανεμφανιζόμενα επεισόδια μέχρι και 11 χρόνια από την έναρξη της διαταραχής. Από αυτά τα επεισόδια κάποια εμφανίζονται τον χειμώνα, ενώ κάποια δεν έχουν εποχικό χαρακτήρα. Το ποσοστό επικράτησης της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής στον γενικό πληθυσμό έχει βρεθεί ότι κυμαίνεται από 1% έως 10% ανάλογα με τη χώρα.

Ο ρόλος του βόρειου και νότιου ημισφαιρίου στην εποχική συναισθηματική διαταραχή

Στο βόρειο ημισφαίριο, τα ποσοστά επικράτησης της διαταραχής είναι υψηλότερα στις χώρες του Βορρά και χαμηλότερα στις χώρες του Νότου. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται όταν οι άνθρωποι μετακινούνται από τον Νότο προς τον Βορρά και βελτιώνονται όταν μετακινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το ακριβώς αντίθετο πρότυπο ευρημάτων παρατηρείται στο νότιο ημισφαίριο.

Αυτοί που βιώνουν τόσο έντονα συμπτώματα ώστε να λαμβάνουν τη διάγνωση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής ενδέχεται να αποτελούν υποσύνολο μιας ευρύτερης ομάδας ατόμων που εμφανίζουν ποικίλα αρνητικά συμπτώματα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Λιγότερο δραματικές εποχικές αλλαγές στην ενεργητικότητα και στο βάρος παρατηρούνται και στον γενικό πληθυσμό.

Βρέθηκε, για παράδειγμα, ότι το 50% του γενικού πληθυσμού ανέφερε χαμηλότερα επίπεδα ενέργειας, το 47% αύξηση του βάρους και το 31% μείωση της κοινωνικής του δραστηριότητας κατά τους χειμερινούς μήνες, ενώ το 25% ανέφερε ότι οι αλλαγές αυτές ήταν αρκετά έντονες ώστε να θεωρηθούν προσωπικό πρόβλημα.

Οι ερμηνείες για την εμφάνιση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής είναι σχεδόν αποκλειστικά βιολογικές.

Γενετικοί παράγοντες εμφάνισης της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής

Λόγω του σχετικά πρόσφατου ενδιαφέροντος για την εποχική συναισθηματική διαταραχή, είναι λίγες οι μελέτες που έχουν διερευνήσει τον ρόλο των γενετικών παραγόντων στην αιτιολογία της. Ωστόσο, οι Madden και συνεργάτες (1996) εξέτασαν τη συνεμφάνιση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής σε ένα ευρύ δείγμα μονοζυγωτικών και διαζυγωτικών διδύμων. Επιπλέον, αξιολόγησαν μια σειρά περιβαλλοντικές παραμέτρους και κατόρθωσαν να καθορίσουν τη σχετική σημασία γενετικών και περιβαλλοντικών μεταβλητών.

Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι περίπου το 29% του κινδύνου εμφάνισης της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής μπορεί να αποδοθεί σε γενετικούς παράγοντες. Αξιοσημείωτο είναι ότι, με δεδομένη την εμφανώς διαφορετική αιτιολογία της μη εποχικής κατάθλιψης και της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής, υπάρχουν ενδείξεις ότι γενετικοί παράγοντες ενδέχεται να σχετίζονται με τη διαβίβαση της σεροτονίνης.

Η υπόθεση της μελατονίνης

Η μελατονίνη είναι μια ορμόνη που θεωρείται ότι εμπλέκεται στην εμφάνιση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής. Η απελευθέρωσή της πυροδοτείται σε συνθήκες σκότους από την επίφυση και εντοπίζεται κυρίως στον μεσεγκέφαλο και στον υποθάλαμο. Η συγκεκριμένη ορμόνη ελέγχει τον ύπνο και την κατανάλωση τροφής.

Στα θηλαστικά της άγριας φύσης η απελευθέρωση της μελατονίνης, όταν οι νύχτες μεγαλώνουν, μειώνει την κινητικότητά τους, επιβραδύνει τους ρυθμούς τους και τα προετοιμάζει για τη χειμερινή ανάπαυλα ή τη χειμερία νάρκη. Σύμφωνα με τη θεωρία της μελατονίνης για την κατάθλιψη, οι άνθρωποι επηρεάζονται επίσης με τον ίδιο τρόπο, παρόλο που οι περισσότεροι μπορούν να αντεπεξέλθουν στην επίδρασή της χωρίς προβλήματα.

Κάποια άτομα ωστόσο φαίνονται ευάλωτα στα αυξημένα επίπεδα της μελατονίνης κατά τους χειμερινούς μήνες και βιώνουν μια σημαντική επιβράδυνση των ρυθμών τους, που είναι έκδηλη στα συμπτώματα της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής.

Στον αντίποδα της συγκεκριμένης διαταραχής, κάποια άτομα φαίνεται να επηρεάζονται από τα χαμηλά επίπεδα μελατονίνης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και να βιώνουν περιόδους ανεβασμένης διάθεσης και ευτυχίας.

Οι ενδείξεις αναφορικά με τον ρόλο της μελατονίνης είναι αντικρουόμενες. Ενώ σε ορισμένες έρευνες έχει βρεθεί κάποια σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της μελατονίνης και στην έναρξη και σοβαρότητα της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής, αυτό δεν ισχύει πάντα, ούτε είναι απόλυτα κατανοητός ο ρόλος της στην αιτιολογία αυτής της διαταραχής.

Η υπόθεση των κιρκάδιων ρυθμών

Σε μια παραλλαγή της υπόθεσης της μελατονίνης, οι Lewy και συνεργάτες (1998) υποστήριξαν ότι, για την εμφάνιση και τη διατήρηση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής, δεν έχουν σημασία τα επίπεδα της μελατονίνης, αλλά οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες αυτή εκκρίνεται. Σύμφωνα με την υπόθεση για τον ρόλο των κιρκάδιων ρυθμών, η μη εποχική κατάθλιψη μπορεί να προκύψει από την κακή ποιότητα ύπνου που οφείλεται στη διαταραχή του ημερήσιου ή κιρκάδιου κύκλου ύπνου-εγρήγορσης.

Στην περίπτωση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής, οι αλλαγές στην ώρα της ανατολής και της δύσης του ήλιου κατά τη μετάβαση από το καλοκαίρι στον χειμώνα επηρεάζουν τη χρονική στιγμή απελευθέρωσης της μελατονίνης, προκαλώντας αλλαγές στον κιρκάδιο ρυθμού ύπνου και αποσυντονίζοντάς τον σε σχέση με τους υπόλοιπους βιολογικούς ρυθμούς.

Ο στόχος της θεραπείας είναι η επαναρρύθμιση του κύκλου ύπνου-εγρήγορσης σύμφωνα με τους ρυθμούς του καλοκαιριού.

Αυτό, κατά τους Lewy και συνεργάτες, μπορεί να επιτευχθεί με την έκθεση του ατόμου στο φως νωρίς το πρωί, το οποίο βοηθά να διατηρηθεί ο κύκλος ύπνου-εγρήγορσης και καθυστερεί την έκκριση μελατονίνης αργότερα μέσα στην ημέρα.

Η συγκεκριμένη πρακτική, σε συνδυασμό με έναρξη του ύπνου νωρίτερα το βράδυ, θα μπορούσε να αποδειχθεί μια αποτελεσματική θεραπεία της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής.

Το έργο των Lewy και συνεργατών υποστήριξε αυτή την υπόθεση, καθώς υπήρξαν ευρήματα ότι η έκθεση του ατόμου στο φως της ημέρας κατά τις πρωινές ώρες είναι πιο αποτελεσματική απ' ό,τι αν γίνει το απόγευμα. Η επίδραση αυτή φαίνεται να διατηρείται για όσο διάστημα το άτομο ακολουθεί το καλοκαιρινό πρόγραμμα αφύπνισης και ύπνου.

Η υπόθεση της σεροτονίνης

Η τελευταία σχετική υπόθεση είναι αυτή της σεροτονίνης. Υποστηρίζει ότι τουλάχιστον κάποιοι από τους μηχανισμούς που ευθύνονται για την εποχική συναισθηματική διαταραχή μπορεί να μη συνδέονται ειδικά με αυτό το σύνδρομο, αλλά να εμπλέκονται στην εμφάνιση και άλλων μορφών κατάθλιψης.

Ένας άριθμος παραγόντων συνδέουν τη σεροτονίνη με την αιτιολογία της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής.

Η σεροτονίνη εμπλέκεται στον ελέγχο της όρεξης και του ύπνου, και είναι πρόδρομος της μελατονίνης. Τα επίπεδά της διαφέρουν ανάλογα με την εποχή, και η μείωση των επιπέδων της σεροτονίνης μέσω της απομάκρυνσης της τρυπτοφάνης (ενός προδρόμου μορίου της σεροτονίνης) από τη διατροφή έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σε ανθρώπους οι οποίοι εκδηλώνουν συνήθως εποχική συναισθηματική διαταραχή κατά τους χειμερινούς μήνες.

Περαιτέρω ενδείξεις για τον ρόλο της σεροτονίνης προέκυψαν από θεραπευτικές μελέτες με τη χρήση των SSRI.

Τόσο η σερτραλίνη όσο και η φλουοξετίνη έχουν αποδειχθεί μέτρια αποτελεσματικές στη θεραπεία της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής. Γενικά πάντως δεν είναι τόσο αποτελεσματικές όσο η φωτοθεραπεία, ή μπορεί να έχουν αποτέλεσμα σε ανθρώπους που δεν ανταποκρίθηκαν στη φωτοθεραπεία. Αυτό το στοιχείο υποδηλώνει ότι, παρόλο που τα επίπεδα της σεροτονίνης μπορεί να εμπλέκονται στην εμφάνιση της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής, δεν αποτελούν τον μοναδικό μηχανισμό ενεργοποίησής της.

Θεραπεία της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής

Θεραπεία της εποχικής συναισθηματικής διαταραχής είναι η λεγόμενη φωτοθεραπεία, που βοηθά στη μείωση των επιπέδων μελατονίνης.

Το άτομο εκτίθεται συνήθως σε υψηλά επίπεδα τεχνητού φωτός, που κυμαίνεται από 2.500 lux για διάστημα δύο ωρών μέχρι 10.000 lux για μισή ώρα κάθε μέρα από μία έως τρεις εβδομάδες. Το φως μέσα σε ένα σπίτι είναι συνήθως 100 lux η λιγότερο μια βροχερή χειμωνιάτικη ημέρα και φθάνουν τα 10.000 Lux μια ηλιόλουστη μέρα. Η έκθεση στο φως γίνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του πρωινού, έτσι ώστε το άτομο να επανέλθει στον κατάλληλο ρυθμό ημέρας νύχτας σε σχέση με την απελευθέρωση μελατονίνης.

Οι παρεμβάσεις αυτές δείχνουν να έχουν αποτέλεσμα. Σε μια μετανάλυση των σχετικών μελετών, οι Terman και συνεργάτες (1989) ανέφεραν σημαντική βελτίωση στο 67% των ατόμων με ήπια εποχική συναισθηματική διαταραχή και στο 40% των ατόμων με μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα, τα οποία είχαν υποβληθεί σε φωτοθεραπεία: τα αποτελέσματα αυτά ήταν πολύ καλύτερα από εκείνα που παρουσίασε η ομάδα εικονικής παρέμβασης.

Οι Sumaya και συνεργάτες (2001) περιέγραψαν μια μελέτη κατά την οποία οι συμμετέχοντες τοποθετήθηκαν με τυχαίο τρόπο σε μία από τις τρεις παρακάτω πειραματικές συνθήκες:

α) μια θεραπευτική δόση 10.000 lux καθημερινά για 30 λεπτά και για διάστημα μιας εβδομάδας

β) μια μη θεραπευτική δόση 300 lux για την ίδια χρονική περίοδο (εικονική παρέμβαση) και

γ) μια περίοδο χωρίς θεραπεία.

Στο τέλος της θεραπείας το 50% των ατόμων της θεραπευτικής ομάδας δεν πληρούσε πλέον τα κριτήρια για κατάθλιψη. Στις άλλες δύο ομάδες δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στα επίπεδα της κατάθλιψης. 

Παρόλο που η φωτοθεραπεία παραμένει η πρωταρχική θεραπεία για την εποχική συναισθημαιτκή διαταραχή, μερικοί άνθρωποι προτιμούν να λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή -ίσως επειδή δυσκολεύονται να ξυπνούν το πρωί και να υποβάλλονται σε φωτοθεραπεία. Η θεραπεία με SSRI έχει καλύτερα αποτελέσματα από την εικονική παρέμβαση και ωφελεί σημαντικά όσους δεν ανταποκρίνονται καλά στη φωτοθεραπεία.

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο του Paul Bennett Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr