Η κατάθλιψη ανήκει στις διαταραχές διάθεσης και εμποδίζει τα άτομα να ακολουθήσουν μια ομαλή ζωή σε κοινωνικό, οικογενειακό και εργασιακό επίπεδο.

Συμπτωματολογία κατάθλιψης

Τα συμπτώματα σύμφωνα με το διαγνωστικό εργαλείο DSM-IV χρειάζεται να περιλαμβάνουν τουλάχιστον πέντε ή περισσότερα από τα παρακάτω, ώστε να διαγνωστεί ως μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, σε διάρκεια τουλάχιστον 2 εβδομάδων:

  • Κατάθλιψη τις περισσότερες μέρες, σχεδόν κάθε μέρα (π.χ. αισθήματα λύπης, απελπισίας)
  • Σημαντικά μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση σε όλες, ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες
  • Σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους (π.χ. αλλαγή περισσότερων περισσότερο από 5% του σωματικού βάρους σε ένα μήνα), ή μείωση ή αύξηση της όρεξης
  • Αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε μέρα
  • Ψυχοκινητική αναταραχή ή καθυστέρηση (παρατηρείται από άλλους)
  • Κόπωση ή απώλεια ενέργειας
  • Αισθήματα αναξιολόγησης ή υπερβολικής ή ακατάλληλης ενοχής
  • Μειωμένη ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης, ή αναποφασιστικότητα
  • Επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου (όχι μόνο φόβος θανάτου), επαναλαμβανόμενος αυτοκτονικός ιδεασμός

Η κατάθλιψη ανήκει στις πιο διαγνωσμένες διαταραχές διάθεσης. Ο Seligman (1973), την χαρακτήρισε ως «κοινό κρύωμα», θέλοντας να τονίσει την εξαιρετική συχνότητα διάγνωσής της.

Πολλές φορές, η κατάθλιψη, δυσκολεύει τη λειτουργικότητα του ατόμου σε ατομικό, κοινωνικό, εργασιακό και σχεσιακό επίπεδο. Με βάση όλα αυτά, αρκετές ψυχολογικές προσεγγίσεις έχουν προσπαθήσει να πλαισιώσουν θεωρητικά την έννοια της κατάθλιψης. Οι τέσσερις βασικές που θα συζητηθούν είναι η συμπεριφορική, ψυχοδυναμική, γνωστική και ανθρωπιστική προσέγγιση.

Αποκτήστε το βιβλίο Σχολή των Θεών, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Συμπεριφορική προσέγγιση για την κατάθλιψη

Η συμπεριφορική προσέγγιση υπογραμμίζει τη σημασία της παρατηρήσιμης συμπεριφοράς και το πώς το περιβάλλον του ατόμου μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωσή της. Οι θεωρίες της συμπεριφορικής προσέγγισης σχετίζονται με το πώς η συμπεριφορά του ατόμου μπορεί να προέρχεται από τη μάθηση. Η μάθηση, χωρίζεται στην κλασσική εξαρτημένη, τη συντελεστική ενίσχυση ή μάθηση, τη κοινωνική μάθηση ή μάθηση μέσω παρατήρησης και μίμησης προτύπων και τη γνωστική μάθηση.

Όλες οι μορφές, σχετίζονται με το πώς ένα εξωτερικό ερέθισμα επηρεάζει και διαμορφώνει τη συμπεριφορά ενός ατόμου.

Η κατάθλιψη έτσι, γίνεται το αποτέλεσμα που προκαλείται από την αλληλεπίδραση του ατόμου και του περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την κλασσική μάθηση, η κατάθλιψη πιθανόν να αποτελεί είδος μαθημένης συμπεριφοράς που σχετίζεται με τη σύνδεση ορισμένων ερεθισμάτων με αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις. Παράλληλα, μέσω της μίμησης που προτείνει η κοινωνική μάθηση, η κατάθλιψη μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας μιμητικής αντίδρασης του ατόμου από το στενό του περιβάλλον (π.χ. η μητέρα να υποφέρει επίσης από κατάθλιψη).

Η συντελεστική λειτουργία τονίζει ότι η κατάθλιψη μπορεί να προκληθεί από την αφαίρεση θετικής ενίσχυσης που υπάρχει στο περιβάλλον του ατόμου (Lewinsohn, 1974). Σε μια κατάσταση πένθους για παράδειγμα, το άτομο χάνει μια πηγή θετικής ενέργειας και οδηγεί συχνά στην αδράνεια.

Η πηγή ενίσχυσης μπορεί πλέον να είναι η προσοχή του υποστηρικτικού περιβάλλοντος που έχει μείνει πίσω.

Για να διαρκέσει αυτή η προσοχή, το άτομο ενδέχεται να παραπονιέται περισσότερο, να μιλά για την αυτοκτονία και να κλαίει σε μεγάλη χρονική διάρκεια και τόσο που τελικά το περιβάλλον θα απομακρυνθεί σταδιακά (πιθανότατα και επειδή οι ίδιοι δεν αντέχουν μια κατάσταση πένθους). Με αυτόν τον τρόπο, η απομόνωση του ατόμου είναι πιο εύκολη, ενώ παράλληλα ενισχύονται τα αισθήματα θλίψης. Η κατάθλιψη έτσι παίρνει τη μορφή ενός φαύλου κύκλου στον οποίο το άτομο έχει εγκλωβιστεί και δυσκολεύεται να βγει.

Ψυχοδυναμική προσέγγιση για την κατάθλιψη

Οι ψυχοδυναμικές θεωρίες σε σχέση με την κατάθλιψη, ανέπτυξε μια σειρά θεωριών. Ο Φρόιντ το 1917, έθεσε την κατάθλιψη ως εσωτερικά κατευθυνόμενο θυμό. Ο ίδιος υποστήριξε επίσης ότι η κατάθλιψη ενδέχεται να σχετίζεται με τις σοβαρές απαιτήσεις του υπερ-εγώ, που ευθύνεται για το σύστημα αξιών και τα «πρέπει» που έχουν εντυπωθεί στον καθένα μας.

Η κατάθλιψη θα μπορούσε να αποτελεί την ενδοβολή της απώλειας του αντικειμένου αγάπης, αλλά και την απώλεια αυτοεκτίμησης (Bibring, 1953; Fenichel, 1968).

Ο Chodoff (1972), υποστήριξε ότι η πηγή της κατάθλιψης μπορεί να οφείλεται σε υπερβολική ανάγκη ναρκισσιστικής, στοματικής και / ή πρωκτικής προσωπικότητας.

Τέλος, η Melanie Kleine, το 1934 ανέφερε τη στερητική σχέση μεταξύ μητέρας-παιδιού κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους ζωή του, ως λόγος ανάπτυξης της κατάθλιψης.

Βιολογικοί παράγοντες, όπως προτείνει και ο Φρόιντ μπορούν να σχετιστούν με την κατάθλιψη. Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάθλιψη συνδέεται με την απώλεια ή απόρριψη από έναν γονέα. Εξάλλου, η κατάθλιψη συνήθως είναι η αντίδραση στην απώλεια ή την αντιλαμβανόμενη απώλεια μια σημαντικής σχέσης. Ο Φρόιντ διέκρινε τις πραγματικές (π.χ. θάνατος) από τις συμβολικές απώλειες (π.χ. απόλυση). Και στις δύο περιπτώσεις, το άτομο πιθανόν να αναβιώσει αισθήματα από τη παιδική του ηλικία σε στιγμές που ένιωσε απώλεια αγάπης από την ή τον τροφό του.

Γνωστική προσέγγιση για την κατάθλιψη

Η γνωστική προσέγγιση εστιάζει στις γνωσίες των ανθρώπων, δηλαδή τις πεποιθήσεις και τις σκέψεις τους. Θεωρεί ότι οι σκέψεις έχουν έντονη επίδραση στις υπόλοιπες πτυχές του ανθρώπου και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Έτσι, σύμφωνα με αυτή τη προσέγγιση οι σκέψεις επηρεάζουν τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά και τα ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Αυτά μεταξύ τους επίσης αλληλοεπηρεάζονται και καταλήγουν να διατηρούν ένα μοτίβο σκέψεων. Για παράδειγμα, αν το άτομο σκέφτεται «Δεν θα τα καταφέρω σε αυτό το ζήτημα», τότε πιθανότατα αυτό να τον κάνει να νιώσει λύπη και θα οδηγηθεί πιθανά στο να μη προσπαθήσει επαρκώς. Όλη η διαδικασία ίσως επηρέαζε ακόμη σε σωματικό επίπεδο το άτομο και να εμφάνιζε πόνους στο σώμα (π.χ. πονοκέφαλο). Τελικά, η σκέψη του θα ενισχυθεί, αφού δεν θα επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η κατάθλιψη λοιπόν για τη προσέγγιση αυτή σχετίζεται με τη συστηματική προκατάληψη του ατόμου στο μοτίβο σκέψεών του.

Σύμφωνα με όλα τα προηγούμενα, οι κλινικά διαγνωσμένοι άνθρωποι με κατάθλιψη, έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης από τους μη κλινικά διαγνωσμένους. Μάλιστα, οι αλλαγές στη σκέψη είναι προϋπόθεση για την έναρξη της κατάθλιψης.

Οι τρεις υπεύθυνοι μηχανισμοί για την κατάθλιψη

Ο Aaron Beck (1967), μελέτησε τα άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη και συμπέρανε ότι αξιολογούσαν τα γεγονότα με αρνητικό τρόπο σκέψης.

Ο Beck αποκωδικοποίησε τρείς μηχανισμούς, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τη κατάθλιψη: 

1. Η γνωστική τριάδα (της αρνητικής αυτόματης σκέψης)

2. Αρνητικά σχήματα

3. Σφάλματα στη Λογική (ελαττωματική επεξεργασία πληροφοριών)

Η γνωστική τριάδα αφορά σε τρία επίπεδα αρνητικών σκέψεων.

Αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό, τον κόσμο και το μέλλον. Αυτές οι σκέψεις είναι αυθόρμητες και αυτόματες στον καταθλιπτικό πληθυσμό. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ένα άτομο με κατάθλιψη θα βλέπει τον εαυτό του ως αβοήθητο και ανεπαρκή, ο κόσμος θα μοιάζει να θέτει δύσβατα εμπόδια για εκείνον και το μέλλον θα θυμίζει μια απελπισία. Όσο αυτά τα τρία αλληλεπιδρούν ενεργά, η ομαλή γνωστική επεξεργασία θα οδηγείται σε βλάβες σχετικές με τη μνήμη, την αντίληψη, την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και το άτομο θα συντηρεί μια εμμονή με τις αρνητικές αυτές σκέψεις.

Γνωστικά σχήματα

Για τη δεύτερη θεωρία του Beck, τα άτομα με καταθλιπτικές τάσεις αναπτύσσουν ένα αρνητικό σχήμα προς τον εαυτό. Οι πεποιθήσεις και οι προσδοκίες προς τον εαυτό είναι αρνητικές και απαισιόδοξες. Ο Beck, διαμόρφωσε την άποψη ότι τα αρνητικά σχήματα αναπτύσσονται στη παιδική ηλικία, συνήθως ως κατάλοιπο ενός τραυματικού γεγονότος. Μερικά παραδείγματα αποτελούν ο θάνατος ενός σημαντικού άλλου προσώπου, η γονική απόρριψη, κριτική, παραμέληση, υπερπροστασία και κακοποίηση.

Ακόμη, ο σχολικός εκφοβισμός ή ο κοινωνικός αποκλεισμός από τους συμμαθητές. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να προδιαθέσουν το άτομο για ανάπτυξη της κατάθλιψης, ωστόσο δεν αποτελούν κανόνα. Ένα επόμενο αγχωτικό συμβάν στη ζωή του ατόμου μπορεί να είναι απαραίτητο για να ενεργοποιηθεί το αρνητικό σχήμα. Αφού γίνει αυτό, παράλογες ή παραμορφωμένες σκέψεις και γνωστικές προκαταλήψεις μπορούν να κυριαρχήσουν.

Ένα γνωστικό σχήμα, γίνεται επιρρεπές σε λογικά λάθη όταν επιλεκτικά εστιάζουν σε ορισμένες πτυχές μιας συνθήκης ή κατάστασης και αγνοούν τις υπόλοιπες. Τα γνωστικά λάθη μπορούν να προκαλέσουν έντονο άγχος και κατάθλιψη. Ένα τέτοιο γνωστικό λάθος μπορεί να είναι η διχοτομημένη σκέψη, όπου το άτομο δε μπορεί να απομονώσει μια ενδιάμεση σκέψη, αλλά κατά κανόνα είναι είτε άσπρο είτε μαύρο (π.χ. το άτομο θεωρεί ότι ένας άλλος άνθρωπος είναι είτε κακός είτε καλός και δε μπορεί να έχει και τα δύο χαρακτηριστικά).

Ανθρωπιστική προσέγγιση για την κατάθλιψη

Η ανθρωπιστική προσέγγιση προτείνει ότι οι άνθρωποι έχουν κάποιες πλαισιωμένες ανάγκες. Ο Maslow (1962), μέσω της πυραμίδας των αναγκών, εξηγεί ότι η πιο σημαντική ανάγκη του ανθρώπου είναι η δυνητικά επιτεύξιμη αυτοπραγμάτωση. Το άτομο που έχει φτάσει στην αυτοπραγμάτωση, έχει μια ζωή γεμάτη νόημα και ουσία. Πολύ μικρό ποσοστό των ανθρώπων αγγίζουν την αυτοπραγμάτωση.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις ανθρωπιστικές θεωρίες, ο,τιδήποτε παρεκκλίνει τοη διαδρομή προς την αυτοπραγμάτωση μπορεί να αποτελέσει και αίτιο κατάθλιψης. Όπως και οι υπόλοιπες προσεγγίσεις, η κατάθλιψη για τις ανθρωπιστικές προσεγγίσεις σχετίζονται με εμπειρίες του παρελθόντος ή συνεχόμενες καταστάσεις.

Κάποιοι παράγοντες μπορεί να είναι οι γονείς που επιβάλλουν όρους αξίας στα παιδιά τους και επιλέγουν μια «αγάπη υπό όρους» σε σύγκριση με την «άνευ όρων αποδοχή». Συνεπώς, ένα παιδί που έχει «κακή συμπεριφορά», όπως μια κακή βαθμολογία, θα κατηγορηθεί ότι δε τα πάει καλά στο σχολείο και ως συνέπεια θα αναπτύξει μια αρνητική αυτοεικόνα.

Με τον καιρό, στην αποτυχία ανταπόκρισης στις προσδοκίες των γονέων και το επιβαλλόμενο πρότυπο για το τι θεωρείται «καλό παιδί» για εκείνους, μπορεί να αναπτύξει κατάθλιψη.

Άλλος παράγοντας για την εμφάνιση της κατάθλιψης ενδέχεται να αποτελέσει και το ότι ορισμένα παιδιά αποφεύγουν τον πραγματικό τους εαυτό και να προβάλλουν μια ιδεατή εικόνα εαυτού, μη πραγματική. Αυτή η νέα μη πραγματική εικόνα εαυτού είναι μια προσπάθεια ικανοποίησης των άλλων.

Παρά την πιθανή ικανοποίηση των άλλων, αυτός ο διαχωρισμός που δημιουργείται μεταξύ του πραγματικού και του ιδεατού εαυτού προκαλεί μίσος για τον εαυτό. Τέλος, η αυτοπραγμάτωση για τους ενήλικες μπορεί να εμποδίζεται από κάποιες δυστυχισμένες σχέσεις ή και μη ικανοποιητικά εργασιακά πλαίσια.

Συμπερασματικά, όλες οι προσεγγίσεις έχουν ένα διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο για τη κατάθλιψη, αλλά ταυτόχρονα συμφωνούν σε διάφορες πτυχές της. Η κατάθλιψη αποτελεί μια σημαντική διαταραχή διάθεσης που πλήττει χρονιαία όλο και περισσότερο πληθυσμό. Θα ήταν θεμιτό να μην αψηφούμε τα άτομα που πάσχουν και να μη τα δυσκολεύουμε. Αντίστοιχα, τα άτομα που έχουν κατάθλιψη, θα μπορούσαν να απευθυνθούν σε ειδικούς ψυχικής υγείας ή άλλες κατάλληλες δομές.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρυσανθακοπουλου Μαρία

xrysanthakopoulou mariaΕφαρμοσμένη Ψυχολογία, Bsc (hons) Applied Psychology.
Ειδίκευση στη Συνθετική Ψυχοθεραπεία και Συμβουλευτική ενηλίκων.

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.