Μολονότι έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση στο ρόλο μου ως εργαζόμενη γυναίκα, δεν έχω καθόλου αυτοπεποίθηση στο ρόλο μου ως μητέρα. Δεν ξέρω καν τι ρούχα θα ταίριαζαν σε αυτόν τον ρόλο.”  (Ugarirza, 2002)
Κλαίω συνέχεια, 24 ώρες το 24ωρο… Κλαίω με το παραμικρό, δεν μπορώ να το ελέγξω. (Ugarirza, 2002)

Όσο οι μέρες περνούν μου είναι αδύνατο να τα βγάλω πέρα, μου είναι αδύνατο να συνεχίσω… Χειροτερεύω μέρα με την μέρα. Δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Το μυαλό μου έχει αρχίσει να μου παίζει περίεργα παιχνίδια.” (Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Ugarirza, 2002)

“Προσπαθώ να αποφεύγω να ανοίγω το συρτάρι της κουζίνας. Το να βλέπω το μαχαίρι με τρομάζει αν και ξέρω ότι δεν θα το χρησιμοποιούσα ποτέ… Ντρέπομαι τόσο. Τι μητέρα είμαι; Πραγματικά νιώθω ότι κάτι πηγαίνει απαίσια λάθος μαζί μου.” (Ugarirza, 2002)

“Μολονότι ο σύζυγός μου είναι υποστηρικτικός μαζί μου, δεν μπορεί να καταλάβει τι περνάω… Νιώθω σαν να ζω σε μονογονεϊκή οικογένεια. Από την άλλη, νιώθω απαίσια που νευριάζω μαζί του, προσπαθεί σκληρά.“ (Ugarirza, 2002)

“Βασικά δεν ξέρω τι θα ήθελα να περιμένω από αυτόν. Κάνει δύο δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα αλλά εγώ νιώθω μόνη σε όλο αυτό.“ (Ugarirza, 2002)

“Θέλω την γυναίκα μου πίσω!“ (Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012)

Η μητρότητα δεν είναι πάντοτε συνώνυμη της ευτυχίας...

Μολονότι η μητρότητα αποτελεί ένα φυσιολογικό και τις περισσότερες φορές πολυαναμενόμενο κομμάτι στη ζωή πολλών γυναικών και μάλιστα σε πολλές κοινωνίες γίνεται αντικείμενο μεγάλου εορτασμού, δυστυχώς αυτό το ρομαντικό πνεύμα συχνά εξατμίζεται πολύ γρήγορα καθώς η γέννηση ενός παιδιού μπορεί να συνεπάγεται μια κατάσταση ανισορροπίας ανάμεσα στους διαθέσιμους πόρους της μητέρας και της οικογένειας γενικότερα και στις προβαλλόμενες απαιτήσεις.

Πράγματι, η γέννηση ενός παιδιού φέρνει νέες προκλήσεις στη ζωή μιας μητέρας καθώς περιλαμβάνει την ενσωμάτωση των απαιτήσεων ενός νέου μέλους της οικογένειας μέσα σε ήδη υπάρχουσες απαιτήσεις.

Επιπλέον, η γέννηση ενός παιδιού μπορεί να σημαίνει μείζονες αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα, όπως αλλαγές στην εκτίμηση της μητέρας για τον εαυτό της, αλλαγές στην εικόνα του σώματός της, αλλαγές στην επαγγελματική της ταυτότητα και στον κοινωνικό της ρόλο ως μια νέα πλέον μητέρα, αλλαγές στην ποιότητα της συζυγικής σχέσης (Dagher & Shenassa, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012).

Έτσι, λοιπόν, μετά τον τοκετό μπορεί να παρατηρηθεί σε μια μερίδα γυναικών μια σειρά αντιδράσεων -ορισμένες από τις οποίες αποτυπώνονται πολύ παραστατικά στις προαναφερόμενες δηλώσεις- όπως: η μητέρα κλαίει συνεχώς, βιώνει έντονα αισθήματα μελαγχολίας, ανημπορίας, αβοηθησίας, αισθήματα ανεπάρκειας, αχρηστίας, ανικανότητας να χειριστεί την φροντίδα του μωρού της.

Ολοκληρωτικά συγκλονισμένη από την ιδιαίτερα απαιτητική επιλόχεια εμπειρία, η οποία συχνά συνεπάγεται δυσκολίες με τον θηλασμό, διαταραχές όρεξης, έντονη κόπωση, στέρηση ύπνου είτε εξαιτίας της συνεχούς προσωπικής της ανησυχίας για το μωρό είτε γιατί το ίδιο το μωρό λόγω του ακανόνιστου ωραρίου ύπνου δεν της επιτρέπει να κοιμηθεί, η μητέρα βιώνει ένα ισχυρό πλήγμα στην αυτοεκτίμησή της καθώς ταλανίζεται από συνεχείς αμφιβολίες για το αν θα καταφέρει να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της μητρότητας και στο διττό ρόλο της μητέρας-συζύγου.

Με στραγγισμένα όλα της τα αποθέματα, νιώθει τόσο κουρασμένη που με δυσκολία σηκώνεται από το κρεβάτι να φροντίσει το νεογέννητο μωρό της ή να φτιάξει μια κούπα καφέ στο σύζυγό της. Κάνει σκέψεις να βλάψει το μωρό της και μετά αισθάνεται σοκ, έκπληξη, βαθιά απογοήτευση, ντροπή, ενοχή, θυμό για αυτές της τις σκέψεις και από την άλλη έντονο άγχος και φόβο μήπως κάποια στιγμή χάσει τον έλεγχο των συναισθημάτων της.

Έτσι, οργανώνει συνεχώς απειλητικά για τη ζωή σχέδια προκειμένου να βάλει τέλος στην τρέλα της. Έντονες είναι και οι απότομες εναλλαγές διάθεσης και τα αισθήματα μοναξιάς που κατά καιρούς μπορεί να βιώνει τα οποία απορρέουν είτε από πραγματική είτε από αντιλαμβανόμενη έλλειψη συζυγικής υποστήριξης,

Χαρακτηριστικός, όπως παρατηρούμε και από τις προαναφερόμενες δηλώσεις, είναι και ο αμφιθυμικός τρόπος αντιμετώπισης του συντρόφου της καθώς μπορεί από την μια να τον κατηγορεί συνεχώς, να νιώθει έντονη οργή, θυμό για αυτόν λόγω αντιλαμβανόμενης έλλειψης υποστήριξης και κατανόησης, και από την άλλη πλευρά ταυτόχρονα να τον υπερασπίζεται, να αναγνωρίζει τις σκληρές του προσπάθειες και την αδικαιολόγητη φύση του δικού της θυμού απέναντί του (Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Ugarirza, 2002; Walker, 2012).

Ένα κοινό μοτίβο αυτών των γυναικών στην αναζήτηση βοήθειας είναι ότι συχνά υποτιμούν την σοβαρότητα των συμπτωμάτων τους και προτιμούν να υποφέρουν σιωπηλά εξαιτίας του φόβου για τον κοινωνικό στιγματισμό τους ως “κακές μητέρες“, ως ανίκανες να ανταποκριθούν στις κοινωνικές προσδοκίες της μητρότητας, και επιπλέον εξαιτίας του φόβου τους για ενδεχόμενη αποστέρηση του παιδιού τους από κάποια υπηρεσία παιδικής πρόνοιας ή εξαιτίας του φόβου για δικό τους εγκλεισμό σε κάποια ψυχιατρική δομή (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Ugarirza, 2002).

Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι σε ορισμένα πολιτισμικά πλαίσια (κορεατικά, αραβικά) όλα τα προαναφερόμενα καταθλιπτικά συμπτώματα δεν θεωρούνται αποδεκτά αλλά σημάδια αδυναμίας που παρεμποδίζουν την γυναίκα να εκπληρώσει τον παραδοσιακό ρόλο του φύλου της και έτσι η όποια συζήτηση γύρω από αυτά αποθαρρύνεται ενεργά από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012).

Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τη συνήθη τάση των ίδιων των κλινικών να φυσιολογικοποιούν τα συγκεκριμένα συμπτώματα (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012) έχουν ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο κομμάτι γυναικών που υποφέρουν να προσπερνιέται αδιάγνωστο και έτσι εκ των πραγμάτων να μην γίνεται καμία προσπάθεια για θεραπεία  (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Viguera, Tondo, Koukopoulos, Reginaldi, Lepri, & Baldessarini, 2011; Walker, 2012).
        
Όλη η προαναφερόμενη εικόνα με την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένα χρονικά κριτήρια παραπέμπει κλινικά στην διαταραχή της επιλόχειας κατάθλιψης. Ωστόσο, το προαναφερόμενο επεξηγηματικό μοντέλο της επιλόχειας κατάθλιψης, το οποίο βασίζεται εξολοκλήρου στην ποιοτική ανάλυση δεδομένων (Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Ugarirza, 2002) γυναικών που πάσχουν από αυτή την διαταραχή, φαίνεται να διαφέρει κάπως από το περιγραφικό μοντέλο του DSM (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχιατρικών Διαταραχών), το οποίο δεν είναι σε θέση να αποδώσει τον επώδυνο χαρακτήρα του υποκειμενικού βιώματος της επιλόχειας κατάθλιψης ενώ συχνά η κλινική εικόνα και οι χρονικές προϋποθέσεις που προτείνει φαίνεται να αποκλίνουν κάπως από την παρατηρούμενη πραγματικότητα.

Η διάγνωση της επιλόχειας κατάθλιψης

Σύμφωνα, λοιπόν, με το DSM-IV ο όρος επιλόχεια κατάθλιψη αναφέρεται σε ένα μη ψυχωτικό μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο που έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) καταθλιμμένη διάθεση,

β) αξιοσημείωτα μειωμένο ενδιαφέρον ή μειωμένη ευχαρίστηση για όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας,

γ) σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους/όρεξης,

δ) αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε μέρα,

ε) ψυχοκινητική διέγερση ή καθυστέρηση σχεδόν κάθε μέρα,

ζ) κόπωση ή απώλεια ενεργητικότητας σχεδόν κάθε μέρα,

η) συναισθήματα αναξιότητας ή ενοχής σχεδόν κάθε μέρα,

θ) μειωμένη ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης ή αναποφασιστικότητα σχεδόν κάθε μέρα,

ι) υποτροπιάζουσες σκέψεις θανάτου, αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ή αυτοκτονική απόπειρα ή ένα συγκεκριμένο σχέδιο για διάπραξη αυτοκτονίας.

Τουλάχιστον πέντε από τα προαναφερόμενα συμπτώματα πρέπει να είναι παρόντα τουλάχιστον για μια περίοδο 2 εβδομάδων και να αντιπροσωπεύουν σημαντική έκπτωση στην προηγούμενη λειτουργικότητα του ατόμου. Το DSM θέτει ως χρονικό κριτήριο έναρξης της επιλόχειας κατάθλιψης τις 4 πρώτες εβδομάδες μετά την γέννα ενώ το ICD-10 (Διεθνής Στατιστική Ταξινόμηση Ασθενειών και Σχετικών με την Υγεία Προβλημάτων)  τις 6 πρώτες εβδομάδες (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Musser, Ahmed, Foli, & Coddington, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Sharma, Burt, & Ritchie, 2009; Ugarirza, 2002; Wisner, Moses-Kolko, & Sit, 2010).

Είναι φανερό ότι σε αντίθεση με το επεξηγηματικό μοντέλο που απορρέει άμεσα από το υποκειμενικό βίωμα των γυναικών με επιλόχεια κατάθλιψη, το κλινικό/περιγραφικό μοντέλο του DSM αδυνατεί να αποδώσει την κυκλική φύση των συμπτωμάτων (οι γυναίκες αναφέρουν ότι μπορεί να αισθάνονται καλά για λίγο καιρό και μετά να επαναβιώνουν καταθλιπτικά συμπτώματα) καθώς κάνει λόγο για επίμονα συμπτώματα διάρκειας δύο εβδομάδων.

Επίσης, οι γυναίκες με επιλόχεια κατάθλιψη όντως εμφανίζουν προβλήματα ύπνου, όχι όμως λόγω αϋπνίας ή υπερυπνίας, αλλά λόγω της στέρησης ύπνου που υφίστανται εξαιτίας των υποχρεώσεων της φροντίδας του παιδιού. Επιπλέον, εμφανίζουν καταθλιμμένη διάθεση αλλά όχι απώλεια ενδιαφέροντος για ευχάριστες δραστηριότητες καθώς φαίνεται από τις ποιοτικές αναλύσεις των απαντήσεων τους ότι και οι ίδιες αναγνωρίζουν πως τέτοιες δραστηριότητες θα τις ανακούφιζαν αλλά δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο για αυτές χρόνο.

Σχετικά, τέλος, με το χρονικό κριτήριο έναρξης που τα κλινικά μοντέλα (DSM, ICD-10) το τοποθετούν, όπως είδαμε, στις 4-6 εβδομάδες, αυτό φαίνεται ότι στην πραγματικότητα δεν πληρείται πάντοτε καθώς αρκετές επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν ότι οι πρώτοι 3 μήνες (αμέσως μετά την γέννα) και πολύ συχνά ακόμη και ο ένας πρώτος χρόνος εγκυμονούν υψηλά ποσοστά κινδύνου εμφάνισης επιλόχεια κατάθλιψης (Dagher & Shenassa, 2012; Ugarirza, 2002; Wisner, Moses-Kolko, & Sit, 2010).

Επιλόχεια κατάθλιψη στις γυναίκες: παράγοντες κινδύνου-παρέμβαση

Η επιλόχεια κατάθλιψη φαίνεται να αποτελεί ένα ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα τους ψυχολόγους καθώς όλες οι έρευνες συμφωνούν ότι το 10-20% των μητέρων, περίπου δηλαδή 2 στις 10, θα εμφανίσουν επιλόχεια κατάθλιψη.

(Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Ugarirza, 2002; Walker, 2012; Yonkers, Ramin, Rush, Navarrete, Carmody, March, Hearttwell, & Leveno, 2001).

Όταν αυτή η ιατρική κατάσταση της μητέρας αγνοείται και δεν γίνεται αντικείμενο θεραπείας μπορεί να γίνει οικογενειακό βάρος με πολλαπλές αρνητικές βραχυπρόθεσμες αλλά και μακροπρόθεσμες συνέπειες στην ίδια την ψυχική υγεία της μητέρας, στον δεσμό της με το βρέφος, στην λειτουργικότητα του βρέφους, στην πρώιμη και μετέπειτα ανάπτυξή του, στην ποιότητα των σχέσεων με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (σύζυγος και άλλα παιδιά).

Έτσι, λοιπόν, η επιλόχεια κατάθλιψη χωρίς παρέμβαση μπορεί να γίνει μια χρόνια, εδραιωμένη κατάσταση με συχνές υποτροπές για την ίδια τη μητέρα ενώ παράλληλα μπορεί να διαταράξει τη πρώιμη σχέση με το βρέφος και να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων στην μετέπειτα νοητική, κινητική και γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, όπως αυτά συχνά εκδηλώνονται με συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους, με προβλήματα συμπεριφοράς, φτωχή αυτό-ρύθμιση και χαμηλή αυτοεκτίμηση  (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Sharma, Burt, & Ritchie, 2009; Walker, 2012).   
        
Οι συνθήκες που φαίνεται να συμβάλουν στην εμφάνιση της επιλόχειας κατάθλιψης είναι πολυπαραγοντικές. Σαφέστατα η γέννηση ενός παιδιού που συνεπάγεται μια σειρά από ψυχοκοινωνικές αλλά και οργανικές αλλαγές για την ίδια την μητέρα μπορεί από μόνο του να αντιπροσωπεύει ένα στρεσσογόνο γεγονός ζωής ικανό να πυροδοτήσει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο, όμως, φαίνεται ότι τελικά υπάρχει μια σειρά παραγόντων κινδύνου που μπορεί να καταστήσουν μια γυναίκα περισσότερο από μια άλλη ευάλωτη στην εκδήλωση επιλόχειας κατάθλιψης.

Καταρχήν,  τον ισχυρότερο προβλεπτικό παράγοντα αποτελεί ένα ιστορικό μείζονος κατάθλιψης πριν ή κατά τη διάρκεια της τρέχουσας εγκυμοσύνης ή σε προηγούμενη εγκυμοσύνη καθώς αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης επιλόχειας κατάθλιψης κατά 50-60%.

Αμέσως μετά ακολουθεί με ποσοστό κινδύνου 33-50% η διπολική διαταραχή ενώ η αναγκαστική συχνά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής λόγω φόβου τερατογένησης μπορεί να επιτείνει τον κίνδυνο αυτό (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Sharma, Burt, & Ritchie, 2009; Ugarirza, 2002; Viguera, Tondo, Koukopoulos, Reginaldi, Lepri, & Baldessarini, 2011; Walker, 2012 Yonkers, Ramin, Rush, Navarrete, Carmody, March, Hearttwell, & Leveno, 2001).

Σημαντικό προγνωστικό παράγοντα θεωρείται ότι αποτελούν και τα “postpartum maternity blues”, τα επιλόχεια μπλουζ της μητρότητας, όπως χαρακτηριστικά κατονομάζονται στη βιβλιογραφία, τα οποία όμως είναι σημαντικό να διαφοροδιαγιγνώσκονται από την επιλόχεια κατάθλιψη.

Πρόκειται για ένα μοτίβο αντιδράσεων που το  εμφανίζει η πλειοψηφία των νέων μητέρων (50-85%) συνήθως την τέταρτη μέρα με την γέννα ενώ την δέκατη μέρα παρατηρείται αυθόρμητη ανάκαμψη.

Περιλαμβάνει τα ακόλουθα συμπτώματα: σύντομα ξεσπάσματα δακρύων, ανησυχία, λύπη, φτωχό ύπνο, σύγχυση, ευερεθιστότητα ενώ δεν παρατηρείται αυτοκτονικός ιδεασμός (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Viguera, Tondo, Koukopoulos, Reginaldi, Lepri, & Baldessarini, 2011; Yonkers, Ramin, Rush, Navarrete, Carmody, March, Hearttwell, & Leveno, 2001).

Τέλος, στους παράγοντες κινδύνου για επιλόχεια κατάθλιψη περιλαμβάνονται επίσης: νεαρή ηλικία της μητέρας, υπέρ ή υποθυρεοειδισμός, πτώση στα επίπεδα ορμονών μετά την γέννα,  κατανάλωση καφεΐνης, τρέχουσα ή πρότερη χρήση καπνού,  προγεννητικό γονεϊκό άγχος, δυσκολία στη εξισορρόπηση των γονεϊκών υπευθυνοτήτων, στρεσσογόνα γεγονότα ζωής που συνέβησαν κοντά στην περίοδο της εγκυμοσύνης, απροσχεδίαστη/μη αναμενόμενη εγκυμοσύνη, επιπλοκές τοκετού ή μη προσδοκώμενη έκβαση τοκετού (π.χ. πρόωρο βρέφος που καταλήγει σε βίαιο αποχωρισμό της μητέρας από το βρέφος), δύσκολα ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία του βρέφους (κλαίει ασταμάτητα, αρνείται να φάει), χαμηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση, έλλειψη συντρόφου ή φτωχή αντιλαμβανόμενη ικανοποίηση από την σχέση με τον σύντροφο, χαμηλά επίπεδα κοινωνικής υποστήριξης (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Musser, Ahmed, Foli, & Coddington, 2012;  Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Sharma, Burt, & Ritchie, 2009; Ugarirza, 2002; Viguera, Tondo, Koukopoulos, Reginaldi, Lepri, & Baldessarini, 2011; Walker, 2012; Yonkers, Ramin, Rush, Navarrete, Carmody, March, Hearttwell, & Leveno, 2001).

Προληπτικά ψυχοεκπαιδευτικά προγράμματα ενημέρωσης

Όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες κινδύνου είναι σημαντικό να αποτιμώνται προσεκτικά με βάση το προφίλ κάθε γυναίκας που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Στα πλαίσια μιας προληπτικής παρέμβασης μπορούν να συζητηθούν με την μελλοντική μητέρα, σε μια προσπάθεια να μειωθεί η επίδραση παραγόντων κινδύνου που ενδέχεται να έχουν εντοπιστεί, πιθανοί προστατευτικοί παράγοντες, όπως η διακοπή καπνίσματος/ καφεΐνης (αν γίνεται χρήση), η πρόσληψη συμπλέγματος βιταμινών, οι καλές συνήθειες ύπνου, οι ισορροπημένες διατροφικές συνήθειες, η ανάγκη για ξεκούραση και φροντίδα του εαυτού, η δυνατότητα χρήσης διαθέσιμων κοινωνικών υποστηρικτικών δικτύων και προτεινόμενες στρατηγικές βασικής φροντίδας του νεογέννητου.

Επίσης, μια συζήτηση του ψυχολόγου με όλη την οικογένεια στην οποία θα τονίζεται ξεχωριστά ο ρόλος, η προσωπική συνεισφορά  του κάθε μέλους της οικογένειας στην βοήθεια της μητέρας έτσι ώστε να μένει χρόνος για ξεκούραση, μπορεί να αποβεί πολύτιμη.

Επιπλέον, προληπτικά ψυχοεκπαιδευτικά προγράμματα ενημέρωσης της μητέρας για τα σημάδια και τα συμπτώματα της επιλόχειας κατάθλιψης ή τουλάχιστον καθοδήγησή της σε επίσημες ιστοσελίδες για την επιλόχεια κατάθλιψη, οι οποίες έχουν ελεγχθεί για την ακρίβεια του περιεχομένου τους, μπορούν να προετοιμάσουν την μέλλουσα μητέρα να είναι σε θέση να παρατηρήσει στον εαυτό της ανησυχητικά σημάδια και να λάβει αμέσως τις απαιτούμενες ενέργειες (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Ugarirza, 2002; Zlonick, Miller, Pearlstein, Howard, & Sweeney, 2006).

Αναφορικά με την θεραπεία, πρώτης γραμμής αντιμετώπιση, δεδομένου του κινδύνου για ενδεχόμενες παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών που μπορεί να μεταφερθούν στο βρέφος μέσω του θηλασμού, θεωρείται η ψυχοθεραπεία η οποία βασίζεται στις αρχές της προσωποκεντρικής και της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής προσέγγισης και έχει ως στόχο μέσα από μια θεραπευτική συμμαχία που χαρακτηρίζεται από πλήρη αποδοχή και ενσυναίσθηση να βοηθήσει τη μητέρα να διαχειριστεί το άγχος της, να αλλάξει αρνητικές/μη λειτουργικές αυτοαπαξιωτικές γνωσίες (σχήματα σκέψης) και να αποκτήσει τον έλεγχο στον μεταβατικό ρόλο της μητρότητας (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Zlonick, Miller, Pearlstein, Howard, & Sweeney, 2006).

Εξαιρετικά θεραπευτικός μπορεί να αποβεί και ο ρόλος των ομάδων στήριξης με μητέρες με παρόμοιες δυσκολίες. Μέσα σε αυτές τις ομάδες, που λειτουργούν ως ένα δίχτυ ασφαλείας μέσα στο οποίο αίρεται το κοινωνικό στίγμα της επιλόχειας κατάθλιψης και τα συνοδά συναισθήματα περιθωριοποίησης, οι μητέρες μοιράζονται κοινές ανησυχίες και βιώματα και η καθεμία μεταφέρει την “μητρική της σοφία” σχετικά με στρατηγικές μητρικής φροντίδας εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριο των υπολοίπων.

Το άδειασμα των σκέψεων, των συναισθημάτων και των εμπειριών μέσα σε αυτό το μη απειλητικό πλαίσιο επιτρέπει κάθε μέλος της ομάδας να γίνεται αποδεκτό με σεβασμό ως μητέρα και όχι ως μια “τρελή μητέρα” ενώ παράλληλα η θετική εικόνα του εαυτού ενδυναμώνεται, η ελπίδα ανανεώνεται, γίνεται αντιληπτό ότι το να πετύχεις σαν μητέρα είναι εφικτό και έτσι νέα μονοπάτια ανάρρωσης δομούνται (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Ugarirza, 2002; Zlonick, Miller, Pearlstein, Howard, & Sweeney, 2006)

Η επιλόχεια κατάθλιψη στους άνδρες

Πολύ λίγα έχουν γραφτεί για το φαινόμενο της ανδρικής επιλόχειας κατάθλιψης μολονότι το ποσοστό εμφάνισής του κυμαίνεται στα εντυπωσιακά επίπεδα του 4 έως 25% για νέους πατέρες μέσα στους πρώτους 12 μήνες μετά την γέννα.

Η κλινική εικόνα περιγράφεται και στους άνδρες με όρους μητρικής επιλόχειας κατάθλιψης αν και η συγκεκριμένη ιατρική συνθήκη εδώ, έχει συχνά λανθάνουσα πορεία και λιγότερο εμφανή συμπτώματα καθώς αυτά μπορεί να ερμηνευθούν ως φυσιολογικές αντιδράσεις άγχους στις τρέχουσες μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της οικογένειας. Ιδιαίτερα έντονα, πάντως, είναι τα συμπτώματα της ανεπάρκειας, της αυτοκριτικής, της αναποφασιστικότητας, της ευερεθιστότητας, της κοινωνικής απόσυρσης και τα σωματικά συμπτώματα (αύξηση/ μείωση της όρεξης, υπερυπνία/ αϋπνία).

Τα διαφοροποιητικά σε σύγκριση με τις γυναίκες συμπτώματα περιλαμβάνουν κυνισμό, ξεσπάσματα θυμού, αυξημένες συγκρούσεις με την σύντροφο, μειωμένα θετικά συναισθήματα για την σύντροφο, μειωμένες σεξουαλικές σχέσεις, αυξημένη εχθρότητα και συχνά άσκηση βίας προς τη σύντροφο ή ακόμη καταχρήσεις (αλκοόλ/ ναρκωτικά) (Kim & Swain, 2007; Musser, Ahmed,  Foli, & Coddington, 2012). 

Οι παράγοντες κινδύνου είναι παρόμοιοι με εκείνους των γυναικών (για περισσότερες πληροφορίες βλέπετε το δεύτερο άρθρο της σειράς των άρθρων για την επιλόχεια κατάθλιψη) με ισχυρότερο όμως από όλους στους άνδρες προβλεπτικό παράγοντα την επιλόχεια κατάθλιψη στην σύζυγο καθώς έτσι ο σύντροφος στερείται την πολύτιμη υποστήριξη της συντρόφου του σε αυτήν τη στρεσσογόνα μεταβατική περίοδο. Σχετικά με τις ψυχολογικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του παιδιού, μολονότι οι πατέρες φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία των παιδιών από τις αρνητικές συνέπειες της επιλόχειας κατάθλιψης της μητέρας, όταν και οι ίδιοι πάσχουν από κατάθλιψη, οι επιπτώσεις στα παιδιά μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.

Οι καταθλιπτικοί κατά την επιλόχεια περίοδο πατέρες έχουν λιγότερες πιθανότητες να αφιερώσουν χρόνο με τα βρέφη για να παίξουν μαζί τους, να τους τραγουδήσουν ή να τους διαβάσουν κάτι φωναχτά. Έχει παρατηρηθεί, λοιπόν, ότι η επιλόχεια κατάθλιψη στους άνδρες συσχετίζεται θετικά με τη μετέπειτα ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας στο παιδί, όπως συναισθηματικές διαταραχές (άγχος, κατάθλιψη), διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, καθυστερημένη γλωσσική ανάπτυξη, και ιδιαίτερα προβλήματα συμπεριφοράς (εναντιωτική/ προκλητική διαταραχή, αντικοινωνική συμπεριφορά), κάτι που πιθανά να υποδηλώνει τον ενδεχόμενα καταλυτικό ρόλο του πατέρα στην κοινωνικοποίηση του παιδιού (Kim & Swain, 2007; Musser, Ahmed,  Foli, & Coddington, 2012).

Οι κατευθυντήριες αρχές για το σχεδιασμό της παρέμβασης, όπως και στην περίπτωση της επιλόχειας κατάθλιψης στις γυναίκες, βασίζονται σε προληπτικά ψυχοεκπαιδευτικά προγράμματα ενημέρωσης των συζύγων για το φαινόμενο της επιλόχειας κατάθλιψης στους άνδρες, στην ενδυνάμωση του συζύγου για την ανάκτηση του ελέγχου και την εκπλήρωση του πατρικού ρόλου (μέσα από ατομική ή ομαδική θεραπεία) ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να τεθεί και ως βασικός θεραπευτικός στόχος μέσα από την συμβουλευτική ζεύγους η θετική επανανοηματοδότηση της συζυγικής σχέσης (Kim & Swain, 2007; Musser, Ahmed,  Foli, & Coddington, 2012). 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dagher, R.K., & Shenassa, E.D. (2012). Prenatal health behaviors and postpartum depression: is there an association? Archives of Women’s Mental Health, 15, 31-37.
 
Logsdon, M.C., Tomasulo, R., Eckert, D., Beck, C., & Dennis, C.L. (2012). Identification of Mothers at Risk for Postpartum Depression by Hospital-based Perinatal Nurses. The American Journal of Maternal Child Nursing, 37, 218-225.

Montgomery, P., Mossey, S., Adams, S., & Bailey, P.H. (2012). Stories of women involved in postpartum depression peer support group. International Journal of Mental Health Nursing, 21, 524-532.

Musser, A.K., Ahmed, A.H., Foli, K.J., & Coddington, J.A. (2012). Paternal Postpartum Depression: What Health Care Providers Should Know. Journal of Pediatric Health Care, 2, 1-7

Patel, M., Bailey, R.K., Jabeen, S., Ali, S., Barker, N.C., & Osiezagha, K. (2012). Postpartum Depression: A Review. Journal of Health Care for the Poor and Underserved, 23, 534-542.
 
Sharma, V., Burt, V.K., & Ritchie, H.L. (2009). Bipolar II Postpartum Depression: Detection, Diagnosis, and Treatment.  The American Journal of Psychiatry, 166, 1217-1221.

Ugarirza, D.N., (2002). Postpartum Depressed Women’s Explanation of Depression. Journal of Nursing Scholarship, 34, 227-233.

Viguera, A.C., Tondo, L., Koukopoulos, A.E., Reginaldi, D., Lepri, B., & Baldessarini, R.J. (2011). Episodes of Mood Disorders in 2,252 Pregnancies and Postpartum Periods. The American Journal of Psychiatry, 168, 1179-1185.

Walker, P. (2012). Postpartum Depression: Is it Mood Disorder or Medical Condition? Journal of Genetic Counseling, 21, 239-240.

Yonkers, K.A., Ramin, S.M., Rush, A.J., Navarrete, C.A., Carmody, T., March, D., Hearttwell, S.F., & Leveno, K.J. (2001). Onset and Persistence of Postpartum Depression in an Inner –City Maternal Health Clinic System. The American Journal of Psychiatry, 158, 1856-1863.

Zlonick, C., Miller, I.W., Pearlstein, T., Howard, M., & Sweeney, P. (2006). A Preventive Intervention for Pregnant Women on Public Assistance at Risk for Postpartum Depression. The American Journal of Psychiatry, 163, 1443-1445.

Συγγραφή Άρθρου

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη: έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το Psychology”, σημαίνει ότι το Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχολόγος, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ. (Υπότροφος ΙΚΥ). MSc Αναπτυξιακή/Εξελικτική & Σχολική Ψυχολογία, Α.Π.Θ. (Υπότροφος Ωνάσειου Ιδρύματος). Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση στην Αξιολόγηση & Ψυχοπαιδαγωγική Υποστήριξη Παιδιών με Δυσκολίες Μάθησης & Προσαρμογής (Ειδικές Ανάγκες), Παν/μιο Μακεδονίας. Συστημική Ψυχοθεραπεία, Τραυματοθεραπεία-EMDR