Είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στο Psychology, τον Κλινικό Ψυχολόγο και Καθηγητή ψυχολογίας Ηλία Κουρκούτα, με τον οποίο συζητήσαμε για το διαζύγιο, τον καθοριστικό ρόλο του γονεϊκού προτύπου για τις ενήλικες σχέσεις των παιδιών, τον τρόπο ανακοίνωσης ενός διαζυγίου στα παιδιά, τις συγκρουσιακές οικογενειακές σχέσεις και την εμπλοκή των παιδιών σε αυτές καθώς και πολλά άλλα σε μια εξαίσια και αναλυτική συνέντευξη!

 Ο κύριος Ηλίας Κουρκούτας είναι Κλινικός Ψυχολόγος Ψυχοδυναμικής Εκπαίδευσης, Καθηγητής Ψυχολογίας, Συντονιστής κλάδου Κλινικής της ΕΛΨΕ, Διευθυντής Εργαστηρίου Ψυχολογίας & Ε.Α., Διευθυντής Διατμηματικού Μεταπτυχιακού ΠΣ "Ειδική Αγωγή" ΠΤΔΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Χρύσα Πράντζαλου: Μιλήστε μας για την επικείμενη αλλαγή της νομοθεσίας στο ζήτημα της επιμέλειας των παιδιών μετά από ένα διαζύγιο.

Ηλίας Κουρκούτας: Ως κλάδος Κλινικής της ΕΛΨΕ δημοσιεύσαμε μια επισκόπηση ερευνητικών δεδομένων που αφορούν κυρίως κάποιες διαστάσεις των επιπτώσεων του διαζυγίου και των προβλημάτων που προκύπτουν από δικαστικές πρακτικές για τα οποία έχουμε ως κλινικοί γνώση.

Ένα βασικό στοιχείο ήταν η ανάδειξη του ρόλου του πατέρα και της συναισθηματικής-διαπροσωπικής και κοινωνικής-συμβολικής αξίας που έχει αυτός στην ανάπτυξη του παιδιού και στα προβλήματα που δημιουργούνται λόγω του άμεσου ή έμμεσου αποκλεισμού του, σε περιπτώσεις πραγματικά «ισορροπημένων» πατεράδων που θέλουν κι έχουν ανάγκη να προσφέρουν.

Αφορά, κυρίως, δικαστικές πρακτικές/ αποφάσεις που φαίνεται να προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις σε μια γενιά παιδιών που μεγαλώνουν αποκλεισμένα από μια σταθερή «βιωματική» σχέση με τον πατέρα τους. Αυτό συνήθως οφείλεται σε ανεπίλυτα προβλήματα και προστριβές/συγκρούσεις/ αντιπαλότητες σε συζυγικό επίπεδο μετά το διαζύγιο και τα παιδιά γίνονται όμηροι αυτών των συγκρούσεων. Αλλά οικογένεια δεν είναι μόνο το συζυγικό ζεύγος και ό,τι διαμείβεται μεταξύ τους.

Τα παιδιά ως ξεχωριστές οντότητες/μονάδες έχουν δικαίωμα στην ψυχική ισορροπία και απρόσκοπτη ανάπτυξη, ανεξάρτητα από τα προβλήματα στο σύστημα του ζεύγους (φανερές ή συγκαλυμμένες εκατέρωθεν επιθέσεις, αντιπαλότητες, τάσεις εκδίκησης, κοκ).

Κανένας γονέας δεν έχει δικαίωμα να επιβάλλει αποκλεισμό ή αποστέρηση του άλλου γονέα, ειδικά όταν δεν συντρέχουν λόγοι επικινδυνότητας.

Το φαινόμενο αυτο το οποίο παρατηρούμε συχνά, ειδικά σε περιπτώσεις εκλογικευμένων αποκλεισμών (συγκαλυμμένη δηλαδή επιθετικότητα και πόλεμος στον άλλον γονέα, με βάση συχνά μια λογική αιτιολογία) συνιστά ένα είδος σοβαρής «ψυχικής κακοποίησης» που έχει παραβλεφτεί από το δικαστικό σώμα, προφανώς λόγω άγνοιας και έλλειψης ερευνών.

Η ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών στον έναν γονέα συνήθως ταυτίζεται με την ανάθεση του στην μητέρα, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ιδιαίτερα αν το παιδί είναι μικρότερο των 12 ετών. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επιστημονικές έρευνες που να αποδεικνύουν ότι το παιδί θα λάβει την καλύτερη δυνατή ανατροφή αν μεγαλώνει μόνον με την μητέρα του.

Χρύσα Πράντζαλου: Η σχέση των γονέων σε κάθε περίπτωση και συνθήκη εσωτερικεύεται από τον ψυχισμό του παιδιού. Δηλαδή, λειτουργεί ως πρότυπο και διαμορφώνει τις πεποιθήσεις του παιδιού για το τι εστί ζευγάρι, γάμος, σχέση, αγάπη κ.λπ. Είναι καθοριστικό αυτό το πρότυπο;

Ηλίας Κουρκούτας: Η απάντηση απαιτεί ένα ολόκληρο πόνημα. Πολύ συνοπτικά, όμως, η σχέση των γονέων μεταξύ τους είναι μια βασική διάσταση (στοιχείο και υποσύστημα) της λειτουργίας της όλης οικογένειας, του ευρύτερου οικογενειακού συστήματος), εφόσον οι γονείς, ως ενήλικες φιγούρες και πρόσωπα αναφοράς και συναισθηματικής εξάρτησης/ υποστήριξης είναι σημαντικές. Ό,τι διακυβεύεται μεταξύ τους είναι σημαντικό για τα παιδιά και επιδρά πάνω τους με πολλούς τρόπους.

Οι εσωτερικεύσεις που αναφέρετε είναι αναπόφευκτες, εφόσον τα παιδιά στην νηπιακή και πρώτη σχολική ηλικία άμεσα εξαρτώνται από τους γονείς σε μια συνεχή βιωματική σχέση, ενώ οι βασικές προσκολλήσεις σε αυτούς είναι επιβεβλημένες και αναγκαίες, ανεξάρτητα από την ποιότητα τους και το συναισθηματικό φορτίο ή δυναμικό που αυτές μεταφέρουν (για αυτό και ακόμη και τα κακοποιημένα παιδιά μπορεί να έχουν μια αγχώδη ή αμφιθυμική προσκόλληση στους γονείς αλλά η αποκοπή από αυτούς τους προκαλεί τρομακτικό άγχος).

Όλοι ζούμε και μεγαλώνουμε σε «πλαίσια σχέσεων», στα οποία αναπτύσσονται ιδιαίτερες δυναμικές και αλληλεπιδράσεις, πρότυπα επικοινωνίας και συμπεριφοράς, σε ένα εξελισσόμενο σύστημα αυτοδιαμορφούμενο και επηρεαζόμενο και από τις εσωτερικές δυναμικές και τις αναπτυξιακές φάσεις των παιδιών, την ευρύτερη οικογένεια και το κοινωνικό πλαίσιο, αλλά και τη λειτουργία των ίδιων των γονέων που δίνουν το στίγμα σε όλη αυτή την κατάσταση.

Μια θετική και δυνατή συναισθηματικά συζυγική σχέση παρέχει στα ζευγάρια την δυνατότητα εξέλιξης ως άτομα και οικογένεια και ωφελεί σημαντικά όλο το πλέγμα των σχέσεων (υποσυστημάτων σχέσεων), χωρίς να σημαίνει ότι τα πράγματα είναι ιδανικά ή όλα βαίνουν θετικά, διότι οι αναπτυξιακές ανάγκες και φάσεις των παιδιών και οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο (επειδή συχνά δημιουργούνται συγκρούσεις, αντιπαλότητες, ανταγωνισμοί), ενώ έρευνες δείχνουν πόσο η έλευση ενός παιδιού αυξάνει σημαντικά το στρες σε επίπεδο ζεύγους και επηρεάζει την συζυγική σχέση.

Συζυγικά ζητήματα που οφείλονται σε σοβαρά ανεπίλυτα θέματα που «κουβαλάει» ο κάθε γονέας ή δημιουργούνται από την εμπλοκή της ευρύτερης οικογένειας και άλλων κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία εκφράζονται όχι μόνο με σύγκρουση, αλλά και με διαφωνίες και δυσαρέσκεια, μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την οικογενειακή λειτουργία και την ισορροπία, καθώς και την ποιότητα των συζυγικών σχέσεων και τη θέση των παιδιών μέσα στο σύστημα.

Χρύσα Πράντζαλου: Πόσο καθοριστικό είναι αυτό το πρότυπο στις ζωές και στις επιλογές μας ως ενήλικες;

Ηλίας Κουρκούτας: Πολύ σημαντικό θα έλεγα αν και φαίνεται τρομακτικό. Πολλές από τις επιλογές συντρόφων είναι αποτέλεσμα των μακροχρόνιων αρνητικών βιωμάτων ή συγκεκριμένων τραυματικών εμπειριών για να μιλήσουμε για τις επιρροές που καθορίζουν -όχι μηχανικά βέβαια- τον τρόπο που το άτομο ως παιδί και ενήλικος αντιλαμβάνεται τις σχέσεις ή συνδέεται με τους άλλους και με βάση πάντα τα εσωτερικά σχήματα/ γνωστικό-συναισθηματικά πρότυπα και αναπαραστάσεις του κόσμου και του άλλου που έχει δημιουργήσει από τα βιώματα του.

Βέβαια τα πράγματα δεν είναι στατικά και εξελίσσονται στο εσωτερικό των παιδιών και εφήβων, ως ενηλίκων και ευτυχώς υπάρχει το στοιχείο της εσωτερικής αλλαγής και μεταμόρφωσης μέσα από πολλούς τρόπους, αλλά συχνά ο τρόπος που συνδεόμαστε με τους άλλους καθορίζεται από τα βασικά εσωτερικευμένα πρότυπα, μοντέλα σχέσεων και επικοινωνίας που έχουμε ενσωματώσει.

Η επιλογή συντρόφου συνειδητή ή ασυνείδητη (πχ επιλέγω έναν άντρα ήρεμο, ήσυχο βολικό διότι ο δικός μου πατέρας ή ο πρώην σύντροφος ήταν συγκρουσιακός, επιθετικός, νευρικός, θυμωμένος) συχνά δεν διασφαλίζει αυτό που επιδιώκουμε με την λογική.

Και βέβαια συχνά αποτυγχάνουμε και συνδεόμαστε με ανθρώπους που έχουν ανάλογα πρότυπα/βιώματα, συναισθήματα και συμπεριφορές/λειτουργίες που θέλουμε να αποφύγουμε, μάλιστα αυτό συμβαίνει, ανεξαρτήτως φύλου.

Χαρακτηριστικά, ένας άντρα σε συνεδρία ανέφερε «τελικά συνειδητοποιώ ότι παντρεύτηκα τον πατέρα μου...η γυναίκα μου όσο γλυκιά κι αν είναι από πίσω έχει πάρα πολύ θυμό και ξεσπάσματα...θυμό με την δικιά της οικογένεια, έτσι ήταν κι ο πατέρας πολύ συναισθηματικός, αλλά με βίαια ξεσπάσματα και πολύ θυμό» (και μεγάλη αμφιθυμία, προσθέτω) αφού είχε αποκοπεί με πόνο και θυμό από τους δικούς του γονείς.

Οι έφηβοι, επίσης, παρά την διαδικασία αποστασιοποίησης και την προσπάθεια αυτονόμησης από τα γονικά πρότυπα, συχνά επαναλαμβάνουν ασυνείδητα τα ανάλογα μοντέλα συμπεριφοράς/ σύνδεσης με τον άλλον (αλλά και τα αντίθετα όταν τα έχουν βιώσει ως πολύ εχθρικά και αποσυντονιστικά).

Η προσωπικότητα βέβαια είναι ένα πολύ σύνθετο, περίπλοκο και δυναμικό χαρακτηριστικό, καθώς όλα τα βιώματα ερμηνεύονται και με βάση την ηλικία και τα αναπτυξιακά σχήματα του παιδιού. Δεν είναι μια μηχανική διαδικασία, γι' αυτο μιλάμε πλέον στην ψυχοπαθολογία και για μοντέλα σχεσιακών αναπτυξιακών συστημάτων (developmental relational systems).

Έντονοι τρόποι επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης των γονέων μπορεί να υπερισχύσουν (επιθετικοί, εχθρικοί, ανταγωνιστικοί, τιμωρητικοί, αμφιθυμικοί, κλπ.) προκαλώντας σειρά αντιδράσεων σε όλο το φάσμα των εσωτερικευμένων και εξωτερικευμένων δυσκολιών που μπορούν να εξελιχτούν και σε διαταραχές ή προβληματικούς τρόπους σύνδεσης και συμπεριφοράς των παιδιών/ εφήβων απέναντι στον άλλον αλλά και στον εαυτό τους, το σώμα κλπ. (από στενοχώρια, θλίψη, διασπαστικότητα μέχρι διαταραχές διατροφής/ανορεξία, χρήση ουσιών και ιδέες θανάτου ή μίσους και φόνου σε κάποιες ευαίσθητες ηλικίες).

Αποκτήστε το βιβλίο Εμείς θα σε αγαπάμε πάντα, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Πολλές από τις αντιδράσεις αυτές συνιστούν είδη μηχανισμού άμυνας για την ψυχική εξισορρόπηση και την αποφυγή των αποσταθεροποιητικών / αρνητικών συναισθημάτων, αλλά και «συμπτώματα» που επιδεινώνονται, λόγω των επιπλέον διαπροσωπικών/ κοινωνικών δυσκολιών στη συνέχεια.
Τα παιδιά σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό είναι «έρμαια» του οικογενειακού βιώματος, οικογενειακού κλίματος, των προτύπων επικοινωνίας (θετικών ή επιθετικών, εχθρικών, ανταγωνιστικών, συγκρουσιακών) των γονέων, των διαγενεϊκών τραυμάτων και των συναισθημάτων που δημιουργούνται (θυμός, οργή, μίσος αντίθετα συναισθηματική ισορροπία, τάση θετικής επένδυσης και σχέσης με τον άλλον κοκ.).

Η ποιότητα της συζυγικής σχέσης έχει αποδειχτεί ερευνητικά και κλινικά ότι επηρεάζει έμμεσα ή άμεσα.

Έμμεσα, με το γεγονός ότι ο γονικός ρόλος γίνεται ελλειμματικός /δυσλειτουργικός (spillover effect), ακόμη και όταν ο γονέας προσπαθεί να κάνει υπεραναπλήρωση των αρνητικών συναισθημάτων του με μια μεγαλύτερη τάση αφοσίωσης ή δεσίματος και προσκόλλησης με τα παιδιά, το οποίο δεν είναι πάντα θετικό, διότι αυτά αντιλαμβάνονται τις «υποδόριες» καταθλίψεις ή τα απωθημένα αρνητικά συναισθήματα και μπορεί να προσκολλώνται στον γονέα είτε ενοχικά και με άγχος, είτε να αρνούνται επιθετικά τον εγκλωβισμό σε μια τέτοια σχέση.

Πάντα επηρεάζεται ο πατρικός ή ο μητρικός ρόλος σε αυτές τις περιπτώσεις: και τα μοντέλα σχέσεων που αναπτύσσουμε με τα παιδιά, αλλά και ως βίωμα του παιδιού για τους γονείς τους που μπορεί να του δημιουργεί μεγάλο στρες, φόβο ή και σύγχυση...

Μια κυρία ανέφερε πόσο ο σύζυγος την κατέστειλε σε σχέση με τα παιδιά της και δεν μπορούσε να εκδηλώσει αγάπη απέναντι τους κι αυτό είχε τεράστια επίπτωση και στα δύο της παιδιά που είχαν πολλά προβλήματα με την εικόνα εαυτού-αυτοπεποίθηση και την επαφή με τα δικά τους συναισθήματα.

Χρύσα Πράντζαλου: Πώς μπορούν οι γονείς να είναι σύμμαχοι ακόμη κι αν πλέον δεν επιθυμούν μια κοινή ζωή;

Ηλίας Κουρκούτας: Η έρευνα και η εμπειρία μας δείχνει ότι οι συζυγικές συγκρούσεις/ προστριβές μπορεί να μην είναι καταστροφικές όταν υπάρχει διάθεση για επίλυσή τους μέσα από επιτυχημένες στρατηγικές εύρεσης λύσεων (εποικοδομητικές συγκρούσεις, στη διεθνή βιβλιογραφία) της κατάστασης. Για παράδειγμα, αντί να συνεχίσει τον πόλεμο ο ένας γονέας που έχει πληγωθεί ενάντια στον άλλον να καταφέρει να επεξεργαστεί τα συναισθήματα του και να προσπαθήσει να βρει λύσεις για «το καλό των παιδιών».

Συχνά όταν το ζευγάρι φτάνει σε ρήξη αυτό δεν είναι εφικτό εφόσον εμπλέκονται και η υπόλοιπη οικογένεια, φίλοι, δικηγόροι κλπ., συχνά με διάθεση να βοηθήσουν τον γονέα που υποφέρει ή φαίνεται να έχει αδικηθεί, εντείνοντας όμως τις συναισθηματικές φορτίσεις και αρνητικές αντιδράσεις. Πριν την οριστική ρήξη και όταν αρχίζει κάποιος γονέας να επιθυμεί την διακοπή της σχέσης, θα έπρεπε να συμβουλευτεί κάποιον ειδικό (και αυτό θα ήταν το ιδανικό) για να επεξεργαστεί όχι μόνο τα δικά του συναισθήματα και επιθυμίες, αλλά, κυρίως, του συντρόφου του και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις του και επιπτώσεις στα παιδιά.

Οι ανεπίλυτες συγκρούσεις ή καλύτερα, οι φορτισμένες συναισθηματικά αντιδράσεις που οδηγούν στην σύγκρουση είναι ένα τεράστιο θέμα.

Στην κανονική οικογενειακή ζωή, όταν συμβαίνουν συγκρούσεις παρουσία του παιδιού, καλό θα ήταν να γίνεται αντιληπτό ότι χρειάζονται εξηγήσεις εκ μέρους των γονέων και προσέγγιση του παιδιού τέτοια ώστε να παρέχεται μια σχετική αποδραματοποίηση και ρεαλιστική εκλογίκευση σχετικά με τις αιτίες και ότι αυτά τα φαινόμενα υπάρχουν και δεν οδηγούν στη διάλυση των σχέσεων, αλλά και εξηγήσεις πως οι συγκρούσεις επιλύθηκαν – και κυρίως ότι οι προστριβές δεν αποτελούν πάντα σοβαρή απειλή ή ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Αυτές θεωρούνται εποικοδομητικές στρατηγικές, καθώς βοηθούν το παιδί να αναπτύξει συμπεριφορές σε καταστάσεις σύγκρουσης στις δικές του σχέσεις αργότερα (Bergman, Cummings, & Warmuth, 2016).

Από την άλλη τα παιδιά συχνά κατανοούν, αν και μπορεί να υπερδραματοποιούν, όταν υπάρχει ένα κλίμα απειλής ή υπόγειων συγκρούσεων, αφού αισθάνονται φόβο και απειλή. Συναισθήματα που μπορεί να βγαίνουν στο σχολείο –στην παιδική ηλικία- με διασπαστικές ή αλλοπρόσαλλες ή και επιθετικές συμπεριφορές και προβληματική παρουσία στην τάξη.

Στην εφηβεία, παρατηρούμε συχνά, μεταξύ άλλων, μια «τάση φυγής» του εφήβου στην προσωπική του ζωή (φυγή στην εφηβεία), με ενδεχόμενες υπερβολές για να ακυρώσει ή να απαλλαγεί από ότι αρνητικό ή φοβικό δημιουργείται μέσα του, λόγω της οικογενειακής κατάστασης ή αντίθετα παιδιά που κλείνονται στον εαυτό τους με το στενόχωρο, «καταθλιπτικό κομμάτι» μέσα τους και αρνούνται επαφές με τους δικούς τους και τους άλλους.

Χρύσα Πράντζαλου: Πολύ συχνά ακόμη κι αν οι καβγάδες δε γίνονται μπροστά στα παιδιά, τα τελευταία είναι τόσο ενσυναισθητικά και διαισθητικά πλάσματα που αντιλαμβάνονται έτσι κι αλλιώς το κλίμα και την ενέργεια στη σχέση των γονιών τους. Τα υποσυνείδητα μηνύματα σε αυτή τη συνθήκη ποια πιστεύετε πως είναι;

Ηλίας Κουρκούτας: Αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα που συνέβη πριν από είκοσι και πλέον χρόνια. Σε μια οικογενειακή συνεδρία, το παιδάκι 4 περίπου χρόνων ανέφερε μπροστά στους έκπληκτους γονείς, ότι «φοβάται μήπως χωρίσουν». Είναι αλήθεια ότι είναι σύνηθες βίωμα των παιδιών, η διαισθητική αντίληψη ότι κάτι δεν πάει καλά.

Στις συνήθεις συγκρούσεις, που δεν υπερβαίνουν τα όρια και τις αντοχές των παιδιών και εφόσον υπάρχει και συναισθηματικό δέσιμο, τα παιδιά αργά ή γρήγορα συνηθίζουν σε αυτήν την κατάσταση, δεν νοιώθουν να απειλούνται, αλλά εκνευρίζονται και αντιδρούν.

Το θέμα είναι - πέρα από συζυγικές συγκρούσεις/προστριβές και αντιπαραθέσεις, φανερές ή συγκαλυμμένες- τα παιδιά να έχουν την εμπειρία και δυνατότητα έκφρασης από νωρίς, ενίσχυσης της αυτενέργειας και έκφρασης της επιθυμίας, να μιλάνε ανοιχτά και να μην έχουν βιώσει μία επικριτική ή φοβική καταστολή των αρνητικών συναισθημάτων τους, σκέψεων, κλπ...

Να έχουν, δηλαδή, την άνεση να επικοινωνούν στους γονείς τους φόβους και τις ανησυχίες τους, αλλά και να διεκδικούν ό,τι χρειάζεται.

Αυτό πάλι προϋποθέτει γονείς με μια ενσυναισθητική ικανότητα και συναισθηματική ισορροπία, που να μην χάνονται στα δικά τους συναισθήματα και εντάσεις. Πολλοί γονείς πλέον προσπαθούν, πέρα από τα συζυγικά προβλήματα, να μην ακυρώσουν τον άλλον γονέα ή να εκλογικεύσουν τις κακές του αντιδράσεις.

Όταν όμως αυτός είναι προβληματικός, πολλά παιδιά, ακόμη και μικρά, εκνευρίζονται διότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ρεαλιστική αντίληψη τους («μαμά σταμάτα αυτήν κασέτα με τον μπαμπά», κορίτσι 4,5 ετών). Σίγουρα το να λέμε ότι ο μπαμπάς ή η μαμά σ' αγαπά, είναι σημαντικό, αλλά συχνά κι αυτό δεν φτάνει, διότι ο επικείμενος χωρισμός και οι συνεχείς προστριβές σε μικρές ηλικίες δημιουργούν άγχος στα παιδιά (απώλεια ή αποκοπή από ένα μέρος του εαυτού τους)

Χρύσα Πράντζαλου: Είναι εντάξει οι γονείς να μιλήσουν για τη σχέση τους στα παιδιά; Κι αν ναι, πώς μπορεί να γίνει αυτό χωρίς το παιδί να αισθανθεί ότι πρέπει να διαλέξει πλευρά, να έχει το ρόλο του προστάτη ή να εμπλακεί στη διαδικασία παίρνοντας το βάρος της σχέσης των γονιών με το να προσπαθεί να λύσει τα προβλήματά τους;

Ηλίας Κουρκούτας:

Ο πειρασμός είναι μεγάλος για πολλούς γονείς να εμπλέξουν τα παιδιά ακόμη κι όταν είναι μικρά. Έχουμε δει περιπτώσεις να ζητάνε την γνώμη των παιδιών για το ποιος έχει δίκιο όταν αισθάνονται αδικημένοι ή να αποφορτίζονται μιλώντας στα παιδιά.

Αυτό πρέπει να αποκλεισθεί. Συχνά είναι και τα ίδια τα παιδιά (σε μεγαλύτερη ηλικία) που θέλουν να πάρουν θέση.

Θα έλεγα ότι κι αυτό είναι επικίνδυνο διότι δημιουργούν αντιπαραθέσεις με τον άλλον γονέα και μακροπρόθεσμα ίσως και στο ίδιο το παιδί –εκτός αν πρόκειται για πράγματι κακοποιητικό ή πολύ ανώριμο γονέα. Οι δικαστικοί και ειδικά ο οικογενειακός δικαστής, αν θεσπιστεί, μπορούν να χειριστούν πολλές ανάλογες υποθέσεις με την βοήθεια των επαγγελματιών ψυχικής υγείας ώστε και τα παιδιά να μιλήσουν όταν έχουν ανάγκη να ακουσθεί η φωνή τους.

Προσοχή μεγάλη, χρειάζεται και σε εφήβους που έχουν μπει σε ένα πόλεμο με έναν γονέα –και λόγω εφηβείας- άλλα κατά βάθος τα αισθήματα τους είναι έντονα και για αυτόν. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όμως παιδιών 13-14 ετών που όταν π.χ. διάβασαν τις αποφάσεις για το διαζύγιο κατάλαβαν πολλά πράγματα και αυτό τους βοήθησε να ηρεμήσουν, να βάλουν μια τάξη μέσα τους. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό.

Από την άλλη, η σύγχυση που υποθάλπει πόνο, αποπροσανατολισμό, φόβο και αγωνία από ένα αιωρούμενο χωρισμό και μια συνεχή διαμάχη συχνά είναι χειρότερη για τα παιδιά από την ίδια την στενοχώρια του οριστικού διαζυγίου, αισθήματα που σε μεγάλο βαθμό πυροδοτούνται από το άγνωστο, από το τι μέλλει γενέσθαι.

Οι γονείς σε φάσεις διαμάχης ή διαταραχής, πρέπει ενεργά και με πράξεις να μην παραμελούν τα παιδιά και να δείχνουν την αγάπη και την δέσμευση τους σε αυτά, χωρίς μελοδραματισμούς και ακρότητες, να αποφεύγουν τάσεις εκδίκησης μέσω αυτού και κυρίως να έχουν την ικανότητα ακόμη κι όταν είναι μικρά να τα ακούσουν και ίσως να χρειάζεται να τους δώσουν πρωτίστως χώρο να μιλήσουν και αυτά. Αυτό πάντοτε είναι υπό δοκιμή, το πόσο αντέχουν τα μικρά παιδιά τον χωρισμό και πως μπορούμε να το διαχειριστούμε.

Άλλα και το ψέμα, η απόκρυψη της αλήθειας προκαλεί συνήθως μια υπόγεια και μόνιμη σύγχυση.

Χρύσα Πράντζαλου: Όταν ένα παιδί εμπλέκεται στη σχέση των γονιών του και προσπαθεί να προσφέρει υποστήριξη στο γονιό που νιώθει πως βάλλεται από αυτή τη σχέση ποιοι κίνδυνοι εγκυμονούν βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα; Πώς μπορούν οι γονείς να σταθούν στο ύψος αυτής της περίστασης και να μείνουν στο ρόλο του γονιού; Πώς χρειάζεται να οριοθετήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους;

Ηλίας Κουρκούτας: Αυτό πρέπει πρωτίστως να το συνειδητοποιήσουν. Πολλοί γονείς δυστυχώς δελεάζονται ασυνείδητα και πέφτουν θύματα αυτής της υποστήριξης, σε φάση εντόνου πόνου και πένθους (νοιώθουν ότι τους μένει τουλάχιστον η αγάπη του παιδιού). Υπάρχουν όμως κραυγαλέες περιπτώσεις που είναι λογικό τα παιδιά να παίρνουν το μέρος του ενός γονέα.

Από την άλλη ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν σημαίνει ότι δεν νοιώθουν πόνο ή στενοχώρια ή δεν ανησυχούν και για τον άλλον γονέα. Αυτό πάλι πρέπει να είναι αντικείμενο συμβουλευτικής υποστήριξης/ διαχείρισης για τον γονέα: «πως θα ξεπεράσω τον πόνο και θα σταθώ στο ύψος μου», αντιστεκόμενος συχνά σε πιέσεις της ευρύτερης οικογένειας που εντείνουν τα εχθρικά αισθήματα –για διάφορους λόγους- απέναντι στον άλλον.

Βέβαια, όπως, αναφέρετε πολλά παιδιά θέλουν ενεργά να χωρίσουν οι γονείς τους διότι δεν αντέχουν άλλο. Αυτό το εκδηλώνουν συνήθως στην εφηβεία (με φράσεις π.χ. «έπρεπε να τον είχες χωρίσει νωρίτερα»).

Χρύσα Πράντζαλου: Πιστεύετε ότι πρέπει να χωρίζουν οι γονείς ή να μένουν μαζί για τα παιδιά; Κατά πόσο τα παιδιά χρησιμοποιούνται σε τέτοια διλήμματα ως δικαιολογία; Ποιοι φόβοι ελλοχεύουν πίσω από αυτή την ενδεχόμενη δικαιολογία κατά την άποψή σας;

Ηλίας Κουρκούτας: Ξεκινώ πάλι από ένα παράδειγμα 20 έτη και πλέον πίσω. Μια πραγματικά αξιοπρεπής κυρία γύρω στα 60 μου περιγράφει την ιστορία της.

«Δεν θα πιστέψετε τι συνέβη στη ζωή μου. Είχα έναν άντρα βίαιο, πολύ νευρικό και επιθετικό. Δεν χώρισα για τον μοναχογιό μας. Πίστευα ότι ήταν καλύτερα αφού ήταν αγόρι (εκεί αρχίζει και καταλαβαίνει κανείς τι συνέβη!!). Ο άντρας μου πέθανε, ο γιος μου είναι παντρεμένος και βλέπω την ίδια συμπεριφορά απέναντι στην γυναίκα του και το μικρό. Είναι γιος μου και παίρνω το μέρος του κοριτσιού!!!!» λέει με τεράστια ένταση.

Προφανώς το άγχος του παιδιού και διάφορα άλλα ζητήματα ενδο-συζυγικά έκαναν αυτό τον νέο άνθρωπο να αντιδρά όπως ο πατέρας του. Αυτός είναι ένας σοβαρός κίνδυνος, που αφορά όλο το φάσμα των ψυχικών επιπτώσεων/ δυσλειτουργιών σε περιπτώσεις διαταραγμένων συζυγικών σχέσεων που κρατούν χρόνια και έμμεσα «εγγράφονται» ή ενσωματώνονται ασυνείδητα στον ψυχισμό των παιδιών .

Όσο κι αν τα παιδιά συνηθίζουν σε αυτές τις συγκρούσεις-προστριβές, πάντα θα υπάρχουν επιπτώσεις στην συμπεριφορά τους, στο τρόπο που βιώνουν τον εαυτό τους και τις σχέσεις, στον τρόπο που θα λειτουργήσουν ως πατέρες/μητέρες και απέναντι στους άλλους, άλλα και απέναντι στο σώμα τους και στο εαυτό τους.

Το διαζύγιο από μόνο του δεν είναι αυτό, με βάση την έρευνα, που προκαλεί την ανισορροπία ή το ψυχικό τραύμα στα παιδιά. Ό,τι προηγείται και ακολουθεί του διαζυγίου είναι το βασικό.

Χρύσα Πράντζαλου: Ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος και χρόνος για να ανακοινωθεί στα παιδιά η απόφαση των γονέων για διαζύγιο;

Ηλίας Κουρκούτας: Δεν ξέρω αν υπάρχει. Σίγουρα δεν είναι οι επιθετικοί τρόποι και η τάση για να υπονομεύουμε ή να καταγγέλλουμε τον άλλον γονέα στα παιδιά και ότι "να, ο πατέρας σου φταίει", εφόσον στα διαζύγια ενυπάρχει ή προϋπάρχει πάντα η κρίση πέρα από τα εμφανή ή αφανή λάθη που κάνει κάποιος από τους δυο γονείς ή τις αφορμές του χωρισμού.

Για τα παιδιά, ειδικά για τα μικρά παιδιά που είναι απολύτως εξαρτώμενα, παραμένει πάντα ένα δύσκολο γεγονός, μια δύσκολη κατάσταση. Θα λίγα ότι το πρώτο πράγμα είναι να ακούσουν οι γονείς τα παιδιά, να τους δώσουν χώρο για να μιλήσουν για τις φοβίες και τι σημαίνει για αυτούς το διαζύγιο, ώστε να απαντήσουμε ρεαλιστικά και μη δραματικά.

Αυτό που προέχει, όπως ξέρετε, είναι να τους δείξουμε ότι δεν θα διαλυθεί η σχέση μαζί τους.

Αν υπάρχει συνεννόηση μεταξύ των γονέων, αναδεικνύουμε και υπογραμμίζουμε ότι «οι σχέσεις των ενηλίκων ακόμη και των παντρεμένων που έχουν παιδιά μπορεί κάποια στιγμή να έχουν ένα τέλος, ότι δεν είναι αιώνιοι, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει η αγάπη, το δέσιμο και η επιθυμία να έχουν επικοινωνία, κι ότι –ίσως η αγάπη παραμένει- παρά τις δυσκολίες, αν και η ερωτική σχέση έχει τελειώσει».

Παράλληλα, δείχνουμε και στα παιδιά το παράδειγμα ότι όταν έχουν προβλήματα μπορεί να χωρίσουν, χωρίς αυτό να σημαίνει καταστροφή του ενός ή του άλλου γονέα και κυρίως της οικογενειακής σχέσης.

Διαβάστε το δεύτερο μέρος της συνέντευξης του καθηγητή Ψυχολογίας, Ηλία Κουρκούτα για τη συνεπιμέλεια και το διαζύγιο.

Πολλά παιδιά θα έχουν ανομολόγητες επιθυμίες για επανένωση των γονέων και είναι λογικό. Αυτό θα πρέπει να προσεχθεί, αν και είναι αναπόφευκτο σε ένα βαθμό, και να αντιμετωπιστεί χωρίς υπερδραματοποιήσεις και ακραίες αντιδράσεις. Κυρίως θα πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά με την σταθερή και ισότιμη σχέση μαζί τους, ανεξάρτητα από τα συναισθήματα μας -και αυτό είναι το πιο δύσκολο-, αλλά και να διερευνήσουμε τι σκέπτονται για τον χωρισμό, αν αποδίδουν ευθύνες –τα μεγαλύτερα το κάνουν συχνά.

Αυτό θα βγει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην πορεία. Το πένθος μπορεί να διαρκέσει, χρειάζεται μια ευαισθησία από τους γονείς, αλλά και ρεαλισμό και ψυχραιμία.

Η «ζητιανιά της αγάπης» και το αίσθημα ότι δεν τους προσφέρουν οι γονείς αυτό που έχουν ανάγκη είναι το χειρότερο, όπως και η απουσία ενός γονέα μέσα στο γάμο, εφόσον συχνά βρίσκεται ουσιαστικά ή φυσικά απών.

Η απουσία και εν συνεχεία «ζητιανιά της αγάπης» από έναν άγαρμπο, μη συναισθηματικό, σκληρό γονέα -το βλέπαμε συχνά στις παλιές γενιές- μπορεί να στιγματίσει την ζωή ενός παιδιού και ακόμη και μετά τα 60 να ζητιανεύει ενοχικά και επιθετικά την αγάπη αυτή μέσω υλικών αγαθών (κληρονομιές, κλπ.). Είναι μια πραγματικότητα ο χωρισμός, όπως και ο θάνατος και θέλει ψυχραιμία στην αντιμετώπιση.