Η νευρογενής βουλιμία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων αυτών, το άτομο καταναλώνει πολύ μεγάλες ποσότητες φαγητού, συγκριτικά με αυτές που θα μπορούσαν να καταναλώσουν οι περισσότεροι άνθρωποι, μέσα σε σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. σε 2 ώρες). Βασικό στοιχείο των υπερφαγικών επεισοδίων είναι το αίσθημα απώλειας ελέγχου που βιώνει το άτομο όταν τρώει.

Πιο συγκεκριμένα, το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να σταματήσει την κατανάλωση του φαγητού ή να ασκήσει έλεγχο πάνω στο τι και πόσο τρώει.

Τα επεισόδια υπερφαγίας ακολουθούνται από «επανορθωτικές» συμπεριφορές, όπως είναι οι εκούσιοι εμετοί, η χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή άλλων φαρμάκων, και η υπερβολικά αυστηρή δίαιτα ή σωματική άσκηση.

Ο ρόλος της αξιολόγησης του εαυτού στη νευρογενή βουλιμία

Κεντρικό ρόλο στη νευρογενή βουλιμία, παίζει ο δυσλειτουργικός τρόπος με τον οποίο το άτομο αξιολογεί τον εαυτό του:

Ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι αξιολογούν τον εαυτό τους με βάση την απόδοσή τους σε ποικίλους τομείς της ζωής τους, τα άτομα με νευρογενή βουλιμία τείνουν να κρίνουν/αξιολογούν τον εαυτό τους, σε μεγάλο ποσοστό ή ακόμα και αποκλειστικά, με βάση το σχήμα και το βάρος του σώματος τους και την ικανότητά τους να ελέγξουν τους δύο αυτούς παράγοντες.

Ως αποτέλεσμα, η ζωή των ατόμων που πάσχουν από τη διαταραχή, επικεντρώνεται στο σωματικό βάρος/σχήμα, τις αυστηρές δίαιτες, το πώς θα είναι λεπτοί και την απώλεια βάρους. Από την άλλη, αποφεύγουν επίμονα το να τρώνε ελεύθερα και καταπιέζουν τον εαυτό τους διατροφικά, εξαιτίας του υπερβολικού τους φόβου μήπως αυξηθεί το βάρος τους.

Πώς δημιουργείται και συντηρείται η διαταραχή της νευρογενούς βουλιμίας

Τα άτομα με νευρογενή βουλιμία, αντί να υιοθετήσουν σταθερές και υγιείς διατροφικές συνήθειες, εμμένουν σε υπερβολικούς, πολύ συγκεκριμένους και απαιτητικούς διαιτητικούς κανόνες. Η τάση που έχουν να προσπαθούν να μην αποκλίνουν από τα τόσο αυστηρά διατροφικά όρια που θέτουν στον εαυτό τους (κάτι σχεδόν ανέφικτο) έχει ως αποτέλεσμα να εκλαμβάνουν το παραμικρό παραστράτημα από αυτά, ως ένδειξη ότι έχουν χάσει τον έλεγχο πάνω στο φαγητό. Αυτό τους οδηγεί στο να παραιτηθούν προσωρινά από τις εξαντλητικές προσπάθειες να περιορίσουν το φαγητό τους. Έτσι λοιπόν, παραδίνονται στην επίμονη πείνα τους, που δημιουργείται από την αυστηρή στέρηση του φαγητού, καταναλώνοντας υπερβολικές ποσότητες απαγορευμένων κυρίως τροφών με γρήγορο και ακόρεστο τρόπο (υπερφαγικό επεισόδιο). Το υπερφαγικό επεισόδιο, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ακολουθείται από νέες προσπάθειες διατροφικού περιορισμού και εξαντλητικής δίαιτας.

Με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω δημιουργείται και συντηρείται ο φαύλος κύκλος της νευρογενούς βουλιμίας, όπου εναλλάσσονται οι υπερβολικά στερητικοί περιορισμοί στο φαγητό με υπερφαγικά επεισόδια και εκούσιους εμετούς ή άλλες συμπεριφορές που έχουν ως στόχο να αντισταθμίσουν το χάσιμο του ελέγχου στην κατανάλωση της τροφής.

Ο εκούσιος εμετός θα μπορούσε να θεωρηθεί, επίσης, ως ένα ακόμα «μέσο δίαιτας», που χρησιμοποιεί το άτομο για να αποτρέψει την αύξηση βάρους μετά το υπερφαγικό επεισόδιο.

Τα υπερφαγικά επεισόδια και οι εμετοί μπορεί να αποφέρουν προσωρινά ανακούφιση, ωστόσο, στη συνέχεια οδηγούν σε συναισθήματα ενοχής και μελαγχολίας, καθώς το άτομο κατηγορεί τον εαυτό του γι’ αυτές τις συμπεριφορές. Τα αρνητικά αυτά συναισθήματα συντελούν στην περαιτέρω μείωση της αυτοεκτίμησης του πάσχοντος, επιδεινώνοντας τις ήδη υπάρχουσες ανησυχίες του για το σωματικό βάρος/σχήμα και προκαλώντας τον φαύλο κύκλο δίαιτας-υπερφαγικών επεισοδίων-εμετού να πυροδοτηθεί ξανά από την αρχή.

Πώς αντιμετωπίζεται η ψυχογενής βουλιμία

Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η γνωσιακή συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία (ΓΣΘ) έχει πολύ ευεργετικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας.

Η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση επιφέρει, συνήθως, αξιοσημείωτη μείωση στη συχνότητα των υπερφαγικών επεισοδίων, των συμπεριφορών εκκαθάρισης (πχ. εμετοί), των εξαντλητικών διαιτητικών περιορισμών και της έντασης των σχετικών με το βάρος και την εικόνα του σώματος ανησυχιών του πάσχοντος.

Οι παραπάνω αλλαγές, όταν επιτευχθούν, συμβάλλουν στην ελαχιστοποίηση των γενικών συμπτωμάτων της διαταραχής και στην κατ’ επέκταση αύξηση της αυτοεκτίμησης και της κοινωνικής λειτουργικότητας του ατόμου.

 

Πηγές:

1. Agras, W. S. & Apple, R. (2007). Overcoming Your Eating Disorder: A Cognitive-Behavioral Therapy Approach for Bulimia Nervosa and Binge-Eating Disorder, Guided Self Help Workbook.New York: Oxford University Press.
2. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and  statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
3. Fairburn, C. G. (2009). Eating Disorders. In D. M. Clark & C. G. Fairburn (Eds.), Science and Practice of Cognitive Behaviour Therapy, 2nd Edition (pp. 313-339). New York: Oxford University Press.
4. Grilo, C. M. & Mitchell, J. E. (2012). The Treatment of Eating Disorders: A Clinical Handbook. New York: Guilford Press.

Συγγραφή Άρθρου

Αριστέα Λιάκου

aristea liakouΨυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια - MSc Κλινική Ψυχολόγος, Leiden University, NL Γνωσιακή - Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία.
Ατομική ψυχοθεραπεία ενηλίκων, Συμβουλευτική γονέων.