Η επιδίωξη της ευτυχίας δεν είναι απλά μία πρόσφατη μόδα, αλλά πρόκειται για ένα θέμα που απασχολεί την σκέψη των φιλοσόφων ανά τους αιώνες. Ήδη από την αρχαιότητα η έννοια της ευδαιμονίας αποτελούσε κοινό τελικό σκοπό στην ζωή του ανθρώπου μεταξύ διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων, αυτό που άλλαζε κάθε φορά ήταν η προτεινόμενη διαδρομή.

Στον σύγχρονο κόσμο μεγάλη μερίδα της πίτας, όσον αφορά τη συζήτηση περί της ευτυχίας, έχει περιέλθει στον κλάδο της Ψυχολογίας και μάλιστα τα τελευταία 20 χρόνια έχει αναπτυχθεί μια προσέγγιση ονόματι Θετική ψυχολογία που συστήνεται ως «επιστήμη της ευτυχίας» και η οποία δίνει έμφαση στη δύναμη της θέλησης και τον αυθεντικό εαυτό.

Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχουν δύο σχολές σκέψης: η πρώτη είναι η πεσιμιστική και συμπυκνώνεται πολύ εύστοχα σε μια ρήση του Μισέλ Ουελμπέκ: «Μη φοβάστε την ευτυχία, δεν υπάρχει».

Η δεύτερη είναι οπτιμιστική και ισχυρίζεται ότι η ευτυχία βρίσκεται πάντα σε απόσταση αναπνοής και για να την αδράξει κάποιος αρκεί να τηρήσει πιστά 10 με 12 συμβουλές ή βήματα του τάδε ή του δείνα «γκουρού της ευτυχίας». Just do it!

Εμείς, από την άλλη, θα λέγαμε ότι το όλο πρόβλημα είναι ότι δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο και η αλήθεια είναι κάπου στη μέση: η ευτυχία ούτε ανύπαρκτη είναι, αλλά ούτε και συνταγογραφείται. Είναι εύκολο να ορίσουμε τι δεν είναι η ευτυχία, αλλά είναι δύσκολο να αποδώσουμε έναν καταφατικό ορισμό και τελικά το ερώτημα παραμένει: «Μα τι είναι επιτέλους η ευτυχία;».

Τι είναι η ευτυχία

Ίσως η προϋπόθεση για να απαντηθεί το ερώτημα που μας απασχολεί είναι να διατυπωθεί με διαφορετικό τρόπο. Και αυτό γιατί, ακόμη και αν απαντηθεί το ερώτημα του τι είναι η ευτυχία, δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό πώς αυτή η απάντηση αφορά εμένα, την δική μου προσωπική ζωή. Στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει άμεση αυτόματη σύνδεση ανάμεσα στην ευτυχία εν γένει και την δική μου ευτυχία.

Επομένως, αντί να αναζητούμε έναν καθολικό ορισμό της ευτυχίας, θα ήταν μάλλον προτιμότερο να θέσουμε το ερώτημα «τι είναι αυτό που με κάνει εμένα να αισθάνομαι ευτυχής;» (γεγονός που δεν αποκλείει αυτό που με κάνει να αισθάνομαι ευτυχής να μην είναι το ίδιο από ώρα σε ώρα, από μέρα σε μέρα ή από χρόνο σε χρόνο).

Με άλλα λόγια, αντί να μας απασχολεί η ουσία της ευτυχίας, μας απασχολούν οι σχέσεις μας με αντικείμενα ή πρόσωπα, από τα οποία εξαρτάται για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα το υποκειμενικό μας αίσθημα της ευτυχίας.

Εν συντομία, από μια γενική και αφηρημένη ευτυχία, σαν μια κάλτσα για όλα τα μεγέθη, στην ευτυχία, συγκεκριμένα, για εμένα. Πρόκειται, θα έλεγε κανείς, για έναν σχετικισμό ο οποίος ακριβώς ανοίγει τον δρόμο για έναν απεριόριστο αριθμό ορισμών για το τι μπορεί να είναι η ευτυχία.

Για να αποφύγει αυτόν τον σχετικισμό η αποκαλούμενη επιστήμη της ευτυχίας, την ποσοτικοποιεί: έτσι μπορώ σήμερα να είμαι ευτυχής κατά τα 4/5, αύριο κατά τα 3/5… και αυτό χωρίς να πρέπει να έχουμε συμφωνήσει όλοι σε έναν ποιοτικό ορισμό της ευτυχίας. Αλλά αυτός ο σχετικισμός ίσως να μην είναι τόσο απωθητικός όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Μπορεί μάλιστα να είναι απελευθερωτικός και δημιουργικός. Αντί να κυνηγάω το φάντασμα μιας ευτυχίας που έχει προσδιοριστεί μια για πάντα, και που αν και την γνωρίζω θεωρητικά, δεν καταφέρνω να την αγγίξω στην πράξη, μπορώ να επιδιώξω να της αποδώσω ένα περιεχόμενο συμβατό με τις πιο μύχιες επιθυμίες μου.

Για όποιον είναι καλλιτέχνης της ζωής και με επιθυμία που σπρώχνει προς τα εμπρός, το διακύβευμα δεν είναι τόσο τι του έχει δοθεί, αλλά τι ο ίδιος μπορεί να δημιουργήσει από αυτό που του έχει δοθεί.

Η ρήση του Σοπενχάουερ εκφράζει αυτήν την ιδέα με την γνωστή του παραστατικότητα: «Η μοίρα μοιράζει τα χαρτιά, αλλά εμείς τα παίζουμε».

Συγκρίνοντας την ευτυχία

Βέβαια συμβαίνει πολύ συχνά να πιστεύω ότι οι άλλοι διαθέτουν πολύ καλύτερα χαρτιά από εμένα και η ευτυχία είναι πάντα αλλού από εκεί που βρίσκομαι εγώ. Πέφτω στην παγίδα της σύγκρισης και πείθω τον εαυτό μου ότι αν θέλω να είμαι ευτυχής πρέπει να ξέρω ότι θα είμαι πιο ευτυχής από τους άλλους.

Ο Μοντεσκιέ περιγράφει με ιδιαίτερη διαύγεια αυτήν την πολύ κοινή σε όλους μας εμπειρία: «Αν θέλουμε απλώς να είμαστε ευτυχισμένοι, θα μας ήταν εύκολο. Αλλά θέλουμε να είμαστε πιο ευτυχισμένοι από τους άλλους, και αυτό είναι πάντα δύσκολο γιατί νομίζουμε ότι οι άλλοι είναι πιο ευτυχισμένοι από όσο δείχνουν».

Έτσι, η σύγκριση αυτού του είδους τείνει να αποβαίνει πάντα εις βάρος μου στο μέτρο ακριβώς που τείνω να αποδίδω στους άλλους περισσότερη ευτυχία από ό,τι αναγνωρίζω σε μένα.

Η ιδέα ότι ο άλλος απολαμβάνει καλύτερα από εμένα είναι μια πολύ κοινή φαντασίωση στην ανθρώπινη συνείδηση.

Αυτή η πίστη ότι η επιθυμία είναι πάντα κάπου αλλού από εκεί που είμαι εγώ, πηγάζει από ένα συγκεκριμένο αίσθημα ότι ακόμη και αν έχω όλα όσα ονειρευόμουν, εξακολουθεί κάτι να λείπει. Πάντα αναζητώ την εκπλήρωση μέσα από τα αγαθά, την γνώση, την δόξα, την αγάπη… και ακόμη και αν τα επιτύχω όλα αυτά, μετά πάντα επιθυμώ και κάτι άλλο.

Δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς αλλά βαθιά μέσα μου ξέρω ότι υπάρχει κάτι ακόμη. Μόνο που πρόκειται για έναν ακαθόριστο στόχο, ικανό όμως να ακυρώσει όλα όσα είναι παρόντα στην ζωή μου.

Καμιά φορά μάλιστα η ιδέα ότι η ευτυχία είναι αλλού είναι τόσο επίμονη που καταλήγει ανυπόφορη τόσο για εμένα όσο και για τους οικείους μου. Στην πραγματικότητα είναι μια εκκολαπτόμενη κατάθλιψη.

Η ευτυχία μου, μόλις μπει στη ζυγαριά της σύγκρισης μετατρέπεται τελικά σε ευτυχία από την ανάποδη.

Προσποίηση ευτυχίας

Η ευτυχία από την ανάποδη ξεπηδά και από αλλού: ζούμε σε μια εποχή όπου έχει παγιωθεί ένα σκληρό και άκαμπτο Υπερεγώ, που κολλά στο πετσί του ατόμου, και του προστάζει αδιάλειπτα: «Πρέπει να απολαμβάνεις. Σημασία έχει να περνάς καλά και να ζεις την κάθε στιγμή, yolo!».

Έτσι, η απαίτηση της ευτυχίας αντικαθίσταται από μια απαίτηση προσποίησης τελικά της ευτυχίας: «Δείχνε ευτυχής ακόμα και όταν δεν είσαι, ιδίως όταν δεν είσαι». Ένας από τους λόγους της επιτυχίας των social media έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι προσφέρουν τα μέσα μιας τέτοιας προσποίησης.

Το άτομο κατασκευάζει πολύ εύκολα εκεί έναν ευτυχισμένο εαυτό ξεχνώντας, πράγμα πολύ πιο δύσκολο, να τον σμιλεύσει στην πραγματική ζωή. Αυτή η επίμονη έως εμμονική προβολή των εικόνων ενός ευτυχισμένου εαυτού είναι σε αρκετές περιπτώσεις αποτέλεσμα του αισθήματος ντροπής που αισθάνεται το άτομο μπροστά στην παραδοχή ότι δυστυχεί ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο ευτυχισμένο όσο θα ήθελε.

Έτσι, ο πραγματικός εαυτός ο οποίος σχεδόν πάντα βρίσκεται σε μια ταλάντευση ανάμεσα σε ευτυχισμένες, ουδέτερες ή δυστυχισμένες περιόδους που εναλλάσσονται, αποκρύπτεται και αντικαθίστανται από την φαντασίωση μιας διαρκούς ευτυχίας, δηλαδή από την φαντασίωση μιας ουτοπίας.

Αναπτύσσοντας εσωτερικά την ευτυχία

Το ερώτημα όμως παραμένει: «Τι γίνεται τελικά με την ευτυχία από την καλή;». Στην πραγματικότητα η ευτυχία από την καλή είναι αυτή που μπορώ να φτάσω και όχι εκείνη που ξεφεύγει σαν το νερό διαρκώς από τα δάχτυλά μου. Υπάρχουν πράγματα που με κάνουν ευτυχή χωρίς να εξαρτώνται από μένα και άλλα πράγματα που με κάνουν ευτυχή και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εμένα.

Σύμφωνα με τον Σπινόζα, η ευτυχία που προσφέρουν όλα όσα εξαρτώνται από μένα είναι διαρκέστερη και στερεότερη. Και ο τρόπος που μπορώ να αναπτύξω εσωτερικά το αίτιο της ευτυχίας μου είναι όταν η ίδια η επιθυμία μου γίνεται πηγή δράσης και δημιουργίας. Βέβαια αυτό στο οποίο η επιθυμία σπρώχνει προς τα μπρος μεταφράζεται σε κάτι διαφορετικό για τον καθένα: για κάποιον μπορεί να είναι η άθληση, για κάποιον άλλον η ενασχόληση με τη μουσική, ενώ για άλλον η μελέτη, κ.ο.κ.

Από την άλλη, κάθε κατάθλιψη, κάθε κατάσταση ψυχικής απονέκρωσης είναι πάντοτε μια κατάσταση κατά την οποία έχει αφυδατωθεί το ενδιαφέρον και η περιέργεια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ψυχανάλυση είναι η τέχνη να παράγουμε ενδιαφέρον από ένα ενδιαφέρον που έχει βαλτώσει.

Η πρότασή μου λοιπόν είναι η εξής: αντί να ψάχνεις μια διαρκή ευτυχία, δηλαδή να αναλωθείς στο κυνήγι της ουτοπίας, αντί να προβάλεις την ευτυχία σε μια κατάσταση μελλοντική, θα ήταν προτιμότερο να ενεργείς σύμφωνα με την τωρινή σου επιθυμία επιδιώκοντας να δημιουργήσεις, όσο είναι δυνατόν, τις συνθήκες στις οποίες μπορεί να ικανοποιηθεί και γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ωστόσο πάντα εφικτό.

Ο Τολστόι το έχει διατυπώσει αυτό έξοχα: «Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις». Δεν θα πρέπει εξάλλου να συνδέεις σώνει και καλά την ευτυχία με τον καταναγκασμό της αναζήτησης του καινούργιου.

Τίποτε δεν αποκλείει η ευτυχία να βρίσκεται εξίσου, και ίσως ακόμη περισσότερο, σε αυτό που σου αρέσει να επαναλαμβάνεις. Μάλιστα ο Μισέλ Ουελμπέκ το πηγαίνει ακόμη παραπέρα: «Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στην επανάληψη, στη διηνεκή επανέναρξη του ίδιου, όπως στον χορό και την μουσική».

Με άλλα λόγια, η ευτυχία δεν είναι η ανταμοιβή της επανάληψης αυτού που επιθυμείς, είναι η ίδια η επανάληψη αυτού που επιθυμείς.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μάρω Μπέλλου

bellou maroΨυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια. Πτυχιούχος του τμήματος Ψυχολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Msc στην Ιατρική Ψυχολογία

Ιστοσελίδα: www.marobellou.gr