Οι ρυθμοί της ζωής μας γίνονται όλο και περισσότερο πιεστικοί. Βαλλόμαστε συνεχώς από προκλήσεις και νέα δεδομένα. Τα παραπάνω εντοπίζονται στις πτυχές τόσο της προσωπικής όσο και της επαγγελματικής ζωής.

Το άγχος ολοένα και φουντώνει και μαζί του και οι αγχώδεις διαταραχές, υποκατηγορία των οποίων είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ).

Πριν τοποθετήσουμε στο μικροσκόπιο την ΓΑΔ ας ξεκινήσουμε διακρίνοντας το άγχος από τον φόβο.

Ο φόβος είναι εκείνο το συναίσθημα που ξεκινά να γίνεται αντιληπτό όταν αισθανόμαστε πως κάτι μας απειλεί. Αυτή η αίσθηση της απειλής διεγείρει έναν μηχανισμό, ο οποίος ονομάζεται μηχανισμός πάλης-φυγής ( “fight or flight”).

Στην πραγματικότητα ο οργανισμός μας προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει το στρεσογόνο ερέθισμα με το να μείνει και να το αντιμετωπίσει ή να αποχωρήσει.

Το άγχος, είναι εκείνο το συναίσθημα που ξεκινά να υφίσταται βιώνοντας μια απειλή, αλλά αυτή τη φορά η απειλή δεν είναι άμεσα αντιληπτή. Αυτό σημαίνει πως το άγχος αναπτύσσεται από απειλές που σχετίζονται με συμβολικές πλευρές του εαυτού.

Μάλιστα δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να μην μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αντιδράσαμε με συγκεκριμένο τρόπο απέναντι σε ένα γεγονός.  Επιπλέον, το άγχος μας και η απρόβλεπτη αντίδρασή μας σε ένα γεγονός είναι δυσανάλογα σε σχέση με το γεγονός.

Χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι τόσο ο φόβος όσο και το άγχος έχουν τη λειτουργικότητά τους στη ζωή μας καθώς μας βοηθούν να αντιμετωπίζουμε δύσκολες καταστάσεις, θέτοντας τον οργανισμό μας σε μια κατάσταση ετοιμότητας.

Ωστόσο, πότε παύουν αυτά τα συναισθήματα να είναι λειτουργικά; Πότε παύουν να μας προστατεύουν αλλά αντιθέτως αρχίζουν να δημιουργούν προβλήματα στη ζωή, στις σχέσεις, στη δουλειά και στην υγεία μας;

Το άγχος είναι φυσιολογικό όταν:

  • Μας κινητοποιεί για δράση
  • Μας προφυλάσσει από κινδύνους
  • Μας κάνει πιο παραγωγικούς

Το άγχος είναι παθολογικό όταν:

  • Είναι υπερβολικό σε ένταση
  • Είναι δυσανάλογο σε σχέση με το ερέθισμα που το προκαλεί
  • Είναι επίμονο στον χρόνο

Το παθολογικό άγχος μπορεί να αποτελέσει ένδειξη κάποιας διαταραχής άγχους.

Πολύ συχνά μπορεί να ακούσουμε τη φράση αγχώνομαι με όλα. Αυτό μπορεί να αποτελεί μια στάση ζωής, όπου το άτομο ανέκαθεν βίωνε άγχος στις διαπροσωπικές του σχέσεις, στο σχολικό περιβάλλον και αργότερα στην εργασία του αλλά και γενικότερα σε διάφορες δραστηριότητες της καθημερινότητάς του. Επίσης, μπορεί να αφορά μια συγκεκριμένη περίοδο στη ζωής ενός ατόμου όπου το άγχος που βίωνε αυξήθηκε κατακόρυφα γεγονός που έφερε εξουθένωση και μαζί του μια σειρά έντονων συμπτωμάτων που του δημιουργούν δυσφορία,  μειώνουν τη λειτουργικότητά του και προκαλούν εκπτώσεις σε σημαντικές πτυχές της ζωής όπως σχέσεις και εργασία.

Μια διαταραχή η οποία εντάσσεται στις αγχώδεις διαταραχές είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ).

Με βάση τα κριτήρια του διαγνωστικού εργαλείου DSM-5 ένα άτομο με ΓΑΔ παρουσιάζει τα εξής:

Α. Υπερβολικό άγχος και ανησυχία που εμφανίζονται τις περισσότερες μέρες μιας συγκεκριμένης περιόδου για τουλάχιστον 6 μήνες, για σειρά γεγονότων όπως η εργασία, η σχολική επίδοση.

Β. Το άτομο δυσκολεύεται να ελέγξει την ανησυχία του

Γ. Το άγχος και η ανησυχία συνδέονται με τρία ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα ( τα συμπτώματα επίσης να είναι παρόντα τις περισσότερες μέρες μιας συγκεκριμένης περιόδου για τουλάχιστον 6 μήνες):

1. Νευρικότητα/αίσθημα αγωνίας
2. Αίσθηση ταραχής ασυνήθιστη από άλλες φορές
3. Δυσκολίες στη συγκέντρωση
4. Ευερεθιστότητα και νεύρα
5. Μυϊκή τάση
6. Διαταραχή του ύπνου (το άτομο δυσκολεύεται να κοιμηθεί ή έχει ανήσυχο ή διακοπτόμενο ύπνο)

Δ. Το άγχος, η ανησυχία ή τα συμπτώματα προκαλούν κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση των κοινωνικών, επαγγελματικών, ή άλλων σημαντικών περιοχών της λειτουργικότητας.

Ε. Η διαταραχή δεν οφείλεται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις κάποιας ουσίας

Στ. Η διαταραχή δεν εξηγείται καλύτερα με άλλη ψυχική διαταραχή.

Χρειάζεται να γνωρίζουμε πως τα άτομα που έχουν μια αγχώδη διαταραχή είναι πολύ πιθανό να έχουν και μια δεύτερη. Είναι διαταραχές που παρουσιάζουν έντονη αλληλοεπικάλυψη.

Πως όμως εγκαθιδρύεται το άγχος μέσα μας; Η γνωσιακή- συμπεριφοριστική προσέγγιση μπορεί να δώσει την εξήγησή της.

Σύμφωνα με τη γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση το άγχος μπορεί να δημιουργήθηκε μέσα από διαδικασίες εξαρτημένης μάθησης.

Το άτομο συνήθως παρουσιάζει μια γνωσιακή ευαλωτότητα που το ωθεί να παρουσιάσει κάποια διαταραχή άγχους. Βασικό στοιχείο αυτής της εαυλωτότητας είναι η τάση του ατόμου να ερμηνεύει κάθε γεγονός ως εξής:

  • Εστίαση της προσοχής σε αντιλήψεις που αφορούν απειλές και κινδύνους
  • Υπερεκτιμά την απειλή ή τον κίνδυνο
  • Υποτιμά τις δικές του ικανότητες με τις οποίες μπορεί να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο

Έτσι κάθε φορά το άτομο βλέπει κάθε γεγονός μέσα από έναν μεγεθυντικό φακό ερμηνεύοντας το ως εξαιρετικά επικίνδυνο ή και καταστροφικό. Το παραπάνω έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται «ο φόβος του φόβου».

Επιπλέον, αξίζει να αναφερθεί πως το άγχος μπορεί να εγκαθιδρυθεί μιμητικά  από τους γονείς στα παιδιά, όπως υποστηρίζει η θεωρία της κοινωνικής μάθησης. Στην ουσία τα παιδιά μαθαίνουν μέσω της συμπεριφοράς των γονέων, έναν τρόπο αντίδρασης  απέναντι στα γεγονότα.

Ακόμη, το άγχος συνδέεται με ένα τρομακτικό μεν, φυσιολογικό δε ερέθισμα το οποίο μεταβιβάζεται και σε άλλο ερέθισμα (μέσω της συντελεστικής μάθησης) και έτσι δημιουργείται μια φοβία απέναντι σε ένα νέο ερέθισμα.

Τέλος, τα άτομα έχουν αρνητικές πεποιθήσεις οι οποίες χειροτερεύουν το άγχος τους. Συνήθως, τα άτομα αυτά έχουν υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό τους.  Είναι πολύ αυστηρά με τον εαυτό τους, υποτιμούν τις δυνατότητές τους και υπερτιμούν τις αδυναμίες τους. Επίσης, υπερεκτιμούν και την κοινωνική αξιολόγηση των άλλων.

Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει με 2 τρόπους, είτε γνωσιακά, είτε συμπεριφορικά.

Η σκέψη δημιουργεί το συναίσθημα και το συναίσθημα την συμπεριφορά. Συνεπώς μπορεί να επικεντρωθεί στο γνωσιακό επίπεδο, έτσι ώστε να γίνει αμφισβήτηση και αναπλαισίωση δυσλειτουργικών σκέψεων  και αυτοπεριοριστικών  πεποιθήσεων. Με αυτό τον τρόπο γίνεται παρέμβαση στη σκέψη και κατά συνέπεια επέρχονται αλλαγές στο συναίσθημα και στην συμπεριφορά. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και αντίστροφα και να επικεντρωθεί στην συμπεριφορά.

Με τη βοήθεια της έκθεσης στον στρεσογόνο παράγοντα, δηλαδή με την εστίαση στη συμπεριφορά, ανακινείται η αντίστροφη διαδικασία και επέρχονται αλλαγές στη συναισθηματική αντίδραση αλλά και στη σκέψη, έτσι ώστε να αμφισβητούνται οι αρνητικές πεποιθήσεις σχετικά με το τι μπορεί να συμβεί, εάν το άτομο έρθει αντιμέτωπο με τους φόβους του.

Παραπάνω περιγράφεται μια σκοπιά σχετικά με τη δημιουργίας του έντονου άγχους, υπάρχουν κι άλλες όπως η ψυχαναλυτική σκοπιά και η βιολογική. Όποια όμως κι αν είναι η σκοπιά ας μην ξεχνάμε πως η στήριξη από έναν ειδικό ψυχικής υγείας και η εκμάθηση τεχνικών χαλάρωσης μπορούν πάντα να αποβούν πολύ βοηθητικές.
 

Βιβλιογραφία:

Χριστοπούλου.Α. (2020). Εισαγωγή στην ψυχοπαθολογία του Ενήλικα. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Μαίρη Παναγοπούλου

panagopoulou mariaΕπαγγελματικός Σύμβουλος & Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας (Ε). Ph.D.C, Msc, Οργανωσιακή Ψυχολογία, Μsc Επαγγελματική Συμβουλευτική, Εκπαίδευση στην Συνθετική Συμβουλευτική Ενηλίκων. Εργάζεται ιδιωτικά στην MindPath