Η σύγχρονη εφαρμογή της ψυχοχειρουργικής ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930, όταν δύο Πορτογάλοι νευρολόγοι, ο Egas Moniz και ο Almeida Lima, άρχισαν να αποκόπτουν τις συνδέσεις προς και από τους μετωπιαίους λοβούς σε ανθρώπους με "ψυχονεύρωση''.

Απαρχές της ψυχοχειρουργικής

Μέχρι το 1936 η μέθοδος είχε εξελιχθεί σε αυτό που ονομάστηκε προμετωπιαία λευκοτομή (γνωστή και ως λοβοτομή). Αρχικά πραγματοποιούνταν με μάλλον αδέξιο τρόπο, καθώς ο χειρούργος χρειαζόνταν να υπολογίσει σε ποιο περίπου σημείο του εγκεφάλου έπρεπε να κάνει την τομή, χωρίς να έχει στη διάθεσή του κάποια μορφή νευροαπεικόνισης, ενώ επιπλέον πραγματοποιούσε την τομή χωρίς μηχανική βοήθεια για καθοδήγηση.

Με την πάροδο του χρόνου η επέμβαση έγινε πιο ακριβής τόσο ως προς την ανατομική περιοχή όσο και ως προς την ίδια τη διαδικασία. Μεταξύ του 1936 και του 1961, περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι στη Μεγάλη Βρετανία υποβλήθηκαν σε αυτού του είδους τη θεραπεία.

Συνολικά, περίπου το 20% των ατόμων με σχιζοφρένεια και περίπου 50% των ατόμων με κατάθλιψη ωφελήθηκαν από αυτή την επέμβαση (Malizia, 2000).

Ωστόσο, από αυτούς που υποβλήθηκαν στην επέμβαση, ποσοστό 4% έχασε τη ζωή του, 4% εμφάνισε έντονη απώλεια κινήτρων, 60% και πλέον παρουσίασε ''προβληματικές'' αλλαγές προσωπικότητας και 15% εκδήλωσε επιληψία.

Παρά τα προβλήματα όμως η προσέγγιση είχε πολλούς υποστηρικτές, ίσως επειδή για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχαν εναλλακτικές επιλογές.

Εξειδικευμένες ψυχοχειρουργικές επεμβάσεις

Τα ποσοστά εφαρμογής της ψυχοχειρουργικής μειώθηκαν δραματικά μετά την ανάπτυξη αποτελεσματικών εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών. Σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποιούνται 20 περίπου επεμβάσεις τον χρόνο και μόνο σε διαταραχές που αποδεδειγμένα δεν ανταποκρίνονται σε ένα φάσμα εναλλακτικών θεραπειών. Παράλληλα έχουν αναπτυχθεί νέες και πιο εξειδικευμένες χειρουργικές επεμβάσεις, όπως η υποκερκοφόρος δεσμοδοτομή και η στερεοτακτική προσαγωγιοτομή.

Οι στερεοτακτικές επεμβάσεις διεξάγονται με ένα μηχάνημα που ονομάζεται στερεοτακτική συσκευή, το οποίο τοποθετείται πάνω από τον εγκέφαλο του ατόμου κατά τη διάρκεια της επέμβασης και, σε συνδυασμό με τη νευροαπεικόνιση, επιτρέπει να γίνονται εξαιρετικής ακρίβειας τομές.

Οι νευροχειρουργοί υιοθετούν πλέον μια ''συντηρητική'' προσέγγιση στην επέμβασή τους, δημιουργώντας αρχικά μικρές τομές, οι οποίες μπορούν να διευρυνθούν σε επόμενη εγχείρηση, αν αυτό κριθεί απαραίτητο.

Οι περισσότερες τομές πραγματοποιούνται με θερμαινόμενα ηλεκτρόδια, με εξαίρεση την υποκερκοφόρο δεσμιδοτομή, η οποία διεξάγεται με την τοποθέτηση ραδιενεργών ράβδων στην επιλεγμένη περιοχή. Οι ράβδοι καταστρέφουν μέρη της υπερκερκοφόρου περιοχής του εγκεφάλου μέσω σύντομης εκπομπής ραδιενέργειας, προτού καταστούν αδρανείς.Η υπερκερκοφόρος δεσμιδοτομή εφαρμόζεται συνήθως στη θεραπεία της σοβαρής και ανθεκτικής στην αγωγή κατάθλιψης.

Η στερεοτακτική προσαγωγιοτομή είναι η θεραπεία που εφαρμόζεται πιο συχνά σε αγχώδεις διαταραχές, όπως η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Η επέμβαση απαιτεί την ολική αναισθησία του ατόμου και συνίσταται στην τοποθέτηση ηλεκτροδίων στο ραβδωτό δεμάτιο του κάθε ημισφαιρίου. Στη συνέχεια οι άκρες των ηλεκτροδίων θερμαίνονται στους 85 βαθμούς Κελσίου για περίπου 100 δευτερόλεπτα.

Εφαρμογή της ψυχοχειρουργικής

Σε κάποιες χώρες, όπως η Γερμανία, καθώς και σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ η ψυχοχειρουργική απαγορεύεται δια νόμου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι η αποτυχία ανταπόκρισης του ατόμου σε όλες τις άλλες προσπάθειες για τη θεραπεία της διαταραχής του.

Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, ο πάσχων θα πρέπει να έχει κάνει περισσότερες από δύο σοβαρές απόπειρες αυτοκτονίας, η κατάθλιψή του να έχει εμφανιστεί στην ηλικία των 18 ετών ή και νωρίτερα, και το παρόν επεισόδιο να διαρκεί επτά έτη χωρίς περίοδο υποχώρησης των συμπτωμάτων διάρκειας μεγαλύτερης των 6 μηνών.

Επιπλέον, θα πρέπει να έχει υποβληθεί σε ηλεκτροσπασμοθεραπεία περισσότερες από 30 φορές, να έχει λάβει μεγάλες δόσεις αντικαταθλιπτικών και να εμφανίζει κατάθλιψη στην ψυχομετρική αξιολόγηση (Malizia & Bridges, 1991). Στην Αγγλία και την Ουαλία, μια τριμελής επιτροπή αναλαμβάνει να επιβεβαιώσει ότι το άτομο συναινεί πλήρως στη διεξαγωγή της επέμβασης και ότι είναι πιθανό να ωφεληθεί από αυτή. Στη Σκωτία αυτό το μέτρο προστασίας εφαρμόζεται μόνο όταν το άτομο υποβάλλεται αναγκαστικά σε θεραπεία παρά τη θέλησή του.

Μετεγχειρητικές επιπτώσεις

Η ανακάλυψη νεότερων επεμβάσεων μείωσε το ποσοστό θνησιμότητας σε μία ανά 1.000 περιπτώσεις και περιόρισε τη μεταγχειρητική επιληψία μεταξύ 1% και 5% (Jenike, 1998). Εκτός αυτού, δεν υπάρχουν ενδείξεις για κάμψη των νοητικών λειτουργιών μετά την εγχείρηση. Πολλοί άνθρωποι μάλιστα έχουν καλύτερες επιδόσεις στις ψυχομετρικές δοκιμασίες μετά την εγχείρηση από ό,τι πριν, ίσως επειδή δεν βιώνουν πλέον κατάθλιψη και/ή δεν λαμβάνουν πια αντικαθλιπτική φαρμακευτική αγωγή.

Αντίστοιχα, δεν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντικές ''αλλαγές στην προσωπικότητα'' μετά τη νευροχειρουγική επέμβαση, παρά το ενδεχόμενο πρόκλησης βλάβης στον μετωπιαίο λοβό, που πολλοί πιστεύουν ότι ελέγχει λειτουργίες οι οποίες θεωρούνται θεμελιώδεις για την προσωπικότητα του ατόμου.

Ωστόσο, οι ψυχομετρικές δοκιμασίες που χορηγούνται συνηθως σε αυτές τις έρευνες δεν εξετάζουν την εμφάνιση ήπιων ελλειμμάτων στο μετωπιαίο λοβό, γι' αυτόν τον λόγο και ο Jenike (1998) υποστήριξε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα πρόκλησης βλάβης.

Αυτοκτονικός ιδεασμός

Ένας αριθμός ατόμων κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας μετά την επέμβαση. Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί κατά πόσο αυτό οφείλεται στη χειρουργική διαδικασία ή θα συνέβαινε ακόμη και αν δεν είχε προηγηθεί η επέμβαση. Είναι πιθανό κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι θεωρούν ότι η επέμβαση αποτελεί την έσχατη λύση, να αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν αν τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά. Ασφαλώς δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτό είναι άμεση συνέπεια της εγχείρησης.

Οι Jenike και συνεργάτες (1991) βρήκαν ότι από τους 33 ανθρώπους που υποβλήθηκαν σε προσαγωγιοτομή για τη θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, 4 αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν μέσα στα επόμενα 13 έτη από την εγχείρηση. Όλοι εμφάνιζαν έντονη κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την επέμβαση. 

Η ψυχοχειρουργική στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή

Δεν είναι απόλυτα κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο η ψυχοχειρουργική επιτυγχάνει αυτά τα θεραπευτικά οφέλη. Σε ό,τι αφορά την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ενδέχεται να αποκόπτει τα συστήματα του εγκεφάλου που υπαγορεύουν τις σχετικές συμπεριφορές. Ωστόσο, σύμφωνα με κάποια προκαταρκτικά ευρήματα, οι άνθρωποι με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή δεν εμφανίζουν βελτίωση αμέσως μετά την επέμβαση.

Μπορεί να περάσουν αρκετές εβδομάδες ή μήνες προτού τα οφέλη της επέμβασης γίνουν εμφανή. Ο Jenike (1998) διατύπωσε την υπόθεση ότι στις αλλαγές μπορεί να εμπλέκονται η δευτερογενής νευρωνική αναγέννηση ή οι μεταβολικές αλλαγές σε περιοχές του εγκεφάλου πέρα από εκείνες στις οποίες πραγματποιείται η επέμβαση. Δεν είναι γνωστό όμως ποιες μπορεί να είναι αυτές. Η έλλειψη κατανόησης για το τι ακριβώς κάνουν οι χειρουργοί αποτελεί και τη βασική κριτική εναντίον αυτής της προσέγγισης, με έντονους προβληματισμούς σχετικά με τη φύση και τη χρήση της ψυχοχειρουργικής .

Το παρόν άρθρο αποτελεί αδειοδοτημένο απόσπασμα από το βιβλίο Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χρύσα Πράντζαλου

e psy logo twitter2Τμήμα Σύνταξης της Πύλης Ψυχολογίας Psychology.gr
Επιμέλεια και συγγραφή άρθρων, μετάφραση & απόδοση ξενόγλωσσων άρθρων.
Επικοινωνία: editorial @psychology.gr