Η λέξη μοναξιά και οι προεκτάσεις της έννοιάς της, τόσο στην εποχή της κοινωνικής αποστασιοποίησης που ζούμε, όσο και τα προηγούμενα χρόνια, μάς προκαλεί συναισθήματα φόβου και για πολλούς από εμάς ισοδυναμεί με μια επώδυνη κατάσταση θλίψης.

Μοναξιά και αίσθηση ανυπαρξίας

Η μοναξιά -σε αντίθεση με τη μοναχικότητα-  πολλές φορές συνδέεται με την απόρριψη και την ανυπαρξία. «Δεν υπάρχω για κανέναν» είναι πολλές φορές η ερμηνεία που δίνεται για το αίσθημα της μοναξιάς που είναι βαθιά υποκειμενικό και βιώνεται διαφορετικά. 

«Δεν υπάρχω για κανέναν» στην ουσία σημαίνει «δεν μπορώ να επικοινωνήσω με κανέναν», διότι δεν μπορώ να συνδεθώ με κανέναν μέσω της κατανόησης του δικού μου βιώματος, της δικής μου ζωής.  Δεν μπορώ να συνδεθώ ούτε με τον κόσμο, ούτε με τους άλλους, αλλά ούτε ακόμα και με τον ίδιο μου τον εαυτό και τη ζωή.

Νιώθω ένα συναίσθημα απομόνωσης που δεν μπορώ εύκολα να το διαχειριστώ. Αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του βιώματος της μοναξιάς.

Η ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια M.F. Hirigoyen  αναφέρει ότι το αίσθημα της μοναξιάς πηγάζει από την εντύπωση ότι δεν επικοινωνείς με το περιβάλλον, ότι είσαι μόνος στον κόσμο.

«Νιώθω μοναξιά» σε αυτή την περίπτωση ισοδυναμεί με το «νιώθω ένα εσωτερικό κενό».

Μοναχικότητα

Επειδή η μοναξιά μπορεί να βιωθεί ως μια εμπειρία που σε συντρίβει, χρειάζεται να μάθουμε να εκτιμάμε τη μοναχικότητά μας. Η μοναχικότητα μάς προσφέρει την ευκαιρία να συνδεθούμε με τα πράγματα που είναι σημαντικά για εμάς βρίσκοντας ένα τρόπο να συνεισφέρουμε στον κόσμο.

«Ποτέ να μην υποφέρουμε από τη μοναξιά με έναν καταστροφικό τρόπο, αλλά πάντα να ωριμάζουμε μέσα σε αυτή» κάνοντάς τη μια «θετική εμπειρία μοναχικότητας και επανασύνδεσης», μας λέει η υπαρξιακή ψυχοθεραπεύτρια Emmy Van Deurzen.

Tι είναι, όμως, η μοναχικότητα και πώς μπορεί να αποτελέσει μια θετική εμπειρία;

Είναι η ικανότητα να μπορούμε να μένουμε μόνοι και αυτή η ικανότητα μας προσφέρει τη δυνατότητα να ερχόμαστε σε επαφή με τα βαθύτερα συναισθήματά μας, να αναπτύσσουμε τη δημιουργική μας φαντασία και να αντέχουμε πιο εύκολα τις απώλειες.

Γιατί δε μπορούμε να την αντέξουμε;

Διότι είναι κάτι που το μαθαίνουμε από την παιδική μας ηλικία, μας αναφέρει η Hirigoyen. O ψυχίατρος D.W. Winnicott θεωρούσε την ικανότητα του παιδιού να είναι μόνο του με την παρουσία της μητέρας του ως μια σημαντική ένδειξη για την ωριμότητα της συναισθηματικής του ανάπτυξης.

Όσα παιδιά έχουν την τύχη να έχουν μια μητέρα αρκετά παρούσα, αλλά που να ξέρει να γίνεται απούσα, θα μπορέσουν να αντέξουν τη μοναχικότητα χωρίς άγχος.

Όταν δεν έχουμε προετοιμαστεί και δεν έχουμε βιώσει τη θετική διάσταση της μοναχικότητας, ίσως μπερδέψουμε, για παράδειγμα, τον πόνο ενός χωρισμού και της απώλειας, με τη μοναξιά. Αν δεν μπορούμε να αντέξουμε τη μοναχικότητα μας είναι επειδή μας μεγάλωσαν με τη νοοτροπία ότι μόνο το βλέμμα των άλλων μας δίνει υπόσταση, ότι η συναισθηματική ευτυχία συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την παρουσία του άλλου.

Αυτή η ερμηνεία της μοναχικότητας -και όχι τόσο η ίδια- είναι που μας αποσυντονίζει από τη δημιουργική πλευρά της και το ουσιαστικό της νόημα για την ύπαρξή μας.

Τελικά μπορώ να αντέξω τη μοναξιά μου;

Μπορώ να την αντέξω αν δεν τη βιώσω με έναν επώδυνο τρόπο αλλά αν την δω σαν ένα μήνυμα που μου λέει ότι χρειάζεται να ξαναβρώ τη σύνδεση με τους ανθρώπους, με τον εαυτό μου και με τη ζωή μου.

Μπορώ να την αντέξω αν την μετουσιώσω σε μοναχικότητα και τη δω σαν ευκαιρία να έρθω σε επαφή με τον εαυτό μου και τις ανάγκες του.

Συνειδητοποιώ ότι το να μένω μόνος-η μπορεί να έχει ένα άλλο νόημα για μένα. Μένω μόνος σημαίνει προσπαθώ να αποτραβηχτώ από τη βουή των άλλων και να ακούσω τον δικό μου εαυτό. Μπορώ να αποκτήσω ενσυναισθητική επαφή με τον εαυτό μου η οποία- σύμφωνα με τον Rosenberg -μου επιτρέπει να στραφώ με κατανόηση και ειλικρίνεια στις ανάγκες του εαυτού μου.

Όταν εστιάσω συνειδητά σε αυτό που έχω ανάγκη, αυθόρμητα κινούμαι προς τις δημιουργικές δυνατότητες που έχω για να καλύψω αυτή την ανάγκη.

Συναισθηματική ανάγκη πίσω από τη μοναξιά

Πίσω από το συναίσθημα της μοναξιάς μου ίσως κρύβεται μια ανάγκη μου που δεν έχει ικανοποιηθεί όπως η ανάγκη μου για ζεστασιά, για κατανόηση, για εκτίμηση, για σεβασμό, για νοιάξιμο και συναισθηματική ασφάλεια.

Ακόμα κι όταν νιώθω μόνος μέσα στη μοναχικότητά μου, γιατί δυσκολεύομαι να βρω την σύνδεση με εμένα τον ίδιο, μπορώ να πάρω την απόφαση να αλλάξω κάτι στον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Μπορώ, για παράδειγμα, να ζητήσω βοήθεια, αν νιώσω ότι η μοναχικότητα μου μου δημιουργεί άγχος και με φέρνει σε επαφή με δύσκολα κομμάτια του εαυτού μου που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να διαχειριστώ.

Σε κάθε περίπτωση όμως συνειδητοποιώ ότι μαθαίνοντας να μένω μόνος-η έρχομαι σε επαφή με εμένα. Δεν αποξενώνομαι από τις ανάγκες μου, αλλά τις αναγνωρίζω και τους δίνω χώρο να εκφραστούν. Και όταν συνδεθώ με εμένα τότε πια μπορώ να συνδεθώ και με τους άλλους. Αυτόματα το αίσθημα της μοναξιάς μου γίνεται λιγότερα επώδυνο και αρχίζει να φαίνεται ότι μπορώ και να το διαχειριστώ, αλλά και να το αντέξω.


Βιβλιογραφία

Deurzen, E., (2011) H ψυχοθεραπεία και η αναζήτηση της ευτυχίας, εκδόσεις Κοντύλι.

Ηirigoyen, M.F.,( 2008 ) Η μοναξιά στον εικοστό πρώτο αιώνα, εκδόσεις Πατάκη.

Rosenberg, M. (2016) Mη βίαιη επικοινωνία- Η γλώσσα της καρδιάς, εκδόσεις Κοντύλι.

Winnicott, D.W. (1969 ) La capacite d' etre seul, De la pediatrie a la psychanalyse, Payot, Paris.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Χαρά Πανταζοπούλου - Σύμβουλος Ψ.Υγείας

ΜΑ Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας - University of East London . Ατομική συμβουλευτική- συμβουλευτική ζεύγους, γονέων και εφήβων.