Η ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει το βρέφος τους αρχικούς μήνες της ζωής του είναι βαρύνουσας και καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη του ανθρώπου.

H σχέση αυτή είναι ο πρώτος συναισθηματικός δεσμός που συνάπτει το βρέφος κυρίως με την μητέρα του και είναι καθοριστικός για την ψυχοσωματική ανάπτυξη και την μετέπειτα πορεία του.

Σχέση προσκόλλησης

Το αν η σχέση αυτή καλλιεργηθεί σε κλίμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σε κλίμα απόρριψης και άρνησης, θα εξαρτηθεί η διαμόρφωση της συμπεριφοράς του ανθρώπου κατά την ωρίμανσή του.

Οι θετικές ή οι αρνητικές εμπειρίες που θα βιώσει o άνθρωπος κατά την βρεφική ηλικία θα σηματοδοτήσουν την μελλοντική ψυχοσύνθεση και συμπεριφορά του. Τα βιώματα της σχέσης προσκόλλησης διαμορφώνουν το είδος της προσκόλλησης που συνδέεται με την ψυχική υγεία και την ανάπτυξη μίας υγιούς προσωπικότητας του ατόμου.

Δεν είναι όμως μόνο η συμπεριφορά της μητέρας που καθορίζει την προσκόλληση.

Σύγχρονοι μελετητές αναφέρουν την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο, την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, τις πολιτισμικές επιρροές σαν παράγοντες διαμόρφωσης της προσκόλλησης.

Άγχος αποχωρισμού και άγχος για τα ξένα πρόσωπα

Το άγχος του αποχωρισμού και το άγχος για τα ξένα πρόσωπα είναι άμεσα αποτελέσματα της προσκόλλησης του βρέφους, για τα οποία απαιτούνται προσεκτικοί χειρισμοί καθώς το βρέφος βιώνει έντονα προβλήματα πόνου και αντιδράει φοβικά. Ο ρόλος των γονέων είναι πιο περίπλοκος από το να ανταποκρίνονται άμεσα στις βασικές, βιολογικές ανάγκες των παιδιών και την προστασία.

Η σημασία της προσκόλλησης πρέπει να υποστηριχθεί, αλλά σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες εξέλιξης και του περιβάλλοντος του ανθρώπου και με δεδομένο ότι ο άνθρωπος έχει τα δικά του μοναδικά στοιχεία, είναι ξεχωριστός και διαφορετικός.

Δημιουργώντας συναισθηματικό δεσμό

Τα βρέφη αναπτύσσουν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με συγκεκριμένα άτομα που βρίσκονται κοντά τους, αφοσιώνονται σε αυτό, είναι ψυχικά και συναισθηματικά διαθέσιμα και υπηρετούν τις ανάγκες τους. Το βρέφος αισθάνεται ασφάλεια και παρηγοριά και ο δεσμός γονέα-παιδιού αποτελεί την εδραίωση της πρώτης κοινωνικής σχέσης.

Είναι σημειωτέο ότι τα βρέφη στην αρχή της ζωής τους δεν μπορούν να αναπτύξουν ακόμη ιδιαίτερη σχέση με τα άτομα που τα φροντίζουν, γιατί δεν έχουν την δυνατότητα διαφοροποίησης.

Μετά τον έβδομο μήνα, ζητούν συγκεκριμένα άτομα που τα φροντίζουν. Σύμφωνα με τον Piaget, αυτό ερμηνεύεται διότι τα βρέφη δεν κατέχουν την έννοια της μονιμότητας του αντικειμένου και δεν μπορούν να προσανατολιστούν προς ένα απόν πρόσωπο ή αντικείμενο.

Τα μεγαλύτερα βρέφη μετά την ηλικία των επτά μηνών, μπορούν να ανακαλούν την εικόνα της μητέρας τους όταν αυτή αποχωρεί, παραμένουν προσανατολισμένα και το δείχνουν με το κλάμα τους προς εκείνη. Οι συνέπειες του χωρισμού είναι οδυνηρές, διότι η σχέση αγάπης γίνεται συγκεκριμένη, με το πρόσωπο που παρέχει φροντίδα και είναι αναντικατάστατη.

Αποκτήστε το βιβλίο Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου, από το εξειδικευμένο βιβλιοπωλείο ψυχολογίας της Πύλης μας.

Ο Πρώτος Συναισθηματικός Δεσμός

Η θεωρία της ασφάλειας, (Blatz, 1940) αναφέρει ότι τα βρέφη έχουν ανάγκη να αναπτύξουν ασφαλή εξάρτηση από τους γονείς τους πριν ξανοιχτούν σε νέες καταστάσεις. Ο Spitz απέδειξε ότι η σχέση είναι αποτέλεσμα της ποιότητας της προϋπάρχουσας σχέσης φροντίδας, γι’ αυτό το βρέφος υποφέρει από σύνδρομο θρήνου κατά τον αποχωρισμό, ενώ παράλληλα έστρεψε την προσοχή του στην συνθήκη της συναισθηματικής αμοιβαιότητας της σχέσης.

Τα μετέπειτα δεδομένα επιβεβαίωσαν τις επιπτώσεις του αποχωρισμού της μητέρας στο βρέφος αφού οι Bowlby (1951) και Robertson & Robertson (1971), κατέγραψαν την λύπη, την κατάθλιψη και την απάθεια του βρέφους.

Ο Bowlby (1961), συμπέρανε «για να αναπτυχθεί ψυχικά υγιές το βρέφος θα πρέπει να βιώσει μία ζεστή, στενή, αδιάκοπη σχέση με την μητέρα του ή το μόνιμο υποκατάστατό της, στην οποία σχέση βρίσκουν και οι δύο ικανοποίηση και ευχαρίστηση».

Αυτή η σχέση είναι μέρος ενός αριθμού έμφυτων συμπεριφορών οι οποίες εμφανίζονται και διαμορφώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου. Η σχέση ενεργοποιείται με πολύ συγκεκριμένα ερεθίσματα, ακολουθεί μια εξελικτική πορεία μέχρι να φτάσει στο τέρμα της και να ολοκληρωθεί.

Οι σχέσεις που διαμορφώνουν τα βρέφη

Τα βρέφη διαμορφώνουν σχέσεις όχι μόνο με τους γονείς, αλλά και με άτομα που αλληλεπιδρούν μαζί τους, αρκεί η ποιότητα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης να είναι τέτοια που θα καλύψει τις συναισθηματικές και ψυχολογικές ανάγκες του βρέφους.

Αυτό υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει τίποτε μαγικό στις σχέσεις εξ αίματος, και το βρέφος μπορεί να προσκολληθεί σε όποιο άτομο το φροντίζει, το ίδιο έντονα όπως στη μητέρα του. Αν μάλιστα συμπεριφέρονται και κινούνται στο ίδιο άξονα της διαδικασίας της ανατροφής του βρέφους, συνλειτουργούν και δρουν συμμετοχικά, δεν θα αντιμετωπίσει προβλήματα κοντά στο άτομο που παρουσιάζει υψηλό βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής μαζί του.

Η επιτυχία του προγράμματος της ανατροφής του βρέφους, συντονίζει τις δραστηριότητες και η γενική ευεξία που δημιουργείται βοηθά να γίνει το βρέφος μία ευπρόσδεκτη προσθήκη στην οικογένεια (Sprunger, Boyce & Gaines, 1985).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΔΕΣΜΟΥ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΗΣ ΑΡΘΡΑ:
Σε ποιον τύπο δεσμού ανήκεις σύμφωνα με τη θεωρία προσκόλλησης; (περιλαβάνεται ερωτηματολόγιο αυτοβοήθειας)
Διαταραχή Προσωπικότητας, έγκλημα και πρώιμες εμπειρίες προσκόλλησης.
Η θεωρία του δεσμού: Πώς είναι να είσαι μωρό;
Θεωρία δεσμού και επίδραση στην ψυχοθεραπεία.

Η ανταπόκριση των γονέων στις ανάγκες των βρεφών

Η Ainsworth (1982) δίνει μεγάλη σημασία στην ανταπόκριση των γονέων. Όταν η μητέρα αντιδρά άμεσα στις ανάγκες του βρέφους, διευκολύνει την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης μεταξύ τους και το βρέφος νιώθει ασφαλές και γεμάτο αυτοπεποίθηση. Έρευνες καταγράφουν ότι οι γονείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες του βρέφους, είναι ασυνεπείς και μη διαθέσιμοι ψυχολογικά, τα βρέφη είναι ανασφαλή, ψυχικά απομακρυσμένα και αμφιθυμικά.

Τα βρέφη εμφανίζουν δυσκολίες προσαρμογής και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση (Schaffer, 1996).

Το βρέφος αντιλαμβάνεται τη σταθερότητα, τη ζεστασιά, την αγάπη, την ευαισθησία από τους ανθρώπους που το φροντίζουν. Το άγγιγμα, η αγκαλιά, ο τόνος της φωνής, το βλέμμα, το φίλημα είναι συμπεριφορές που το βρέφος εισπράττει από τους γονείς καθώς και από τα άτομα που το φροντίζουν και αισθάνεται ασφαλές και προστατευμένο. Μόλις νιώσει τη σιγουριά των συναισθημάτων ανταποκρίνεται, επικοινωνεί, αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα που το φροντίζουν.

Μελέτες δείχνουν ότι αυτή η φάση είναι απαραίτητη στο πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης του βρέφους και αναπτύσσεται με άτομα που φροντίζουν το μωρό χωρίς απαραίτητα να είναι η μητέρα. Αυτό θεωρείται και το πρώτο βήμα στην κοινωνικοποίηση του παιδιού και είναι ο δεσμός που εδραιώνει την σχέση του βρέφους με την μητέρα του. Τα παιδιά συνδέονται με τα άτομα εκείνα που φροντίζουν αξιόπιστα τις ανάγκες τους υποστηρίζει ο Erikson (1963).

Η επικοινωνία κατά την βρεφική ηλικία

Ο Spitz (1983) επέλεξε την λέξη «διάλογος» για να τονίσει και να περιγράψει την διεργασία επικοινωνίας κατά την βρεφική ηλικία. Ο «διάλογος» αυτός βασίζεται στην συναισθηματική αμοιβαιότητα και παρέχει προσαρμοστικές πληροφορίες τόσο για το γονέα, όσο για το βρέφος. Η διαδικασία αυτή παρότι δεν βασίζεται στον λεκτικό διάλογο είναι μια σύνθετη και αμφίδρομη μορφή επικοινωνίας, αφού το βρέφος επηρεάζει τον γονέα και ο γονέας το βρέφος (Bell & Harper, 1977).

Το βρέφος που νιώθει την αποστέρηση, μπορεί να είναι πολύ ανθεκτικό με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει ένα περιβάλλον που θα του παρέχει και θα αναπληρώσει την απουσία της μητέρας και θα είναι το συναισθηματικό υποκατάστατό της, όταν το βρέφος στερείται αυτή την συναλλαγή (Spitz, 1955• Clark&Clark, 1976• Kagan, 1978), δεδομένου ότι η συνηθισμένη εμπειρία φροντίδας, δεν περιορίζεται μόνο σε ένα πρόσωπο (Clarke-Stewart, 1977 •Lamb, 1978).

Στάδια ανάπτυξης του δεσμού

Ο συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσει το βρέφος κατά την εξέλιξη της βρεφικής ηλικίας, περνάει από συγκεκριμένες φάσεις και πηγάζει από την ανάγκη ικανοποίησης βιολογικών και ψυχικών αναγκών.

Η πρώτη φάση είναι η αδιαφοροποίητη προσκόλληση στην οποία το βρέφος, ενώ δείχνει σημεία προσκόλλησης, δεν υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι η αδιαφοροποίητη κοινωνική απαντητικότητα. Το βρέφος κλαίει, αν κάποιος το αφήσει στην κούνια, όποιο και να είναι αυτό το πρόσωπο. Αυτή τη φάση τη συναντάμε στους 2 πρώτους μήνες και χαρακτηρίζεται ως φάση πριν την προσκόλληση.

Η επόμενη φάση είναι μία προσκόλληση υπό διαμόρφωση, αφού διαρκεί μέχρι τον έβδομο μήνα και το βρέφος αρχίζει να αναγνωρίζει τα οικεία πρόσωπα και να έρχεται σε επαφή με αυτά.

Μετά τον έβδομο μήνα η προσκόλληση γίνεται σαφής, με κύρια χαρακτηριστικά το φόβο προς τα ξένα άτομα και το άγχος του αποχωρισμού. Η προσκόλληση αυτής της φάσης μπορεί να είναι και μονοπροσωπική και το βρέφος να εκδηλώνει έντονες αντιδράσεις προς ένα μόνο πρόσωπο αλλά και πολυπροσωπική, δηλαδή να διαμορφώνει πολλαπλές προσκολλήσεις και σε άλλα άτομα που το φροντίζουν.

Τέλος, μετά τον δεύτερο χρόνο, αρχίζουν τα παιδιά να κατανοούν τις ανάγκες των γονέων και οι σχέσεις τους γίνονται αμφίδρομες. Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από την συντροφικότητα και την σωστή στόχευση. Μέσα από την διαδικασία της ωρίμανσης τα παιδιά αλληλεπιδρούν με τους γονείς σταθερά και στενά και η συμπεριφορά τους δεν είναι πια αντανακλαστική αλλά σκόπιμη.

Τύποι προσκόλλησης-δεσμού

Ο τρόπος με τον οποίο ένα βρέφος συσχετίζεται με την μητέρα του και η αλληλεπίδρασή τους καθορίζουν πώς αισθάνεται ένα παιδί για τον εαυτό του και το επηρεάζουν μέχρι την ενήλικη ζωή.

Το βρέφος όντας αδύναμο, μετά την γέννηση του, για να μπορέσει να επιβιώσει, όντας εξαρτημένο, αναπτύσσει ισχυρό δεσμό με την μητέρα του. Ο Bοwbly αναφέρει ότι η ίδια η φύση ρυθμίζει αυτή τη δυαδική σχέση ελέγχου των συναισθημάτων, με διάφορες έμφυτες συμπεριφορές οι οποίες εξυπηρετούν την επικοινωνία με την μητέρα.

Η συμπεριφορά της μητέρας σηματοδοτεί το είδος του συναισθηματικού δεσμού που θα αναπτυχθεί και ενεργοποιεί το σύστημα της προσκόλλησης το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την προσοχή και την ψυχική, συναισθηματική και σωματική διαθεσιμότητα της μητέρας.

Όταν η στάση της μητέρας διακρίνεται από άμεση ανταπόκριση και αποδοχή και η συμπεριφορά της είναι εναρμονισμένη με τις ανάγκες του βρέφους, τότε μεγαλώνει με αισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης και αναφερόμαστε στην ασφαλή προσκόλληση. Η εκφραστική μητέρα που δείχνει κατανόηση και με την στάση της υποστηρίζει την σταδιακή ανεξαρτητοποίηση του βρέφους, μαθαίνει το παιδί να είναι εξωστρεφές, να ζητά και να δέχεται βοήθεια, να συνάπτει εύκολα φιλίες με τα άλλα παιδιά με αποτέλεσμα την υψηλή αυτοεκτίμηση του βρέφους.

Αυτός είναι δεσμός ασφάλειας που κάνει το βρέφος να αισθάνεται άνετα, να αλληλεπιδρά με χαρά, να εξερευνά με την παρουσία της μητέρας. Δείχνει στενοχωρημένο όταν φεύγει και ευτυχισμένο και ευχαριστημένο όταν επιστρέφει.

Ανασφαλής και αποφευκτική προσκόλληση

Στην αντίθετη κατεύθυνση έχουμε την ανασφαλή και αποφευκτική προσκόλληση όπου η μητέρα είναι ψυχρή ή απορριπτική. Δεν ανταποκρίνεται άμεσα, είναι τιμωριτική, αντιδράει με θυμό όταν το παιδί εκφράζει έντονα συναισθήματα. Ακόμη και κατά την διάρκεια του ταΐσματος ή της καθαριότητας είναι απόμακρη και δεν δείχνει καθόλου διαθέσιμη στα «σήματα» του βρέφους για προσοχή και επαφή.

Αυτός είναι ανασφαλής δεσμός που κάνει το παιδί να μην εμπιστεύεται εύκολα, να φοβάται την απόρριψη και την εγκατάλειψη. Οι αντιδράσεις του παιδιού είναι φοβικές, χαρακτηρίζονται από θυμό αλλά και αδιαφορία κατά την επιστροφή της μητέρας του ή αγνοεί εντελώς το πρόσωπο της μητέρας.

Αγχώδης-αμφιθυμική προσκόλληση

Η αγχώδης-αμφιθυμική και με αντίσταση προσκόλληση, προκαλείται από μητέρα που έχει εναλλαγές στην συμπεριφορά της. Από την μία είναι θερμή και την άλλη ξαφνικά ψυχρή, άλλοτε απόμακρη, άλλοτε τρυφερή και είναι απρόβλεπτη στην ανταπόκρισή της. Παράλληλα νιώθει άγχος και ετοιμότητα για ένα πιθανό κίνδυνο που συνήθως δεν είναι υπαρκτός.

Το βρέφος διχάζεται, χάνει την επαφή με την μητέρα, νιώθει ανασφάλεια και άγχος. Η έλλειψη ευαισθησίας και η αδιάκριτη στάση της μητέρας κάνει το βρέφος να βιώνει αγχώδη προσκόλληση, να έχει χαμηλή ενεργητικότητα, να είναι έντονα καταστροφικό και με χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Τα βρέφη αυτά παρουσιάζουν αμφίσημη στάση και διάθεση. Από τη μία προσκολλούνται, ενώ την άλλη αντιστέκονται, από την άλλη αναζητούν την μητέρα, ενώ αγωνίζονται να ξεφύγουν.

Αποδιοργανωμένη προσκόλληση

Τέλος, υπάρχει η αποδιοργανωμένη προσκόλληση (Main & Hesse, 1990), στην οποία επί της ουσίας δεν υπάρχει δεσμός, είναι δυσλειτουργικός χωρίς ουσιαστική σχέση. Στην περίπτωση αυτή η κατάσταση είναι ψυχοπαθολογική και με μόνιμα προβλήματα στην ενήλικη ζωή. Τα βρέφη δεν έχουν καμία προβλέψιμη συμπεριφορά, δεν μπορούν να παρηγορηθούν όταν είναι αναστατωμένα και στενοχωρημένα, νιώθουν φόβο, σύγχυση, δεν εμπιστεύονται, είναι απόμακρα, μοναχικά, καταπιέζουν τα συναισθήματά τους.

Μελέτες απέδειξαν ότι με την πάροδο του χρόνου και κατά την ωρίμανση, η κατηγοριοποίηση του δεσμού, μπορεί να προβλέψει την ποιότητα των κοινωνικών επαφών στην παιδική και εφηβική ηλικία (Egeland, Carlson & Sroufe), ενώ οι τύποι του δεσμού που τείνουν να μένουν σταθεροί με τα πρόσωπα φροντίζουν το βρέφος, παίζουν το ρόλο του βασικού προτύπου στις μετέπειτα σχέσεις τους.

Θεωρία της ενήλικης προσκόλλησης

(Hazan & Saven, Kim Battholomew)

Η θεωρία της προσκόλλησης του Bοwbly που αναφέρεται στον συναισθηματικό δεσμό μητέρας-βρέφους γίνεται μοντέλο στις μετέπειτα σχέσεις. Κατά την διαδικασία της κοινωνικής εξέλιξης του, κατασκευάζει εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα, ή νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού του και των προτύπων αλληλεπίδρασης. Μέσα από τα μοντέλα οργανώνεται η κοινωνική συμπεριφορά, διαμορφώνονται οι αντιλήψεις, η στάση, οι πεποιθήσεις, οι προσδοκίες και η βίωση των συναισθημάτων.

Η Brethrton, υποστηρίζει ότι ένα εσωτερικευμένο μοντέλο εργασίας χρησιμοποιείται από το παιδί για να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει μπροστά σε νέες καταστάσεις, ενώ όταν συναλλάσσεται με ανθρώπους που μπορεί να χρησιμοποιήσει το μοντέλο εργασίας, αναμένεται να το χρησιμοποιήσει σε όλες τις σχέσεις του (Sroufe & Fleeson, 1980).

Η ασφαλής βρεφική προσκόλληση

Η ασφαλής βρεφική προσκόλληση δημιουργεί έναν ασφαλή τύπο ενήλικου ατόμου. Το χαμηλό άγχος, οι καλές διαπροσωπικές σχέσεις, η αισιόδοξη στάση, η ανεξαρτησία, η αυτοπεποίθηση, η ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων, οι ζεστές οικογενειακές σχέσεις είναι χαρακτηριστικά του ασφαλούς τύπου.

Οι ενήλικες που βιώσαν την ασφάλεια δημιουργούν σταθερές σχέσεις, δεν φοβούνται την αποτυχία, μπορούν να τη διαχειριστούν, ελέγχουν το θυμό, θέτουν ωφέλιμους στόχους, έχουν υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη.

Η ανασφαλής βρεφική προσκόλληση

Η ανασφαλής βρεφική προσκόλληση, δημιουργεί έναν τύπο ανασφαλή με χαρακτηριστικά άγχους και υψηλής αποφυγής. Είναι άνθρωποι αρνητικοί, αποστασιοποιημένοι και αδιάφοροι, με ζήλεια και αποφεύγουν την κοινωνική επαφή καθώς δεν ανοίγονται εύκολα. Έχουν ψυχρές σχέσεις, καταπιέζουν τα συναισθήματά τους, δεν παρέχουν και δεν δέχονται στήριξη.

Σαν ενήλικοι δεν εμπιστεύονται εύκολα, έχουν συναισθηματικές διακυμάνσεις, δεν έχουν σχέσεις οικειότητας με άλλους ανθρώπους και δεν αποζητούν σωματική εγγύτητα.

Η αμφιθυμική και αγχώδης προσκόλληση

Η αμφιθυμική και αγχώδη προσκόλληση αναπτύσσει άτομα με υψηλό άγχος, εμμονή και ανασφάλεια στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι ενήλικες αυτού του είδους προσκόλλησης παρουσιάζουν αρνητικά συναισθήματα, συναισθηματικές υπερβολές, ζήλεια, εμμονές, χαμηλή αυτοεκτίμηση και φόβο απόρριψης και εγκατάλειψης.

Παράλληλα είναι ιδιαίτερα εκφραστικοί και παρορμητικοί. Έχουν θετική εικόνα για τους άλλους και αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους, είναι υποχωρητικοί και βρίσκονται σε μόνιμη σύγχυση.

Αποδιοργανωμένη προσκόλληση

Τέλος η αποδιοργανωμένη προσκόλληση, είναι μία προσκόλληση που δημιουργεί ενήλικες με υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν προβλήματα συμπεριφοράς. Ο ενήλικας, έχει αρνητικά συναισθήματα για τον εαυτό του και τους άλλους, δυσμενές οικογενειακό περιβάλλον και μπορεί σαν γονέας να είναι επιθετικός ή καταθλιπτικός. Χαρακτηρίζεται από νευρωτισμό και χαμηλά επίπεδα κοινωνικής υποστήριξης.

Ο Ganahl (2001), αναφέρει ότι τα εγκαταλελειμμένα παιδιά ή τα παιδιά που στερήθηκαν αγάπης, ή αυτά που δέχτηκαν υπερβολικό έλεγχο ή επικρίσεις, επαναλαμβάνουν το ανασφαλές, αποφευκτικό και αμφιθυμικό μοτίβο, στην ενήλικη ζωή τους, προκειμένου να μετριάσουν την οργή που βίωσαν.

Παράγοντες προσκόλλησης

Ο Bowlby και η Ainsworth μελέτησαν την προσκόλληση επικεντρώνοντας την προσοχή τους στη μητέρα ή στο μητρικό πρότυπο που την αντικαθιστά. Σήμερα βέβαια επικρατεί η άποψη ότι για την προσκόλληση εκτός από την συμπεριφορά της μητέρας συμβάλλουν επίσης τα χαρακτηριστικά του βρέφους, το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο της οικογένειας, καθώς και πολιτισμικοί παράγοντες.

Η συμπεριφορά της μητέρας (Ainsworth, Bell, 1969) σχετίζεται με το τι είδους προσκόλληση έχει το βρέφος. Οι μητέρες που αναγνωρίζουν και ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες του βρέφους παρουσιάζουν ασφαλή προσκόλληση κυρίως, δε, όταν η μητέρα συγχρονίζει την συμπεριφορά της με αυτή του παιδιού της. Στην αντίθετη περίπτωση μητέρες που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του βρέφους έχουν παιδιά με την ανασφαλή προσκόλληση.

Οι Thomas και Chess (1984) έδωσαν μεγάλη βαρύτητα στο «καλό ταίριασμα», διότι όταν υπάρχει συμβατότητα ιδιοσυγκρασιών και προσωπικών χαρακτηριστικών γονέων και παιδιών, ευνοούνται οι σχέσεις τους και τα παιδιά θα λάβουν μια ανατροφή χωρίς διαταραχές.

Ιδιοσυγκρασία βρεφών

Τα βρέφη παρουσιάζουν διαφορετικό βαθμό ευσυγκινησίας, ευαισθησίας και σε ό,τι αφορά την προσαρμοστικότητα και στην αντίδραση των ερεθισμάτων, έχουν τις δικές τους ατομικές διαφορές. Aνάλογα με την ιδιοσυγκρασία επηρεάζεται διαφορετικά η προσκόλληση (Stevenson-Hinde, 1991). Τα βρέφη με δύσκολη ιδιοσυγκρασία, προκαλούν περισσότερες συγκρούσεις με την μητέρα τους, αναφέρουν οι Lee και Bates (1985), ενώ ο Rutter (1987) αναφέρει ότι τα βρέφη με δύσκολη ιδιοσυγκρασία, είναι αντικείμενο και στόχος επαναληπτικών γονεΐκών επικρίσεων.

Παράλληλα, διαπιστώθηκαν επίπεδα ανθεκτικότητας στο «ευάλωτο» του παιδιού που διαμορφώνεται από συγκρούσεις, την κοινωνική παρέκκλιση ή την κοινωνική μειονεξία, καθώς βρέφη μπορούν να ανακάμπτουν γρήγορα, ανάλογα με τις ατομικές διαφορές, σε ψυχοπιεστικές καταστάσεις (Cichetti & Garmezy, 1993 •Rutter, 1988).

ΠολιΤΙσμικές και κοινωνικο-οικονομικές επιρροές στην προσκόλληση

Το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο των μητέρων (Schaefer & Bayley, 1960) καθώς και οι συνθήκες ζωής και διαβίωσης του παιδιού (Vaughn, 1979), σχετίζεται με την προέλευση της συμπεριφοράς τους και το είδος του δεσμού που θα αναπτυχθεί. Οι μητέρες με υψηλό κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο καταγράφονται ως πιο θερμές και δείχνουν μεγαλύτερη αποδοχή και κατανόηση. Οι μητέρες με χαμηλό επίπεδο, δείχνουν πιο τιμωρητικές, ευερέθιστες και ελεγκτικές.

Υπάρχουν ερευνητές που υποστηρίζουν ότι και οι πολιτισμικές συνθήκες της κοινωνίας επηρεάζουν το είδος προσκόλλησης του βρέφους. Αυτό οφείλεται επειδή οι ομάδες διαφοροποιούνται ανάλογα με τις αξίες, τις πεποιθήσεις, τους στόχους κοινωνικοποίησης, την συνεκτικότητα του θεσμού της οικογένειας, τις παραδόσεις, τα θρησκευτικά ήθη και τις κοινωνικές νόρμες που την καθορίζουν (Sagi, Koren -Karie, 1991).

Άγχος αποχωρισμού και άγχος προς τα ξένα πρόσωπα

Ένα άμεσο αποτέλεσμα της προσκόλλησης είναι η εκδήλωση άγχους του βρέφους για τον αποχωρισμό. Το βρέφος κυρίως μετά τον 10ο μήνα νιώθει δυσφορία όταν η μητέρα του απομακρύνεται, θέλει να διατηρεί οπτική και σωματική επαφή. Συχνά προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρίσκεται κοντά της και ακολουθεί τις μετακινήσεις της. Όταν η μητέρα φύγει από το περιβάλλον του, εκείνο βιώνει μεγάλο άγχος, κλαίει, φωνάζει, χτυπιέται στο πάτωμα και αγνοεί οτιδήποτε βρίσκεται γύρω του. Το άγχος κλιμακώνεται και κορυφώνεται από τον 13ο έως τον 18ο μήνα.

Μελέτες δείχνουν ότι η αντίδραση αυτή περνάει μέσα από τρείς φάσεις: την φάση διαμαρτυρίας, στην οποία έχουμε την άμεση απώλεια του γονέα, και ο βαθμός της απώλειας μπορεί να είναι τόσο μεγάλος και ο πανικός του βρέφους μη διαχειρίσιμος, ώστε να μην γίνεται αντιληπτό ούτε από τους γονείς του.

Η επόμενη φάση είναι της απόγνωσης, κατά την οποία η διαμαρτυρία υποχωρεί βαθμιαία, αλλά αυξάνεται η απόγνωσή τους. Τα παιδιά αντιδρούν με απάθεια, και δέχονται φροντίδα χωρίς διαμαρτυρία.

Η τελευταία είναι η φάση της αποδέσμευσης στην οποία τα βρέφη κλαίνε λιγότερο και αποδέχονται τα πρόσωπα που βρίσκονται μαζί τους για να τα προσέχουν και να τα φροντίζουν.

Άγχος για τον ξένο

Το άγχος για τα ξένα πρόσωπα είναι επίσης ένα από τα αποτελέσματα της προσκόλλησης. Τον 7ο μήνα αρχίζει το βρέφος να έχει διαφορετική συμπεριφορά προς τους ξένους. Ενώ αρχικά χαιρόταν με όποιο πρόσωπο το πλησίαζε και του χαμογελούσε, τώρα δείχνει ανήσυχο και δυσφορεί. Το άγχος δεν αφορά τα ξένα πρόσωπα προς αυτό, αλλά είναι αντίδραση προς μία αποκλίνουσα μορφή.

Μέσα από την διαδικασία της ωρίμανσης και εξαιτίας της στενής συναναστροφής με την μητέρα του, σχηματίζει μία σαφή εικόνα, ένα γνωστικό σχήμα του προσώπου της. Κάθε πρόσωπο που διαφέρει από την γνωστή οπτική εικόνα, του προκαλεί άγχος και φοβικές αντιδράσεις.

Τα βρέφη έχουν δική τους ατομική συμπεριφορά

Το νεογέννητο δεν είναι παθητικό ον και επηρεάζει τους ανθρώπους που είναι γύρω του ενώ ταυτόχρονα επηρεάζεται και από αυτούς. Τα βρέφη έχουν δική τους ατομική συμπεριφορά που ο ενήλικας για να επικοινωνήσει μαζί τους πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα στο χαρακτήρα του νεογέννητου. Η αλληλεπίδραση γονέα-παιδιού, είναι αμφίδρομη και εκτείνεται σε ένα τεράστιο εύρος συμπεριφορών. Με το πέρασμα του χρόνου και την διαδικασία της ωρίμανσης, η αντανακλαστική συμπεριφορά του βρέφους παραχωρεί την θέση της στην σκόπιμη συμπεριφορά.

Οι συμπεριφορές αυτές διαμορφώνονται με την εξέλιξη του παιδιού, επειδή αυξάνουν την ανάγκη του παιδιού για επιβίωση.

Κατά τον Bowlby, ο βασικός ρόλος της προσκόλλησης είναι η ασφάλεια και η δυνατότητα για εξερεύνηση.

Η ανάγκη αυτή, διατηρείται σε λανθάνουσα μορφή και στην ενήλικη ζωή. Μετέπειτα η Ainsworth, υποστήριξε ότι το βρέφος ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται την απειλή ή την ασφάλεια, αντιδρά στην εξερεύνηση, στην κοινωνικότητα, την επιφυλακτικότητα.

'Η συμπεριφορά και το σύστημα προσκόλλησης, ενεργοποιούνται και επηρεάζονται από το χώρο, το βαθμό εξοικείωσης, τα γεγονότα που βιώνει, την ψυχική διάθεσή του και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού (Συνθήκη του Ξένου).

Μελέτες και θεωρίες για την βρεφική προσκόλληση

Μελέτες των Shaffer και Emerson (1964), μέσα σε φυσικό περιβάλλον και κάτω από ποικιλία συνθηκών, διαπίστωσαν ότι το βρέφος μπορεί να δημιουργήσει περισσότερες προσκολλήσεις εκτός από την μητέρα, χωρίς απαραίτητα να είναι πρόσωπα της οικογένειας. Οι Feeney & Noller (1996) εξέλιξαν την πολυπροσωπική προσκόλληση λέγοντας ότι οι σχέσεις δεν είναι όλες της ίδιας σπουδαιότητας και βαρύτητας και είναι ιεραρχικά διατεταγμένες με την μητέρα στην κορυφή της πυραμίδας.

Η ψυχαναλυτική θεωρία και ο Freud, ερμηνεύουν τον δεσμό του βρέφους και της μητέρας, σαν προϊόν ικανοποίησης βιολογικών ενστίκτων του βρέφους, σαν μια δευτερογενή διαδικασία, που το βρέφος προσκολλάται στα πρόσωπα που ικανοποιούν τις ανάγκες του και μειώνουν τις ψυχικές εντάσεις του.

Ο Harry Harlow, μετά από πειράματα σε πιθήκους, απέδειξε ότι η προσκόλληση δεν αφορά αποκλειστικά την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών, αλλά και την σωματική επαφή. Απέδειξε ότι η μητρική αγκαλιά διαμορφώνει την σχέση παιδιού και μητέρας και αλληλεπιδρά στην διαπροσωπική ζεστασιά.

Ο Thomoson αναφέρει: «η παιδική προσκόλληση δίνει μορφή στις διαδικασίες ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου και καθώς η προσωπικότητα ωριμάζει ασκεί διαρκή επιρροή στις ψυχοκοινωνικές λειτουργίες».

Εσωτερική αναπαράσταση βρεφικής προσκόλλησης

Η εσωτερική αναπαράσταση της πρώτης προσκόλλησης, αντικατοπτρίζει πόσο έμπιστη και ασφαλής ήταν η σχέση και προσδιορίζει πόσο άνετα ή όχι νιώθει ένα παιδί στην θέα ενός νέου προσώπου, εάν αισθάνεται εμπιστοσύνη και σιγουριά για να συνάψει μία ενδεχόμενη σχέση. Αυτό που εσωτερικεύεται από την εμπειρία της προσκόλλησης είναι η ποιότητα της σχέσης του παιδιού με τον γονέα και όχι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του γονέα (Sroufe & Fleener, 1986).

Επίκτητο αίσθημα ανεπάρκειας

Η μειωμένη προσοχή στα παιδιά αναπτύσσει «επίκτητο αίσθημα ανεπάρκειας», αφού τα παιδιά νιώθουν πως ό,τι και να κάνουν, δεν επηρεάζουν την κατάσταση που λαμβάνουν μέρος, με αποτέλεσμα να γίνονται παθητικά και να χάνουν την επιθυμία να ενεργήσουν (Fincham & Cain, 1986 •Seligman, 1975).

Αλληλοσυμπληρούμενες θεωρίες

Όλες οι θεωρίες παρότι συχνά συγκρούονται, διαπιστώνουμε με το πέρασμα των χρόνων και των διαρκών μελετών ότι αλληλοσυμπληρώνονται, με κύριο χαρακτηριστικό την σπουδαιότητα της αποκλειστικής σχέσης του βρέφους με την μητέρα του που βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας των προσκολλήσεων.

Η McGraw (1983) υποστήριξε ότι κανένας επιστημονικός κλάδος δεν θα μπορούσε να μονοπωλήσει την ανάπτυξη γιατί τα όρια διαπερνούν τα σύνορα πολλών επιστημών.

Δεδομένου των συγκρούσεων γενετιστών-συμπεριφοριστών, οι θεωρητικές αντιπαραθέσεις συχνά φτάνουν σε όρια δογματικών αντιθέσεων.

Η ατομικότητα, με τις ποικίλες συνθήκες συναλλαγής, πρέπει να συνεκτιμηθούν ώστε να αναδειχθεί η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της ανάπτυξης του παιδιού, ενώ παράλληλα το εύρος των συμπεριφορών των παιδιών, δεν πρέπει να το προσδιορίζουμε με βάση ορισμένα στοιχεία και ορισμένες πράξεις, αλλά σαν αντικείμενο μελέτης της γενετικής, του περιβάλλοντος, του ατόμου, οι οποίες συγκλίνουν στην διεργασία της ανάπτυξης του βρέφους (αλληλενέργεια ατόμου-πλαισίου).


Βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1994). Δημιουργία και Διακοπή των Συναισθηματικών Δεσμών. (Π. Στρατή, μετάφρ.). Αθήνα: Καστανιώτης. (Πρωτότυπη έκδοση 1979)
Cole, M., Cole, S. (2011). Η ανάπτυξη των παίδων. Η αρχή της ζωής: Εγκυμοσύνη, Τοκετός, Βρεφική Ηλικία. Γνωστική και Ψυχοκοινωνική Ανάπτυξη κατά την νηπιακή και μέση παιδική ηλικία. (Μ. Σόλμαν, μετάφρ.) Αθήνα: Τυπωθήτω - Δαρδανός.
Fontana, D. (1996). Ψυχολογία για εκπαιδευτικούς. (Μ. Λώμη, μετάφρ.) Αθήνα: Σαββάλας.
Holmes, J. (2009). Ο J. Bowlby και η Θεωρία του Δεσμού. (Γ. Αθανασίου, Θ. Αθανασίου, μετάφρ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Schaffer, R. (1996). Η κοινωνικοποίηση του παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του. (Ε. Γαλανάκη, μετάφρ .) Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Stern, D. (1988). Η Πρώτη Σχέση: Μητέρα και Βρέφος -η πιο αποφασιστική περίοδος για την εξέλιξη του παιδιού. (Α. Κελεσίδου, μετάφρ.). Αθήνα: Π. Κουτσούμπος Α.Ε. (Πρωτότυπη έκδοση 1997).
Δημητρίου-Χατζηνεοφύτου, Λ. (2001). Τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Καφέτσιος, Κ. (2005). Δεσμός, Συναίσθημα και Διαπροσωπικές Σχέσεις. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός
Κουγιουμτζάκης, Γ. (1997). Αναπτυξιακή Ψυχολογία. Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Νόβα - Καλτσούνη, Χ. (2008). Εγχειρίδιο Μελέτης. Εξετάζοντας την εξέλιξη κατά την πρώτη παιδική ηλικία. Εκδόσεις Ε.Α.Π.
Παρασκευόπουλος, Ι. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία. Ψυχολογική θεώρηση της πορείας της ζωής από την σύλληψη ως την ενηλικίωση. Γενικές έννοιες και ορισμός της Εξελικτικής Ψυχολογίας: Προγεννητική Περίοδος και Βρεφική Ηλικία. (τόμος 1) Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Ειρήνη Παπαγιάννη

eirini papagianniΠτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική, με Ειδικότητα στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.