Η «σκληρή αγάπη» και η «πειθαρχία» αποτελούν συχνές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της κακομεταχείρισης. Από όλα τα ρητά, υπάρχει ένα που απεχθανόμαι περισσότερο: «Τα ραβδιά και οι πέτρες μπορεί να σπάσουν τα κόκκαλά μου , αλλά τα λόγια δε θα με πληγώσουν ποτέ.»

Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο ψεύτικο από αυτή τη διατύπωση, ενώ παράλληλα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που την υποστηρίζουν. Αυτό το ρητό ενισχύει την πολιτισμική άποψη ότι οι λέξεις είναι απλώς λέξεις και ότι η λεκτική κακοποίηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν μάλλον καλοήθη ή πολύ μακρινό ξάδερφο της σωματικής κακοποίησης. Αυτό δεν ισχύει.

Όμως για πολλούς, η σωματική κακοποίηση αποτελεί μονάδα μέτρησης σε σχέση με τη λεκτική κακοποίηση. Πολιτισμικά, αυτός ο ισχυρισμός αποτυγχάνει.

Στην πραγματικότητα, τα ευρήματα μιας έρευνας αποδεικνύουν ότι στην παιδικη ηλικία, η λεκτική βία μπορεί να αλλάξει την αναπτυσσόμενη δομή του εγκεφάλου.

Επιπλέον, γνωρίζουμε από πολυάριθμες ψυχολογικές μελέτες ότι τα παιδιά εσωτερικεύουν τα μηνύματα που μεταδίδονται μέσω της λεκτικής βίας που εισπράττουν - ότι είναι ανόητα, ανεπαρκή ή κατώτερα. Πιστεύουν ότι δεν αξίζει κάποιος να τους μιλήσει ή να τους ακούσει πραγματικά, ότι δεν τους αξίζει να αισθάνονται πως τα συμπαθούν και τα αγαπούν. Ειδικότερα, επειδή τα κακοποιητικά λόγια εκφέρονται από έναν παντογνώστη γονέα ή κάποιον ενήλικα, γίνονται η βάση για την πεποίθηση του παιδιού ότι αυτές αποτελούν «θεμελιώδεις» αλήθειες για τον εαυτό του.

Xωρίς την παρέμβαση κάποιου ειδικού ή θεραπευτή που να μπορεί να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να βοηθήσει τα άτομα να αντισταθούν σε αυτές τις πεποιθήσεις για τον εαυτό τους, τα τελευταία τις μεταφέρουν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και μετέπειτα στο πρώτο στάδιο της ενηλικίωσης ή ακόμη και στα τέλη αυτής.

Τα παιδιά που έχουν υποστεί λεκτική κακοποίηση, συνήθως δεν είναι ψυχικά υγιείς ως ενήλικες.

Οριζοντας τη λεκτικη βια

Πέρα από το ρητό που αναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο, υπάρχει μια γενικότερη σύγχυση γύρω από την έννοια της «λεκτικής κακοποίησης» και τα προϊόντα που τη συνθέτουν. Πάνω στην ένταση της στιγμής, υπάρχει κάποιος από μας που δε δέχτηκε ποτέ μια προσβολή ή ακόμη, ο ίδιος δεν προσπάθησε να μειώσει το διπλανό του;

Οδηγούμενη από συνεντεύξεις και έρευνα που πραγματοποίησα για το επερχόμενο βιβλίο μου, βρήκα ποια είναι τα στοιχεία αυτά που διακρίνουν τη λεκτική βία και κακοποίηση:

  • Η λεκτική βία πραγματοποιείται στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων και η ψυχική βλάβη που προκαλείται αυξάνεται ανάλογα με τη σημασία της εκάστοτε σχέσης. Ένα κακοποιητικό σχόλιο από κάποιον άγνωστο μπορεί να είναι ιδιέταιρα ενοχλητικό, αλλά δεν είναι ικανό να προκαλέσει μόνιμη ψυχική βλάβη. Οι κακοποιητές στους οποίους στηριζόμαστε, χρειαζόμαστε ή ακόμη αγαπούμε, είναι αυτοί που προκαλούν μόνιμες πληγές στον ψυχισμό μας.
  • Η λεκτική κακοποίηση ευδοκιμεί σε μια σχέση που υπάρχει ανισορροπία δύναμης. Μια τέτοια κατάσταση συναντούμε κυρίως στις σχέσεις γονέα-παιδιού ή δασκάλου-μαθητή, αλλά επιπλέον σε σχέσεις ενηλίκων, στις οποίες το ένα άτομο κατέχει εξουσία πάνω στο άλλο.

Η δύναμη αυτή που διαθέτει το άτομο που εξουσιάζει, μπορεί να έχει μορφή οικονομική, συναισθηματική, ή και ένα συνδυασμό των δύο. Η χρήση λεκτικής κακοποίησης από το άτομο που εξουσιάζει προς το «αδύναμο», είναι ένας τρόπος διατήρησης ισχύος και ελέγχου.

  • Η λεκτική κακοποίηση ενέχει κίνητρο και συνέπεια και η πρόθεσή της είναι η περιθωριοποίηση του ατόμου που την υφίσταται, ενισχύοντας παράλληλα τη δύναμη του ατόμου που την προκαλεί. Έτσι, γίνεται αντιληπτό, πως ένα περιστατικό λεκτικής βίας δε θα συμβεί μία μοναδική φορά, αλλά θα συνεχίσει να συμβαίνει, προς όφελος του κακοποιητή.
  • Η λεκτική βία συχνά κανονικοποιείται ή δικαιολογείται από το άτομο που την υφίσταται, επειδή ο κακοποιητής είναι συναισθηματικά σημαντικός γι’αυτό. Στην περίπτωση που δέχεται τη βία ένα παιδί, δε βρίσκεται ακόμη σε θέση να τη διακρίνει, αφού δε γνωρίζει πως μοιάζει η φυσιολογική συμπεριφορά. Αυτή η κατάσταση ενισχύεται από τους εξορθολογισμούς των ίδιων των γονέων (π.χ. «Προσπαθώ μόνο να σας δυναμώσω γιατί η ζωή είναι δύσκολη» ή «Δε θέλω να νομίζεις ότι είσαι σημαντικός διότι θα έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου») ή η μετατόπιση ευθυνών που είναι μια άλλη μορφή λεκτικής βίας (π.χ. «Δε θα σου φώναζα εάν συμπεριφερόσουν αλλιώς εξαρχής» ή «Δε μου αρέσει να σου φωνάζω αλλά εσύ με προκαλείς να το κάνω») ή η επιμονή ότι η λεκτική κακοποίηση χρησιμοποιείται για το καλό και την εξέλιξη του παιδιού («Ονομάζεται «σκληρή αγάπη» γιατί κάποιος πρέπει να σε καταπιέζει ώστε να πετύχεις» ή «Αν δε σε πίεζα, δε θα είχες καταφέρει ποτέ ως τώρα τίποτα σωστό»). Μερικές φορές, η συναισθηματική σύγχυση εντείνεται, όταν ο γονέας υπονομεύει το αντίκτυπο της λεκτικής κακοποίησης, λέγοντας ότι το παιδί είναι πολύ ευαίσθητο ή ότι πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός ότι «ο γονέας δεν το εννοεί πραγματικά» ή ότι «απλώς έτσι συμπεριφέρεται».
  • Υπάρχουν άλλες περιπτώσεις ενηλίκων που ασκούν εξουσία πάνω στα παιδιά και μπορούν να οπλίσουν το λεξιλόγιό τους με βίαιη χροιά, όπως δάσκαλοι, μέντορες και προπονητές, όπως θα δούμε παρακάτω.

Η περιπτωση της προπονητριας ενοργανης γυμναστικης: Tι μας διδασκει για τη λεκτικη κακοποιηση και την κουλτουρα της

 Τον Απρίλιο του 2020, η Μaggie Haney ανεστάλη επίσημα από τη θέση της προπονήτριας της ενόργανης γυμναστικής για οκτώ χρόνια αφού η USA Gymnastics ξεκίνησε διαδικασία επίλυσης καταγγελιών για τη συμπεριφορά της.

Αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αναδεικνύει την ταραχή που βιώνουν τα παιδιά μετά τη λεκτική κακοποίηση, ενώ την ίδια στιγμή αποκαλύπτει την πολιτισμική ασάφεια σχετικά με τον προσδιορισμό της ψυχικής βλάβης, που προκαλεί η λεκτική κακοποίηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Χάνεϊ και οι αθλητές που προπονούσε βρίσκονταν σε κορυφαίο επίπεδο, αφού μιλάμε στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η καταγγελία πραγματοποιήθηκε από τη μητέρα μιας Ολυμπιονίκη, με το όνομα Laurie Herandez, η οποία «κυνηγούσε» τον οργανισμό για τέσσερα χρόνια αφού η τότε δεκαπεντάχρονη κόρη της περιέγραψε τη σωματική κακοποίηση στην οποία ήταν μάρτυρας, καθώς και τη λεκτική κακοποίηση που είχε βιώσει η ίδια.

Σε μια συνέντευξη στους The New York Times, οι αναμνήσεις της Hernandez αντηχούν σε εκείνες ανδρών και γυναικών που απάντησαν στις ερωτήσεις μου για το νέο μου βιβλίο, οι οποίοι δεν ήταν Ολυμπιονίκες, αλλά βίωσαν τη λεκτική κακοποίηση στο οικιακό τους περιβάλλον.

Όταν η πρώτη παραπονέθηκε στον προπονητή της για την κακομεταχείρηση που υπέστη, της είπαν ότι «μάλλον έπαιρνε τα πράγματα πολύ προσωπικά». Όπως ήταν αναμενόμενο, η Ηernadez υποχώρησε και ζήτησε τελικά συγγνώμη. Η Haney ήταν η προπονήτριά της από όταν η αθλήτρια ήταν πέντε ετών, γεγονός που την έθετε σε θέση ισχύος, όμοια με αυτή ενός γονέα. Επιπλέον, η προπόνηση πραγματοποιούνταν δίχως την επίβλεψη κάποιου γονέα, αφού απαγορευόταν αυστηρά γι’αυτούς να παρευρίσκονται στο γυμναστήριο.

Η Ηernadez υποστήριξε: «Νόμιζα ότι τα άξιζα όλα. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν ότι δεν υπήρχαν μώλωπες ή σημάδια που να δείχνουν ότι ήταν αληθινό. H άποψη των άλλων ότι ίσως είμαι υπερβολική με έκανε να πιστεύω ότι όλα αυτά που έζησα δεν ήταν αλήθεια».

Όλες οι παραπάνω σκέψεις, επαναλαμβάνονται από το μεγαλύτερο ποσοστό των εκατοντάδων ανθρώπων στους οποίους πήρα συνέντευξη. Υπάρχει τεράστια πολιτισμίκη πίεση προς το θύμα, ώστε αυτό να υποβαθμίσει τη λεκτική βία που υφίσταται. Είναι μόνο λόγια, σωστά;

Από την άλλη,ένα γεγονός σωματικής βίας δεν μπορεί να προκαλέσει αμφισβήτηση όσον αφορά την ύπαρξή του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Laurie Hernadez επέτρεψε στη μητέρα της να ακούσει τη συζήτηση που είχε μαζί με μια άλλη κοπέλα, με θέμα ένα ακόμη βίαιο περιστατικό με δράστη τη Haney: η προπονήτρια τραβούσε μια αθλήτρια από τα μαλλιά. Η μητέρα της, Wanda Hernadez, όχι μόνο απέλυσε αμέσως τη Haney, αλλά υπέγραψε ακόμη καταγγελία στη USA Gymnastics. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια ώστε να ξεκινήσουν οι διαδικασίες εναντίον της Haney. Στις 10 Δεκεμβρίου 2020, οι New York Times ανέφεραν ότι η αναστολή της Haney μειώθηκε από οκτώ χρόνια σε πέντε από το δικαστή και ότι η κατάθεση τεσσάρων μαρτύρων είχε αποκλειστεί. Ο δικηγόρος της Haney ανέφερε ότι ζυγίζουν τις νομικές επιλογές τους.

Δύο επιπλέον αθλήτριες έχουν πραγματοποιήσει καταγγελίες εναντίον της Haney και άλλων προπονητών. Δεδομένου ότι οι καταγγελίες απαιτούν δίκη με την παρουσία ενόρκων, δε θα σας εκπλήξει καθόλου το γεγονός ότι τα περιστατικά σωματικής κακοποίησης βρίσκονται στο επίκεντρο, παρόλο που και οι δύο καταγγελίες περιλαμβάνουν επίσης τη συναισθηματική και λεκτική κακοποίηση. Yποπτεύομαι ότι ο συνήγορος υπεράσπισης γνωρίζει καλά την παραπάνω πολιτισμική προκατάλαψη, ανάμεσα στις δύο μορφές βίας.

Αναγνωριζοντας το προφιλ του κακοποιητη

Η Μaggie Haney, η οποία παρέμεινε σιωπηλή κατά τη διάρκεια της αναστολής της, συμφώνησε να παραχωρήσει μια συνέντευξη στη New York Times : σκόπευε να ασκήσει έφεση για την αναστολή της. Όσα είπε απηχούν τους εξορθολογισμούς και τις διαψεύσεις που χρησιμοποιούσε η μητέρα μου και άλλοι γονείς, ώστε να δικαιολογήσουν τις λεκτικά βίαιες συμπεριφορές τους. Κατά τη διάκεια της έρευνάς μου, ανακάλυψα συγκεκριμένα συμπεριφορικά μοτίβα, τα οποία συναντώνται ευρέως στους κακοποιητές:

  • Oι δυνατές φωνές και τα ταπεινωτικά σχόλια προέρχονται από την πρόθεση για φροντίδα.

To παρακάτω αποτελεί απόσπασμα από τη συνέντευξη της Haney στη New York Times: «Νομίζω ότι το λάθος μου ήταν ότι νοιαζόμουν πάρα πολύ και ήθελα τα παιδιά να είναι τέλεια κάθε μέρα, όταν κάτι τέτοιο είναι μάλλον αδύνατο».

Ως κάποια που είναι εκπαιδευμένη στην αγγλική λογοτεχνία και όχι στην ψυχολογία, θα επιστήσω την προσοχή σας σε αυτό το «ίσως». Ουρλιάξατε, φωνάξατε, ταπεινώσατε και ντροπιάσατε κάποια παιδιά, ώστε να επιτύχουν την τελειότητα στο άθλημά τους, «κάτι που ίσως είναι αδύνατον;». Ακούγεται σχεδόν πεπεισμένη.

  • Αποδίδει τις κατηγορίες εναντίον της σε μια πολιτισμική αλλαγή και όχι στις κακοποιητικές συμπεριφορές της.

Στη συνέντευξη υποστήριξε επίσης: «Οι συμπεριφορές που κάποτε θεωρούνταν φυσιολογικές, δεν είναι πια, και ίσως δε θα έπρεπε να είναι. Ο κόσμος έχει πια αλλάξει».

Η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε πολλές φορές τη λέξη «ίσως» με στόχο να δικαιολογηθεί, ενώ στην πραγματικότητα η πρόκληση ντροπής, οι χλευασμοί ως προς τη σωματική διάπλαση και άλλες μορφές λεκτικής επίθεσης, δε θεωρούνταν ποτέ φυσιολογικές συμπεριφορές. Όπως επίσης, ούτε το τράβηγμα των μαλλιών και ο εξαναγκασμός των αθλητών/-τριων να εξασκηθούν, όντας τραυματισμένοι.

  • Κάνει αναφορά στους υπερασπιστές της και υποστηρίζει ότι είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος.

Η γνωστή πρακτική της μετάθεσης ευθυνών – μια άλλη μορφή λεκτικής κακοποίησης – η οποία χρησιμοποιείται ως άμυνα. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι μητέρες δύο αθλητριών που την μήνυσαν, δεν παραπονέθηκαν ποτέ για τις συμπεριφορές της, παρόλο που μερικές φορές παρευρίσκονταν στο γυμναστήριο. Αυτό που δεν ανέφερε όμως είναι πως, όταν η Laurie Hernadez παραπονέθηκε στη μητέρα της, κι εκείνη με τη σειρά της τηλεφώνησε στην προπονήτρια, τότε η Ηaney εξευτέλισε μπροστά σε όλους την αθλήτρια επειδή μίλησε, ενώ τιμώρησε όλους τους αθλητές με επιπλέον ασκήσεις. Ένας γονιός (ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται με τη φράση: «Φωνάζω στα παιδιά μου και δεν κάνω πλάκα»), προς υπεράσπιση της προπονήτριας, δήλωσε: «Δεν νομίζω ότι είναι δίκαιο να υποστηρίξω ότι η Maggie είναι κακοποιός. Εξαρτάται από τα πόσα μπορεί να ανεχθεί κάθε παιδί ή οποιοδήποτε άτομο».

Επομένως, τίθεται το ερώτημα: Πρέπει η κακομεταχείρηση και η κάθε μορφής βία να ορίζεται από την ικανότητα του ατόμου να αντέχει το συναισθηματικό πόνο;

H λεκτική βία, είναι βία και όλες οι εκφάνσεις της τελευταίας,  οφείλουν να ενέχουν αυτή την παραδοχή.


Πηγή: Psychology Today, Peg Streep

 

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου

Αλίκη Σάββα

aliki savvaΦοιτήτρια του τμήματος Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε του Α.Π.Θ. - Τμήμα Σύνταξης Psychology.gr
Στον ελεύθερό χρόνο της αρέσει να μελετά το αντικείμενο της ψυχολογίας και αγαπά να αρθρογραφεί.