Πρόσθεσε το Psychology.gr στις προτιμώμενες πηγές σου στη Google
Με αυτό τον τρόπο, θα βλέπεις περισσότερα νέα άρθρα ψυχολογίας και ψυχικής υγείας που δημοσιεύονται στο PSYCHOLOGY.GR
Όταν σκεφτόμαστε μια σχέση, συνήθως αναρωτιόμαστε αν είναι καλή. Πολύ πιο σπάνια αναρωτιόμαστε τι κάνει αυτή η σχέση στους ανθρώπους που ζουν μέσα της.
Τις περισσότερες φορές την αξιολογούμε με βάση όσα είναι πιο εύκολο να παρατηρήσουμε. Υπάρχει αγάπη; Εμπιστοσύνη; Σεβασμός; Μπορούν οι δύο άνθρωποι να επικοινωνούν, να συνεργάζονται, να ξεπερνούν τις δυσκολίες και να παραμένουν μαζί στον χρόνο;
Όλα αυτά είναι σημαντικά.
Αρκούν όμως για να κατανοήσουμε την πραγματική επίδραση μιας σχέσης;
Ίσως όχι.
Γιατί δύο σχέσεις μπορεί να μοιάζουν εξίσου σταθερές και, παρ' όλα αυτά, να οδηγούν σε εντελώς διαφορετικές εσωτερικές διαδρομές. Στη μία, ο άνθρωπος αποκτά μεγαλύτερη ελευθερία να σκέφτεται, να αισθάνεται, να επιθυμεί και να εξελίσσεται. Στην άλλη, χωρίς απαραίτητα έντονες συγκρούσεις, αρχίζει σχεδόν ανεπαίσθητα να περιορίζει πλευρές του εαυτού του προκειμένου να διατηρήσει τη σύνδεση.
Το πιο παράδοξο είναι ότι αυτή η αλλαγή σπάνια γίνεται αντιληπτή τη στιγμή που συμβαίνει.
Δεν ξεκινά συνήθως με μια μεγάλη θυσία.
Ξεκινά όταν κάποιος σταματά να λέει «διαφωνώ» και αρχίζει να λέει «όπως νομίζεις». Όταν μια επιθυμία μετατίθεται συνεχώς για αργότερα. Όταν μια ανάγκη μένει ανείπωτη, όχι επειδή έπαψε να υπάρχει, αλλά επειδή η έκφρασή της μοιάζει επικίνδυνη για τη σχέση.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.
Στην αρχή μοιάζει με μια μικρή παραχώρηση. Ύστερα μοιάζει με ένδειξη αγάπης. Και, χωρίς να γίνει αντιληπτό, μπορεί να μετατραπεί σε έναν τρόπο ύπαρξης μέσα στον οποίο ο άνθρωπος διατηρεί τη σχέση, αλλά χάνει σιγά σιγά την επαφή με τον εαυτό του.
Οι βαθύτερες επιδράσεις ενός δεσμού δεν αποτυπώνονται μόνο στις συγκρούσεις ή σε όσα λέγονται. Φαίνονται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τις ανάγκες του, τις επιθυμίες του και τις δυνατότητές του.
Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικότερο κριτήριο μιας σχέσης να μην είναι μόνο αν δύο άνθρωποι παραμένουν μαζί.
Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα να είναι ένα άλλο:
Ποιος γίνομαι όσο ζω μέσα σε αυτή τη σχέση;
Για να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό, χρειάζεται να στραφούμε στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται εξαρχής η ικανότητά μας να σχετιζόμαστε.
PRO PSYCHOLOGY: Επαγγελματική Κοινότητα Ειδικών Ψυχικής Υγείας
Ένα Οικοσύστημα του PSYCHOLOGY.GR για Εποπτεία, Επαγγελματική Ανάπτυξη, Σύνδεση
Γιατί ο ψυχισμός προσαρμόζεται;
Ο ανθρώπινος ψυχισμός αναπτύσσεται όχι μόνο γύρω από την ανάγκη να εκφράσει τον εαυτό του, αλλά και γύρω από μια εξίσου θεμελιώδη ανάγκη: να διατηρήσει τους σημαντικούς δεσμούς από τους οποίους εξαρτώνται η ασφάλεια, η συναισθηματική ρύθμιση και, στα πρώτα χρόνια της ζωής, η ίδια η ψυχική ανάπτυξη.
Οι πρώτες σχέσεις δεν αποτελούν απλώς σημαντικές εμπειρίες. Μέσα σε αυτές διαμορφώνεται ο τρόπος με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο. Χωρίς να το γνωρίζει συνειδητά, μαθαίνει ότι ορισμένες πλευρές του γίνονται πιο εύκολα αποδεκτές, ενώ άλλες μοιάζουν να απειλούν τη σχέση.
Όταν μια ανάγκη, ένα συναίσθημα ή μια επιθυμία βιώνεται ως κίνδυνος για τον δεσμό, ο ψυχισμός δεν την εξαφανίζει. Μαθαίνει να την περιορίζει, να την αναβάλλει ή να την κρατά έξω από τη συνειδητή εμπειρία. Πρόκειται για μια δημιουργική προσαρμογή, γιατί προστατεύει μια σχέση από την οποία το παιδί εξαρτάται. Για τον αναπτυσσόμενο ψυχισμό, η πιθανότητα απώλειας ενός ζωτικού δεσμού μπορεί να βιώνεται ως βαθιά απειλητική. Έτσι, ο περιορισμός μιας πλευράς του εαυτού γίνεται συχνά το τίμημα της διατήρησης της σχέσης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυτός ο τρόπος οργάνωσης συνεχίζει, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, να επηρεάζει και τις σημαντικές σχέσεις της ενήλικης ζωής.
Δεν είναι κάθε προσαρμογή προβληματική. Κάθε στενή σχέση απαιτεί αμοιβαίες υποχωρήσεις, ευελιξία και την ικανότητα να λαμβάνει κανείς υπόψη του και τις ανάγκες του άλλου. Η δυσκολία αρχίζει όταν η προσαρμογή γίνεται ο μόνιμος τρόπος ύπαρξης μέσα στη σχέση· όταν αφορά σχεδόν πάντα τον έναν, όταν δεν βιώνεται πλέον ως ελεύθερη επιλογή αλλά ως προϋπόθεση για να μη χαθεί ο δεσμός και όταν, με τον χρόνο, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
Όταν η προσαρμογή αρχίζει να συρρικνώνει τον εαυτό
Πώς φαίνεται, όμως, στην πράξη ότι μια σχέση λειτουργεί κυρίως ως χώρος ψυχικής προσαρμογής;
Συνήθως όχι μέσα από μεγάλες κρίσεις, αλλά μέσα από μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις που επαναλαμβάνονται. Μια σκέψη δεν εκφράζεται. Μια ανάγκη αναβάλλεται. Μια διαφωνία αποφεύγεται. Ένα συναίσθημα σιωπά, γιατί μοιάζει επικίνδυνο για τη σχέση.
Καθεμία από αυτές τις κινήσεις φαίνεται ασήμαντη. Η δύναμή τους, όμως, βρίσκεται στη συσσώρευση. Με τον χρόνο, ο άνθρωπος δεν αναρωτιέται μόνο τι θέλει ή τι αισθάνεται, αλλά αν δικαιούται να το θέλει και αν επιτρέπεται να το αισθάνεται.
Όσο περισσότερη ψυχική ενέργεια αφιερώνεται στη διατήρηση του δεσμού, τόσο λιγότερη απομένει για δημιουργικότητα, περιέργεια, παιχνίδι και προσωπική εξέλιξη.
Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ο άνθρωπος αρχίζει να απομακρύνεται από την ίδια του την εσωτερική εμπειρία. Οι ανάγκες του μοιάζουν υπερβολικές, τα συναισθήματά του αμφισβητούνται και οι επιθυμίες του παραμερίζονται πριν ακόμη εκφραστούν.
Κάποια στιγμή μπορεί να ακούσει τον εαυτό του να λέει: «Δεν έχει σημασία τι θέλω εγώ» ή «Δεν αξίζει να ανοίξω αυτό το θέμα». Συνήθως αυτές οι φράσεις ακούγονται λογικές. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να αποτελούν το αποτέλεσμα μιας μακράς, σχεδόν αόρατης προσαρμογής.
Έτσι, η σχέση μπορεί να παραμένει σταθερή εξωτερικά, ενώ ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου γίνεται ολοένα και πιο περιορισμένος.
Αυτή η μεταβολή σπάνια γίνεται αντιληπτή τη στιγμή που συμβαίνει. Αναγνωρίζεται αργότερα, όταν κάποιος διαπιστώνει ότι έχει πάψει να ονειρεύεται, να δημιουργεί ή ακόμη και να γνωρίζει με σαφήνεια τι έχει πραγματικά ανάγκη.
Η σχέση εξακολουθεί να υπάρχει. Εκείνος που υπήρχε μέσα σε αυτήν, όμως, έχει αρχίσει να μικραίνει.
Η προσαρμογή, ωστόσο, δεν είναι η μοναδική δυνατότητα.
Αν οι πρώτες σχέσεις μπορούν να οργανώσουν τον ψυχισμό γύρω από την ανάγκη να προστατεύεται ο δεσμός, οι μεταγενέστερες σχέσεις μπορούν επίσης να ανοίξουν νέες δυνατότητες ανάπτυξης. Οι σημαντικοί δεσμοί της ενήλικης ζωής δεν αναπαράγουν μόνο παλιούς τρόπους σχετίζεσθαι· μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να τους μετασχηματίσουν.
Όταν η σχέση γίνεται χώρος ψυχικής ανάπτυξης
Ένας δεσμός γίνεται χώρος ψυχικής ανάπτυξης όταν ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη σχέση και στον εαυτό του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μια σχέση χωρίς συγκρούσεις, απογοητεύσεις ή ματαιώσεις. Σημαίνει ότι η σχέση μπορεί να αντέξει αυτές τις εμπειρίες χωρίς να απειλείται η σύνδεση.
Η διαφωνία δεν ισοδυναμεί με απόρριψη. Η διαφορετικότητα δεν βιώνεται ως απειλή. Η ευαλωτότητα δεν οδηγεί στην απώλεια της σχέσης.
Οι δύο άνθρωποι δεν χρειάζεται να σκέφτονται, να αισθάνονται ή να επιθυμούν τα ίδια για να παραμείνουν κοντά. Η σχέση μπορεί να αντέξει ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστές προσωπικότητες, με διαφορετικές ανάγκες, επιθυμίες και ρυθμούς.
Έτσι, ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει μια ανάγκη, να διαφωνήσει, να αλλάξει γνώμη, να αποκτήσει νέα ενδιαφέροντα ή να χρειαστεί προσωπικό χώρο χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε διαφοροποίηση απειλεί τον δεσμό.
Η αλλαγή του ενός δεν χρειάζεται να βιώνεται ως απώλεια για τον άλλον. Μπορεί να γίνει αφορμή για μια νέα συνάντηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που συνεχίζουν να γνωρίζονται και να εξελίσσονται.
Αυτό προϋποθέτει κάτι βαθύτερο από την καλή επικοινωνία.
Προϋποθέτει την εμπειρία ότι υπάρχει ένας άλλος που μπορεί να παραμείνει σε επαφή με αυτό που εκφράζουμε, χωρίς να το ακυρώνει, να το φοβάται ή να χρειάζεται να το αλλάξει. Ένας άλλος που μπορεί να μας σκέφτεται ακόμη και όταν διαφωνεί μαζί μας.
Καμία σχέση, όμως, δεν διαμορφώνεται μόνο από τον ψυχισμό του ενός. Όταν η διαφορετικότητα του συντρόφου βιώνεται ως απειλή, μπορεί να εμφανιστούν — συχνά ασυνείδητα — πιέσεις ώστε εκείνος να παραμείνει οικείος και προβλέψιμος. Έτσι, η προσαρμογή δεν γεννιέται μόνο από τον φόβο εκείνου που περιορίζεται, αλλά και από τη δυσκολία του άλλου να αντέξει την αυτονομία, την αλλαγή ή τη διαφορετικότητα.
Η ψυχική ανάπτυξη δεν σημαίνει ότι οι δύο άνθρωποι παύουν να προσαρμόζονται ο ένας στον άλλον. Σημαίνει ότι η προσαρμογή δεν απαιτεί την απώλεια του εαυτού.
Μέσα σε έναν τέτοιο δεσμό, ο άνθρωπος αποκτά μεγαλύτερη ικανότητα να σκέφτεται την εμπειρία του αντί να αντιδρά μόνο σε αυτήν, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του χωρίς να κατακλύζεται από αυτά και να διατηρεί μια σχετικά σταθερή αίσθηση του εαυτού ακόμη και στις στιγμές της διαφωνίας ή της ματαίωσης.
Έτσι, η σχέση δεν προσφέρει μόνο ασφάλεια. Δημιουργεί έναν ψυχικό χώρο μέσα στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πλευρές του εαυτού που μέχρι τότε παρέμεναν περιορισμένες.
Όμως ακόμη κι όταν ένας άνθρωπος αναγνωρίσει ότι έχει μάθει να ζει κυρίως μέσα από την προσαρμογή, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένος να επαναλαμβάνει για πάντα το ίδιο μοτίβο.
Η αναγνώριση αυτών των μοτίβων αποτελεί συχνά το πρώτο βήμα της αλλαγής. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει ότι πολλές από τις επιλογές του υπαγορεύονται περισσότερο από τον φόβο της απώλειας του δεσμού παρά από την ελεύθερη έκφραση του εαυτού του, δημιουργείται ένας νέος ψυχικός χώρος. Εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε μόνο αυτόματη προσαρμογή, εμφανίζεται σταδιακά η δυνατότητα της σκέψης, της επιλογής και μιας διαφορετικής εμπειρίας της σχέσης.
Η αλλαγή αυτή δεν είναι εύκολη ούτε συμβαίνει από τη μία στιγμή στην άλλη. Συχνά συνοδεύεται από άγχος, ενοχές ή τον φόβο ότι κάθε διαφοροποίηση μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια της σχέσης. Ωστόσο, μέσα από νέες διορθωτικές εμπειρίες – είτε σε μια ασφαλή προσωπική σχέση είτε στη θεραπευτική σχέση – ο άνθρωπος μπορεί να ανακαλύψει ότι η εγγύτητα και η αυθεντικότητα δεν είναι ασύμβατες μεταξύ τους.
Αυτό μας οδηγεί ξανά στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε.
Πότε, λοιπόν, μια σχέση γίνεται χώρος ψυχικής ανάπτυξης και πότε χώρος ψυχικής προσαρμογής;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στη διάρκειά της, στην ένταση της αγάπης ή στην απουσία συγκρούσεων.
Βρίσκεται στην επίδραση που ασκεί στον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων που τη ζουν.
Μια σχέση λειτουργεί κυρίως ως χώρος ψυχικής προσαρμογής όταν, για να διατηρηθεί ο δεσμός, χρειάζεται να περιορίζονται ουσιώδεις πλευρές του εαυτού. Όταν η σύνδεση προϋποθέτει τη συστηματική σιωπή αναγκών, επιθυμιών ή συναισθημάτων, ο άνθρωπος απομακρύνεται σταδιακά από τη δική του εσωτερική εμπειρία.
Αντίθετα, μια σχέση γίνεται χώρος ψυχικής ανάπτυξης όταν ο άνθρωπος μπορεί να παραμένει συνδεδεμένος χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείπει αυτό που είναι. Όταν ο δεσμός μπορεί να αντέξει τη διαφορετικότητα, την έκφραση, τη ματαίωση και την αλλαγή, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε ο άνθρωπος να σκέφτεται πιο ελεύθερα, να αισθάνεται πιο ολοκληρωμένα και να συνεχίζει να εξελίσσεται.
Η διαφορά, επομένως, δεν αφορά μόνο το πόσο αγαπιούνται δύο άνθρωποι.
Αφορά το αν η σχέση διευρύνει ή περιορίζει τις ψυχικές δυνατότητες και των δύο.
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις ερωτικές σχέσεις. Ισχύει για κάθε σημαντικό ανθρώπινο δεσμό: για τη σχέση γονέα και παιδιού, για τη φιλία, για τη θεραπευτική σχέση ή για οποιαδήποτε σχέση μέσα στην οποία διαμορφώνεται η ψυχική ζωή.
Η ψυχική ανάπτυξη γεννιέται μέσα στις σχέσεις. Συνεχίζεται, όμως, μέσα από την ικανότητά μας να τις σκεφτόμαστε, να κατανοούμε τι ενεργοποιούν μέσα μας και να μετασχηματίζουμε την εμπειρία που αποκτούμε μέσα σε αυτές.
Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικότερο κριτήριο μιας σχέσης να μην είναι μόνο αν καταφέρνει να κρατά δύο ανθρώπους μαζί.
Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα να είναι ένα άλλο:
Ποιος γίνομαι όσο ζω μέσα σε αυτή τη σχέση;
Αν η απάντηση είναι ότι γίνομαι πιο ελεύθερος να σκέφτομαι, να αισθάνομαι, να δημιουργώ και να υπάρχω χωρίς να φοβάμαι ότι θα χάσω τον δεσμό, τότε η σχέση δεν διατηρεί απλώς την εγγύτητα. Συμβάλλει στην ψυχική ανάπτυξη.
Αν, αντίθετα, για να παραμείνει η σχέση χρειάζεται να μικραίνει συνεχώς ο εαυτός, τότε ίσως αυτό που διατηρείται να μην είναι πραγματικά η σχέση, αλλά η προσαρμογή σε αυτή.
Βιβλιογραφία
Bowlby, J. (1969/1982). Attachment. New York: Basic Books.
Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E. L., & Target, M. (2002). Affect Regulation, Mentalization, and the Development of the Self. New York: Other Press.
Winnicott, D. W. (1971). Playing and Reality. London: Tavistock.
Benjamin, J. (1988). The Bonds of Love: Psychoanalysis, Feminism, and the Problem of Domination. New York: Pantheon Books.
McWilliams, N. (2011). Psychoanalytic Diagnosis: Understanding Personality Structure in the Clinical Process (2nd ed.). New York: Guilford Press.
THERAPY.PSYCHOLOGY - ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ONLINE ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύνδεσης Ειδικών Ψυχικής Υγείας και Θεραπευόμενων | Ξεκίνα εδώ το Θεραπευτικό ταξίδι σου με Δωρεάν 1η συνεδρία.